Στην ανάρτηση για τη μάθηση ως μίμηση υποστηρίχθηκε ότι στη διαδικασία της μάθησης έχουμε την αφομοίωση, ενσωμάτωση συμπεριφορών, δράσεων, ιδεών, μέσω μιας διαδικασίας μίμησης, όπου η αφομοιωνόμενη δράση, ιδέα κλπ, περνά περισσότερο ή λιγότερο, από τον έλεγχο του μετωπιαίου λοβού, δηλαδή τον έλεγχο της λογικής, ώστε και να αξιολογηθεί ανάλογα. Ή μπορεί αυτή η ενσωμάτωση να γίνει χωρίς αυτόν τον έλεγχο και αφού εγκατασταθεί να επηρεάσει ανάλογα την εγκεφαλική λειτουργία. Το ποιες πληροφορίες ενσωματώνουμε και πόσο ισχυρά, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τις ανάγκες, επιθυμίες μας, το ποιος είναι ο πομπός αυτής της πληροφορίας, το συναισθηματικό φορτίο που έχει για μας κλπ.

Η υποβολή και αυθυποβολή περιέχονται στη διαδικασία όπου η πληροφορία, δράση, συμπεριφορά που ενσωματώνεται, ουσιαστικά δεν περνά από τον έλεγχο του μετωπιαίου φλοιού, τον έλεγχο δηλαδή της λογικής.

Στην υποβολή έχουμε συνειδητή δράση από κάποιο υποκείμενο που δρα ως πομπός προς κάποιον που λειτουργεί ως δέκτης. Στην αυθυποβολή δεν έχουμε έναν συνειδητό πομπό.
Η συναισθηματική μεταδοτικότητα στηρίζεται σε παρόμοιους μηχανισμούς. Σήμερα σε μεγάλο βαθμό έχει κατανοηθεί ο νευροβιολογικός μηχανισμός αυτής της μετάδοσης με τον ρόλο των κατοπτρικών νευρώνων.

Αυτή είναι μια διαδικασία που συμβαίνει συνεχώς, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.

Ουσιαστικά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, στην (παρατεταμένη) παιδική ηλικία που έχει ο άνθρωπος και ο μετωπιαίος λοβός δεν έχει ωριμάσει, η διαδικασία της μάθησης έχει κυρίως τέτοιο χαρακτήρα. Όλο αυτό το διάστημα είμαστε προγραμματισμένοι να “μαθαίνουμε”, δηλαδή να αφομοιώνουμε ότι μας λένε. Αυτοί που λειτουργούν σαν πομποί σ’ αυτή την περίπτωση είναι τα πρόσωπα που έχουν σημασία για μας, κυρίως οι γονείς σε πρώτη φάση αλλά και πρόσωπα κύρους(για μας)από το περιβάλλον, οι μεγαλύτεροι γενικά, που θεωρούμε ότι έχουν σημασία για μας, ώστε να γινόμαστε αποδεκτοί. Τα παιδιά δεν έχουν διαμορφώσει δικές τους απόψεις, περιμένουν την έγκριση από τους μεγαλύτερους. Η αφομοίωση σ΄αυτό το στάδιο γίνεται χωρίς την επεξεργασία από το μετωπιαίο φλοιό, ο οποίος έτσι κι αλλιώς δεν έχει ωριμάσει, μια διαδικασία που προχωρά σταδιακά. Αυτός είναι και ο λόγος που οι εγγραφές που γίνονται στην παιδική ηλικία είναι ισχυρές και με όσο πιο ισχυρό συναίσθημα επενδύονται τόσο πιο ισχυρές γίνονται.

Στο βαθμό που το παιδί ενηλικιώνεται και αναπτύσσονται οι λειτουργίες του μετωπιαίου φλοιού και ο έλεγχος που επιβάλει, έχοντας αναπτύξει αυτονομία σκέψης, αυξημένη αυτοπεποίθηση, η μετάδοση των πληροφοριών, δράσεων, συναισθημάτων κλπ, περνά από τον έλεγχο της λογικής και αφομοιώνονται αφού περάσουν από αυτή την “αξιολόγηση”, με βάση ένα αυτόνομο σύστημα αξιών, γνώσεων που έχει αποκτήσει.

Ας δούμε όμως τους παράγοντες που παίζουν ρόλο σ’ αυτή τη μετάδοση στην παιδική ηλικία. Ο ένας παράγοντας είναι οι ανάγκες , επιθυμίες, με κυριότερη την επιθυμία αποδοχής. Ο άλλος παράγοντας είναι η έλλειψη αυτονομίας σκέψης, αυτοπεποίθησης για τις ικανότητές του, για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Ο τρίτος παράγοντας είναι το πρόσωπο που λειτουργεί σαν πομπός αυτής της μετάδοσης, που στα μάτια του παιδιού είναι αναβαθμισμένο ως αυθεντία, του οποίου τη γνώμη, θέληση κλπ δεν μπορεί να αμφισβητήσει και ταυτόχρονα επιζητεί την αποδοχή του.

Αυτοί οι παράγοντες, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, μπορεί να συνεχίζουν να παίζουν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο και στην υπόλοιπη ζωή. Κυρίως επειδή τα συναισθήματα συνεχίζουν να παίζουν καθοριστικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της ζωής και πολλές φορές βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τη λογική. Και όταν γίνει κατάληψη από ένα ισχυρό συναίσθημα τότε οι λειτουργίες του μετωπιαίου φλοιού σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αδρανοποιούνται. Γι αυτό και κανείς δεν είναι απρόσβλητος από δράσεις που θα τις χαρακτηρίζαμε σαν δράσεις υποβολής και αυθυποβολής. Ας πούμε ότι όλοι έχουν το αδύνατό τους σημείο που μπορεί να αποτελέσει την πύλη εισόδου και κατάληψης του υποσυνείδητου (όπως ένας ιός βρίσκει ένα αδύνατο σημείο εισόδου και καταλαμβάνει τον οργανισμό).

Οι επιθυμίες μας εξάλλου βασίζονται σε ισχυρές συναισθηματικές ανάγκες. Η ισχυρή επιθυμία δεν είναι μόνο γεννήτρια αυταπατών, όπως έλεγε ο Φρόιντ, αλλά κάνει και την επιλογή του ποιες ιδέες θα δεχθούμε ή όχι. Αυτό γίνεται τόσο στην υποβολή όσο και στην αυθυποβολή. Στα παιδιά η επιθυμία εκφράζεται με την ανάγκη να μεγαλώσουν, να έχουν την αποδοχή των μεγάλων, να γίνουν δεκτοί στην κοινωνία των μεγάλων. Και οι ενήλικοι όμως συνεχίζουν να έχουν επιθυμίες. Αποτελούν το κίνητρο της ανάπτυξης.

Στην αυθυποβολή, ανάλογα προς τα που μετατοπίζει την κλίμακα των συναισθημάτων μας, είτε προς μια θετική εκτίμηση του εαυτού και των δυνατοτήτων του, ενίσχυσης της αυτοπεποίθησής του, είτε προς αρνητικά συναισθήματα φόβου, απελπισίας κλπ, μπορούμε να μιλήσουμε για θετική και αρνητική αυθυποβολή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της θετικής αυθυποβολής είναι το φαινόμενο placebo για το οποίο έγινε αναφορά σε σχετική ανάρτηση. Πράγματι έχει υπολογισθεί ότι ένα 30-40% της δράσης των φαρμάκων οφείλεται στο φαινόμενο placebo που είναι αποτέλεσμα θετικής αυθυποβολής. Εδώ έχουμε και την ισχυρή επιθυμία να γίνουμε καλά αλλά και τη διαβεβαίωση από μια αυθεντία, την επιστήμη, τον γιατρό που τον εμπιστευόμαστε και εκπροσωπεί ας πούμε την επιστήμη. Η θετική αυθυποβολή σ’ αυτές τις περιπτώσεις κινητοποιεί την αυτοπεποίθηση, διώχνει αρνητικές σκέψεις, αυθυποβολές, που έχουν αρνητική επίδραση στην άμυνα του οργανισμού, με αποτέλεσμα να μπορούν να λειτουργήσουν οι επανορθωτικές δυνάμεις αυτοΐασης που υπάρχουν έτσι κι αλλιώς στον οργανισμό. Είναι ο ίδιος μηχανισμός με τον οποίον θεραπεύει η πίστη, όπου έχουμε τον συνδυασμό της ισχυρής επιθυμίας αλλά και την ύπαρξη κάποιας πολύ ισχυρής δύναμης, θεότητας κλπ, που θα εκπληρώσει την επιθυμία. Οι αρχαίοι μάγοι θεράπευαν με παρόμοιο τρόπο, όπου στο ρόλο της (υποτιθέμενης) δύναμης που θα θεραπεύσει, είναι τα πανίσχυρα πνεύματα που ο μάγος επικοινωνεί μαζί τους και μόνο αυτός έχει τη δυνατότητα να τα κινητοποιήσει προς όφελος του ασθενούς. Συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις γινόταν και κάποιου είδους συμφωνία με το ισχυρό πνεύμα, θεότητα, μια ανταλλαγή δηλαδή, όπου ο ασθενής ή αυτός που ζητούσε κάτι, υποσχόταν να δώσει και αυτός ένα αντάλλαγμα. Η ιδέα της ανταλλαγής ενισχύει την πεποίθηση ότι θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία, μιας και προσφέρουμε και μεις κάτι, δεν ζητάμε μόνο. Το αντάλλαγμα ήταν ανάλογο με το μέγεθος του αιτήματος. Αυτό το βλέπουμε μέχρι και τώρα όπου ο πιστός που αναμένει κάτι, υπόσχεται διάφορα τάματα(χρυσό, λαμπάδες, εικόνες κλπ). Τα ανταλλάγματα αποτελούσαν και έναν τρόπο προσέλκυσης πλούτου στα ιερά και τις εκκλησίες. Στην αρχαιότητα τα μαντεία και τα ιερά ήταν τόποι που συγκέντρωναν μεγάλα πλούτη από τα ανταλλάγματα που δίνανε αυτοί που προσέτρεχαν στις υπηρεσίες τους. Στη βάση τους όμως είναι μια συμφωνία ανάμεσα στον ευεργετούμενο και τη δύναμη που αυτός επικαλείται. Η συμφωνία εκτός από τα υλικά αγαθά προσφοράς είχε και ηθικές δεσμεύσεις του ευργετούμενου, τήρηση νηστειών, ακόμη μεγαλύτερη πίστη κλπ. Στη μαύρη μαγεία η επίκληση ισχυρών κακών πνευμάτων, για να φέρουν όφελος σε κάποιον, σήμαινε και συμφωνία με πολύ δυσμενείς όρους, που φτάνανε μέχρι ανθρωποθυσίες. Ο Φάουστ έκανε συμφωνία με τον διάβολο προσφέροντας την ψυχή του, στη γνωστή τραγωδία του Γκαίτε. Η παράδοση αυτή όπως καταλαβαίνουμε πάει πολύ πίσω στο χρόνο και αυτό εξηγεί και την ισχύ που έχει.

Τη θετική αυθυποβολή μπορούμε να την επιδιώξουμε και συνειδητά μέσα από τεχνικές αυτοσυγκέντρωσης, όπου μπορούμε να υποβάλουμε θετικά τον εαυτό για τη δυνατότητά του να επιτύχει έναν επιδιωκόμενο στόχο. Σ’ αυτή την περίπτωση λειτουργούν οι ίδιες διαδικασίες, παρακάμπτοντας κατά το δυνατό, τον έλεγχο του συνειδητού.

Οι υπνωτιστές, μάγοι κλπ, φροντίζουν να αποσπούν την προσοχή(που αποτελεί λειτουργία του μετωπιαίου φλοιού) με ένα ουδέτερο ερέθισμα, ώστε να μπορέσουν να απευθυνθούν και να επιδράσουν στο υποσυνείδητο.

Στην αρνητική αυθυποβολή έχουμε αποτελέσματα προς αντίθετη κατεύθυνση. Εδώ στη θέση της ισχυρής επιθυμίας που δρα σαν κίνητρο στη θετική υποβολή, έχουμε τους φόβους στους οποίους ακουμπά η αυθυποβολή και η παράλληλη αίσθηση ότι ο εαυτός δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Και πάλι όμως, όπως και στη θετική υποβολή, ο στόχος είναι ο συναισθηματικός εγκέφαλος, όπου γίνεται κατάληψη του από έναν ισχυρό φόβο, στον οποίον θεωρούμε ότι είμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε και αυτό με τη σειρά του επιδρά σε όλη τη σκέψη αλλά και τη λειτουργία του οργανισμού. Η παράκαμψη του μετωπιαίου φλοιού και του λογικού ελέγχου και εδώ είναι απαραίτητη, αν και όταν γίνεται κατάληψη από ένα ισχυρό συναίσθημα τότε εμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό η λειτουργία και ο έλεγχος από τον μετωπιαίο φλοιό. Ο λογικός έλεγχος μπορεί να διώξει τον φόβο ή να φέρει την θεωρούμενη ως απειλη στις πραγματικές της διαστάσεις.

Όταν θεωρείς ότι δεν μπορείς να αντιδράσεις σε έναν κίνδυνο τότε οδηγείσαι στον πανικό ή στην αίσθηση της πλήρους παραίτησης και αδυναμίας του εαυτού. Αυτό μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες κατ’ αρχήν στην άμυνα του οργανισμού, μια σχέση που έχει αρκετά κατανοηθεί. Το ανοσοποιητικό σύστημα με το νευρικό όπως και το ορμονικό, είναι στενά συνδεδεμένα, έχουν πολλούς κοινούς υποδοχείς και σήμερα σε μεγάλο βαθμό θεωρούνται ως ένα κοινό (νευρο-ορμονο-ανοσοποιητικό) σύστημα.

Το πόσο ισχυρή είναι η αρνητική αυθυποβολή το είχε επισημάνει ο Φρόιντ, όπου στο “τοτέμ και ταμπού” αναφέρει ότι αν κάποιος παραβίαζε ένα ταμπού που η τιμωρία για αυτή την παράβαση ήταν ο θάνατος, αρκεί να έδειχνε ο μάγος της φυλής τον παραβάτη και να ανακοίνωνε την τιμωρία που του αρμόζει, ώστε αυτός μετά από λίγο διάστημα να πέθαινε. Ο παραβάτης είχε απέναντί του τη θέληση της φυλής και το κύρος του μάγου, στα οποία θεωρούσε ότι ήταν αδύνατο να αντιπαρατεθεί. Με παρόμοιο τρόπο λειτουργεί και η μαύρη μαγεία στα θύματά της, τα οποία αισθάνονται ανήμπορα απέναντι στις πανίσχυρες δυνάμεις που θεωρεί ότι μπορεί να κινητοποιήσει ο μάγος.

Αρνητικές αυθυποβολές δημιουργούνται και όταν σε μια αντιπαράθεση θεωρήσουμε για κάποιο λόγο ότι ο αντίπαλος υπερέχει, οπότε μπορεί να αυθυποβάλουμε την ιδέα ότι θα χάσουμε έτσι κι αλλιώς. Παλιά βλέπαμε τους πυγμάχους πριν τον αγώνα να βρίζονται ώστε να φοβίσει ο ένας τον άλλον ή να ανέβει ο θυμός τους, πράγμα που αποτελεί και ένα αντίδοτο στον φόβο. Σήμερα επικρατεί περισσότερο η αντίληψη του fair play και η ήρεμη αντιμετώπιση, που σκοπό έχει να μεταδώσει την αίσθηση της σιγουριάς για τη νίκη, κάτι που επίσης μπορεί να προσληφθεί από τον αντίπαλο σαν αίσθηση υπεροχής.

Μια σημαντική επίπτωση της αρνητικής αυθυποβολής είναι και η αντιμετώπιση ασθενειών που σε μεγάλο βαθμό θεωρούνται θανατηφόρες ή καταστροφικές όπως πολλά είδη καρκίνου για παράδειγμα. Το σοκ που δέχεται αυτός που πληροφορείται ότι πάσχει από μια τέτοια ασθένεια και η αίσθηση αδυναμίας, με όλη την μυθολογία που υπάρχει γύρω από αυτήν, είναι αρκετό για να καταβάλει την άμυνα του οργανισμού, κάτι που μπορεί να οδηγήσει από μόνο του και στην παραπέρα επιδείνωση.

Γενικά μιλώντας, οι αυθυποβολές είτε θετικές είτε αρνητικές, είναι ένα στοιχείο των σχέσεών μας με τους άλλους και του τρόπου που γίνεται η αφομοίωση δράσεων, συμπεριφορών, ιδεών. Η ανάπτυξη της αυτόνομης σκέψης που είναι αποτέλεσμα της ηθικής και γνωστικής ενηλικίωσης του εαυτού, κάνει δυνατό ώστε σε μεγαλύτερο βαθμό οι προσλήψεις αυτές να περνούν από τον έλεγχο της λογικής και σαν τέτοιες να αφομοιώνονται από τον εαυτό. Τα άτομα που δεν έχουν αναπτύξει αυτονομία σκέψης ή φοβούνται να σκεφθούν αυτόνομα, εξαρτώντας την αυτοεκτίμησή τους από τη γνώμη των άλλων, είναι αυτοί που είναι και πιο ευάλωτοι στις υποβολές, αν και κανείς όπως αναφέρθηκε δεν είναι απρόσβλητος. Όλοι έχουν τα αδύνατά τους σημεία από τα οποία μπορεί να εισχωρήσει μια τέτοιου είδους υποβολή.

Στις ομάδες, κοινωνίες που λειτουργούν με βάση την αυθεντία του αρχηγού, ο οποίος δεν πρέπει να αμφισβητηθεί, δημιουργούνται συνθήκες ώστε τα μέλη της ομάδας να μη μπορούν να σκεφτούν από μόνοι τους, να φοβούνται να το κάνουν, γιατί αν παρουσιάσουν μια σκέψη που δεν είναι αρεστή στην ισχύουσα τάξη και τον αρχηγό, θα τιμωρηθούν. Ο φόβος της τιμωρίας εδώ τους αποτρέπει από την ανάπτυξη της αυτονομίας τους, δηλαδή να ωριμάσουν.

Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ

ΠΗΓΗ:

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε