“Ωρα γεννήσεως: 07:36 πρωινή”. Σ’ αυτό το παιδικό μου το βιβλιάριο καταγράφονται όλα. Το πρώτο μου χαμόγελο. Τα πρώτα μου εμβόλια. Η πρώτη φορά που άναρθρες λεξούλες βγήκαν από το στόμα μου. Το μελί χρώμα των ματιών μου. Πρώτα και πάνω απ’ όλα όμως, σημειώνεται με έμφαση σε ποια θέση βρισκόντουσαν του ρολογιού οι δείκτες τη μοναδική εκείνη στιγμή που αντίκρισα το φως αυτού του κόσμου. Ακόμα και πριν από το ίδιο το όνομα που μου δόθηκε, το θρήσκευμα, τον πατέρα και τη μάνα, σχηματίστηκε η ώρα που άφησα βίαια της μήτρας τη θαλπωρή και ξέσπασα σε έντονα κλάματα μωρουδιακά. Ο χρόνος. Σαν μια στάμπα που σφράγισε μια και καλή την ύπαρξή μου, που ποτέ δεν έπαψε να μου καθορίζει τη ζωή σε όλα της τα στάδια. Άλλοτε να νιώθω την ανάσα του στο σβέρκο μου την ώρα που με κυνηγά, άλλοτε να τρέχω και να πέφτω και να ξανατρέχω λαχανιάζοντας ξοπίσω του, άλλοτε να μοιάζει με κλεψύδρα που αδειάζει σε δευτερόλεπτα και άλλοτε να γίνεται βουνό που θέλεις αιώνες για να ανεβείς στην κορυφή του. Και πάντοτε καμουφλαρισμένος και καλά κρυμμένος μέσα σε ρολόγια όλων των ειδών και όλων των θέσεων. Στο χέρι, στο κομοδίνο, στον τοίχο απέναντι, πάνω από το τζάκι, στην κουζίνα, στο αυτοκίνητο δίπλα από τα χιλιόμετρα, στο κινητό τηλέφωνο, στην οθόνη του υπολογιστή στη γωνία κάτω δεξιά, σε φωτογραφίες, σε εισιτήρια, σε ειδικούς αριθμούς τηλεφωνικούς που τους καλείς μην τυχόν και χάσεις την επαφή με τον χρόνο. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι…

Έλα, ξύπνα, θα χάσεις το σχολικό και θα αργήσεις στο σχολείο. 07:49. Αχ, να μπορούσα λίγο ακόμα να μείνω στο κρεβάτι μου, είναι σκέτο βασανιστήριο αυτό το ψηφιακό ρολόι που αναβοσβήνει συνεχώς απέναντί μου και κάνει να φεύγουν τα λεπτά λες και είναι δευτερόλεπτα. 07:50. 07:51. 07:55. 08:03. Ε! Τι στο διάολο γίνεται εδώ πέρα; Ίσα που έκανα να κλείσω τα βλέφαρά μου για μια τόση δα στιγμή και είναι λες και ο χρόνος κάνει ζαβολιές και πηδάει δυο-δυο τα λεπτά. Κατέβα, πλύνε δόντια, φτιάξε την τσάντα, στο είπα ότι έπρεπε να την είχες φτιάξει από εχτές, μην μπερδεύεις ρε τις κάλτσες, άλλο ζευγάρι είναι αυτό, φιλιά, να προσέχεις, θα σε περιμένω μετά, μην αργήσεις. Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου, ελθέτω η βασιλεία Σου. Παιδιά, σήμερα θα κάνουμε ένα πρόχειρο τεστ, βγάλτε στυλό και χαρτί. Έχετε 40 λεπτά. 30 λεπτά. 10 λεπτά. Δεν προλαβαίνω. Τέλος χρόνου! Λοιπόν, δεν ξέρω τι γίνεται, αλλά αυτό το παλιακό ρολόι που κρέμεται στραβά σε εκείνο τον σάπιο τοίχο δεν λέει να ξεκολλήσει. Πριν λίγο κοίταξα και είναι λες και δεν δουλεύει καν. 10:23. Ακόμα! Ξανακοιτάω, το ίδιο! Βρε μπας και το έβαλαν επίτηδες για να μην έχουμε το μυαλό μας στο διάλειμμα; 10:24. Εντάξει, αυτή η ώρα για να περάσει θα μου φανεί μήνας ολόκληρος. 10:44. Ουφ, κάτι γίνεται. ‘Έξι λεπτά ακόμα και θα βγούμε έξω να παίξουμε. Ντριν. Διάλειμμα δέκα λεπτών. Τι να πρωτοκάνεις σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα; Να τρέξεις; Να ερωτευθείς; Να παλέψεις; Να φας; Ντριν. Τα κεφάλια πάλι μέσα. Άντε πάλι από την αρχή. Ώχου!

Λοιπόν, θα βγεις με τον όρο ότι θα είσαι πίσω πριν από τις 02:00. Καλά, εντάξει, μαλακίες, όλα τα παιδιά στην ηλικία μου γυρνάνε όποια ώρα γουστάρουνε, μερικά δεν γυρνάνε καν πριν φέξει ο ήλιος, πάλι με το μυαλό καρφωμένο στο ρολόι θα είμαι. Αυτό που άκουσες. Θα πρέπει να μάθεις να διαχειρίζεσαι τον χρόνο σωστά, να τον εκμεταλλεύεσαι αναλόγως και να προσαρμόζεσαι. 00:46. 00:58. 01:22. Φιλαράκι, έλα να σε κεράσω, έχουμε ώρα μπροστά μας, μην αγχώνεσαι, ρε μάγκα. 01:51. Να σου πω, πρέπει σιγά-σιγά να την κάνω, πρέπει να γυρίσω στο σπίτι, ο γέρος μου θα μου τις βρέξει αν αργήσω έστω και ένα λεπτό, αυτή είναι η συμφωνία. Εντάξει μωρέ, πως κάνεις έτσι, δεν θα πάθεις και τίποτα αν κάτσεις μαζί μας για λίγη ώρα παραπάνω. Να, έλα να σου γνωρίσω τη φίλη μας, δεν βλέπεις που σε κοιτάζει τόση ώρα και περιμένει να της πεις μια κουβέντα, εσύ αντί να διασκεδάζεις κοιτάς συνέχεια το κινητό σου. Ναι, χάρηκα για τη γνωριμία, ναι, σε θυμάμαι, σε εχώ δει κάπου, σε ξέρω, πόσο όμορφα χαμογελάς, πρέπει να φύγω γαμώτο, έλα, έναν χορό ακόμα, για μένα, μη μου χαλάς το χατίρι, με έπαιρναν από το σπίτι τηλέφωνο και το είχα στο αθόρυβο. 02:44. Πω, θα με σκοτώσει ο πατέρας μου, φίλησέ με πάλι, δεν προλαβαίνω. Κάποια άλλη φορά. Νεαρέ, τι ώρα είναι αυτή; Επειδή δεν τήρησες όσα είπαμε, θα υποστείς τις συνέπειες. Στο δωμάτιό σου για όλο το Σαββατοκύριακο. Για να κάτσεις να μετράς την ώρα και να θυμάσαι ότι αυτό πρέπει να κάνεις από εδώ και πέρα αν θες να πας μπροστά. Κι είναι μόλις 10:32. Πω, άλλες 40 ώρες εδώ μέσα!

Ιδρώνουν τα δάχτυλά μου από την αγωνία. 21:33. Μα που είναι; Λες να με στήσει; Λες να το ξέχασε; 21:41. Εγώ φταίω που έρχομαι στα ραντεβού μου ακριβώς στην ώρα μου για να φανώ συνεπής. Να τη! Άργησα; Λιγάκι. Δεν πειράζει. Τι θα πάρουμε; Δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου. Για ένα ποτό μόνο ίσως. Είσαι τόσο όμορφη και απόψε. Δεν έβλεπα την ώρα να σε δω. Άλλο το αν έβλεπα μόνο την ώρα συνεχώς μέχρι να έρθεις. Χαχα. 22:14. Να ξαναβγούμε. Γιατί όχι; 22:51. Θες να σε πάρω σπίτι; Θα πάρω ταξί, σ’ ευχαριστώ. Πόσο πάει η ταρίφα; Ανάλογα με την ώρα που απαιτείται για τη διαδρομή, κυρία μου. 23:03. Καληνύχτα! Ώρα επιβίβασης για την επόμενη πτήση στις 19:40. Παρακαλούνται οι τελευταίοι επιβάτες να προσέλθουν στην πύλη ελέγχου και να επιβιβαστούν στο αεροσκάφος. Μείνε λίγο ακόμα, να σε νιώσω, να σε αγκαλιάσω, να σε σφίξω. Πόσο γρήγορα έφυγε αυτό το καλοκαίρι, γιατί να φεύγεις, γιατί να μην έχει καθυστέρηση αυτή η ρημάδα η πτήση τώρα που το χρειάζομαι! Καλείστε στο γάμο μας που θα πραγματοποιηθεί στις 20.00 ακριβώς. Περίμενε, το έθιμο έτσι είναι, η νύφη πρέπει να στήσει τον γαμπρό κανένα μισάωρο, ανυπόμονε, αμάν, δεν είχες ποτέ σου υπομονή, λεπτά είναι, θα περάσουν. Να ζήσετε. 21:30. Ούτε κατάλαβα πότε έγινε το μυστήριο, το γλέντι, οι βέρες, όλα. 04:41. Πότε γνωριστήκαμε, πότε βρεθήκαμε σε εκείνα τα αγχωμένα ραντεβού, πότε ενωθήκαμε για πάντα. Και εγώ το ίδιο νιώθω. Πω. Μια ζωή μαζί! Λες να αχρηστέψαμε τον χρόνο; Έτσι μου ‘ρχεται να πετάξω τα ρολόγια μας στη θάλασσα.

Υποτίθεται ότι μιλούσαμε για βελτίωση αλλά τα πράγματα πάνε προς το χειρότερο. Ναι, έχει χάσει το χρώμα του, με δυσκολία ακούω καν τη καρδιά του να χτυπάει, τον περιμένουμε από ώρα σε ώρα. Να, ίσα που νιώθω τον σφυγμό του πάνω στο χέρι μου, έτσι όπως ακουμπάω το λαιμό του. 23:31. Όλο και λιγότεροι οι χτύποι. 23:33. Όλο και λιγότεροι. 23:36. Ένας χτύπος. 23:39. Κανένας χτύπος. Ώρα θανάτου: 23.40. Κουράγιο. Ο χρόνος είναι γιατρός. Ναι, γιατρέ μου, θυμάμαι πολύ καλά την ώρα που πέθανε ο πατέρας μου, έχω ταλέντο στο να καρφώνω τα μάτια, το μυαλό μου πάνω στα ρολόγια. Στη φάση της ανεργίας βέβαια, γίνεται μάλλον το αντίθετο. Είναι λες και των ρολογιών οι δείκτες γίνανε μαχαίρια που με φόρα έρχονται και καρφώνονται πάνω μου. Είχα βλέπεις την άθλια ιδέα να γεμίσω το σπίτι με τόσα πολλά ρολόγια και τώρα δεν μπορώ να ξεφύγω, είναι λες και με έχουν στοιχειώσει, όπου κι αν στρέψω το βλέμμα μου είναι εκεί, χτυπάνε όλα μαζί, μ’ αυτό το αναθεματισμένο τικ τακ που κάνουν σε διαφορετικό τόνο όλα τους και πάει να με τρελάνει, δεν μπορώ να ξεφύγω πια ούτε έστω για μισό δέκατο του δευτερολέπτου, ειδικά από εκείνη την περίεργη στιγμή που μου ανακοίνωσαν ότι μου μένουν λίγοι μόλις μήνες ζωής, ελάχιστος ο χρόνος των πάντων και του τίποτα, δεν μετριέται, κοντεύει μεσάνυχτα, 23:52, μεγάλωσα πια, δεν είναι όπως παλιά, βαδίζω πιο αργά, νυστάζω πιο νωρίς, 00:00, περασμένα μεσάνυχτα, έφυγε άλλη μια μέρα, έφυγε η ζωή μου όλη, η ζωή που περνά και χάνεται, χάνεται, δεν το κατάλαβα πως.

Πέρασε η ώρα.

Πάνος Μουχτερος για τα κακώς κείμενα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε