[quote_center]Αντιλαμβάνομαι σήμερα πως τίποτα στον κόσμο δεν είναι τόσο δυσάρεστο για έναν άνθρωπο από το να πάρει το μονοπάτι που οδηγεί στον εαυτό του.[/quote_center]

Χέρμαν Έσσε Ντέμιαν

 

Από τον έκτο αιώνα π.Χ. ένας εξαιρετικά ανθρωπιστής φιλόσοφος, ο Κουνγκ‐φου‐τσε (Κομφούκιος), θρηνούσε,

 

[quote_center]Γιατί δημιουργεί ο κόσμος ανησυχίες για τον εαυτό του; Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο σημείο. Όλες οι σκέψεις φθάνουν στο ίδιο συμπέρασμα. Γιατί δημιουργεί ο κόσμος ανησυχίες για τον εαυτό του;[/quote_center]

 

Η πολύ ανθρωπιστική αυτή ερώτηση εξακολουθεί να αντηχεί ενοχλητικά στο νου όλων μας, καθώς παίρνουμε μέρος στην καθημερινή διαδικασία της ζωής. Το πιο απογοητευτικό είναι ότι φαίνεται πως δεν έχουμε πλησιάσει περισσότερο σε μιαν απάντηση όλα αυτά τα χιλιάδες χρόνια. Μάλλον έχουμε επιμείνει να κακομεταχειριζόμαστε και να σκοτώνουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Όλο και περισσότερο δείχνουμε να χάνουμε τη χαρά στον αυθορμητισμό και το θαυμασμό στην πνευματικότητα. Εμφανιζόμαστε να έχουμε αποξενωθεί από το γεγονός πως όλοι είμαστε ένα μέρος του συνόλου των πραγμάτων και των ανθρώπων, και έχουμε αποσυρθεί στον εγωκεντρισμό και στον επαρχιωτισμό. Σαν αποτέλεσμα, εμείς και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε, εξακολουθούμε ν’ αποτελούμε κύρια αναφομοίωτες δυνατότητες. Είμαστε πολύ λιγότερο απ’ ό,τι μπορούμε να είμαστε.

 

Η ύπαρξη είναι σαν μια περίπλοκη ταπετσαρία στην οποία κανένα μέρος δεν μπορεί να παραμείνει ακατανόητο αν πρόκειται να βιώσουμε την ανυπέρβλητη ολότητα. Μ’ αυτή την έννοια, καμία ζωή δεν έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη σημασία από μια άλλη, ούτε και κάποιος από μας είναι περισσότερο ή λιγότερο υπεύθυνος, γιατί μέσα σε καθέναν από μας βρίσκεται ένα ζωτικό κομμάτι

της ολότητας. Αν όλοι εμείς δεν αναλάβουμε την ευθύνη πραγμάτωσης της ζωής μας, ζώντας σαν πρόσωπα που λειτουργούν ολοκληρωμένα, θα διαιωνίσουμε τη μακρά ιστορία και την αναξιοποίητη απώλεια της δυνατότητας που από μόνη της μπορεί να συμπληρώσει την εικόνα. Θα συνεχίσουμε να δημιουργούμε ανησυχίες για μας και τους άλλους, και το ερώτημα του Κομφούκιου θα παραμείνει.

 

Η εργασία αυτή δεν είναι παρά μια ελάχιστη προσπάθεια εξύμνησης της προσωπικότητας, αυτής ακριβώς της ανθρώπινης κατάστασης που, και μόνο αν βιωθεί ολοκληρωμένα και ενεργά, μπορεί πραγματικά να πραγματώσει την ομορφιά, τη δύναμη και το νόημα της ύπαρξης. Εξ αιτίας της απεραντοσύνης και της επιβλητικότητας του θέματός της, αυτή η μικρή παρατήρηση θα φανεί σε πολλούς ασήμαντη, ακαθόριστη και ενοχλητικά ατελής. Πιθανόν, είναι όλα αυτά.

 

Επίσης, όσο περισσότερα μαθαίνω για τους ανθρώπους και για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, τόσο περισσότερο ανίκανος νομίζω πως είμαι να εκφράσω σε άλλους αυτά που έμαθα. Έτσι, αυτά που γράφω ίσως φανούν στοιχειώδη και μονότονα. Τέλος, αφού θέλω πολύ να επικοινωνήσω με όσο περισσότερους μπορεί να δείξουν ενδιαφέρον, το να γράψω σαν λόγιος, ακόμα κι αν μπορούσα, θα περιόριζε την προοπτική μου. Μπορεί γι’ αυτό να κατηγορηθώ ότι χρησιμοποίησα ένα προσβλητικά απλουστευτικό ύφος. Ας είναι. Επί πλέον, ομολογώ ειλικρινά πως το έργο αυτό θ’ αντικατοπτρίσει

τις προσωπικές μου τάσεις, αισθήματα και αξίες. Θ’ αποκαλύψει αβίαστα τη φυσική μου αγάπη, σεβασμό και αισιοδοξία για τον άνθρωπο και τη συγκίνηση και ελπίδα μου για το μέλλον μας. Είναι γραμμένο σαν ένα ξεκίνημα, μια πρόκληση για ανθρώπους στην αναζήτηση της αυτοανακάλυψης, της αυτοεκτίμησης, της προσωπικής ανάπτυξης, της αλλαγής και της πραγμάτωσης. Έχει τον προορισμό μόνον ενός μικρού, εύθραυστου σπόρου που ρίχνεται στον άνεμο. Μια πιθανή αρχή. Αν θα αναπτυχθεί ή θα πεθάνει εξαρτάται από το πού θα πέσει και πώς θα ανατραφεί.

 

Η Λωρήν Άισλυ περιγράφει τον κόσμο μας σαν έναν τόπο «όπου ακόμα και μια αράχνη αρνείται να πέσει κάτω και να πεθάνει, όσο υπάρχει ένα νήμα που μπορεί να ξετυλιχτεί μέχρι ένα αστέρι».

Σε πόσους δρόμους ανάμεσα στʹ αστέρια πρέπει ο άνθρωπος να πορευθεί στην αναζήτηση του τελικού μυστικού; Το ταξίδι είναι δύσκολο, απέραντο, μερικές στιγμές αδύνατο, κι όμως αυτό δεν θα μας εμποδίσει από το να το αποπειραθούμε…

Μπήκαμε στο καραβάνι, μπορεί να πείτε, σε μια ορισμένη στιγμή∙ θα ταξιδέψουμε όσο μακρύτερα γίνεται, μα δεν μπορούμε σε μια ζωή να δούμε όλα όσα θα θέλαμε ή να μάθουμε όλα όσα διψάμε να ξέρουμε.

Λωρήν Άισλυ

Το Απέραντο Ταξίδι

Η ζωή είναι ένα «απέραντο ταξίδι» και καθένας μας έχει μόνο μια ζωή για να το κάνει. Θα περιστραφούμε με το δικό μας τρόπο αδιάκοπα ταλαιπωρούμενοι, αναπτυσσόμενοι, επαναπροσαρμόζοντας την απροσδιόριστη διαδρομή μας, κάνοντας πράγματα που ποτέ δεν μπορούμε να επαναλάβουμε, σ’ ένα μονοπάτι που ποτέ δεν μπορούμε να ξαναχαράξουμε. Κάθε στιγμή μας ωθεί ανεπαίσθητα πιο κοντά στο τέλος του ταξιδιού, ώστε, όταν τελικά το φθάσουμε, η στιγμή φαίνεται μόνο σαν μια θαμπή, ακατάστατη ανάμνηση στη σκέψη μας ‐ ανεξήγητη, όπως ένα όνειρο που διακόπηκε, βιωμένη, αλλά μισοξεχασμένη, και φαινομενικά χωρίς σκοπό.

 Παρ’ όλ’ αυτά, όλοι θα κάνουμε το απαράμιλλο ταξίδι μας.

Το προσωπικό μου ταξίδι ήταν καλό. Με πέρασε μέσα από μια θαυμαστή παιδική ηλικία, μια εφηβεία οδυνηρής αλλά γοητευτικής αποκάλυψης και μια ωριμότητα που εδραίωσε τη ζωή μου. Μου έδωσε μια κλίση μεστή νοήματος που υπήρξε η μεγαλύτερη χαρά μου και μου άνοιξε το δρόμο για μυριάδες βιώσιμες και εξαιρετικές ευκαιρίες. Με πήγε σε κάθε πολιτεία της Αμερικής και σε όλες τις ηπείρους του κόσμου. Μου προσέφερε την ευκαιρία να μοιραστώ γνώση και σοφία με παιδιά, όπως επίσης και με ενήλικες λόγιους.

Με έφερε σε στενή, κοινωνική επαφή με πολιτισμούς, με έντονες διαφορές και με ανθρώπους, από αγρότες απομακρυσμένων, τροπικών χωριών, μέχρι έμπειρους στοχαστές σε περίπλοκους πολιτισμούς.

Ένα καυτό, κόκκινο απόγευμα, ταξιδεύοντας μ’ ένα λεωφορείο στη νότια Ινδία, είδα μια γυναίκα. Ήταν τυλιγμένη μ’ ένα ξεθωριασμένο σάρι και απομακρυνόταν από το δρόμο, ευθυτενής, δυνατή και αποφασιστική. Πάνω στο κεφάλι της ισορροπούσε ένα μεγάλο, βαρύ δοχείο νερού. Το κενό γύρω της ήταν τεράστιο. Δεν υπήρχε ένδειξη για το μέρος απ’ όπου ερχόταν και ακόμα λιγότερο για το πού πήγαινε, εκτός κι αν κουβαλούσε το νερό στον ήλιο που έδυε. Σταμάτησε για μια στιγμή και τα μάτια μας συναντήθηκαν. Γνωρίζαμε ο ένας τον άλλο.

 

Ένας όμορφος, χωρίς δόντια, ηλικιωμένος αγρότης στο Νεπάλ με πήρε κάποτε στο σπίτι του για να περάσω τη νύχτα. Ήταν μια καλαμένια καλύβα, όπου στεγαζόταν η οικογένειά του, τα γεωργικά του εργαλεία και όλα του τα ζώα. Η συζήτηση, πέρα από τη γλώσσα των κινήσεων, ένα χαμόγελο, την επαφή του βλέμματος, ένα άγγιγμα, ήταν αδύνατη. Δεν είχε ιδέα για το πού βρίσκεται η Αμερική, δεν είχε ποτέ μιλήσει σε κάποιον από τη Δύση, ούτε και είχε μπει σε αυτοκίνητο. Δεν ήξερε καθόλου ιστορία, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για την πολιτική ή για ο,τιδήποτε, πέρα από τη ζωή του χωριού του. Παρ’ όλ’ αυτά πλησιαστήκαμε πολύ θερμά για μια βραδυά. Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, αισθανόμενοι ότι πιθανόν δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ, περπατήσαμε αγκαζέ μέχρι την άκρη του χωριού και αποχωριστήκαμε. Εξακολουθούμε να είμαστε μαζί.

Ένας νέος, αγχώδης επιχειρηματίας με βοήθησε να προσανατολιστώ σε ένα γεμάτο κίνηση, νεφόπληκτο και υγρό απόγευμα στο Τόκιο. Βγήκε μίλια έξω από το δρόμο του, για να με οδηγήσει στη διεύθυνση που ζητούσα. Στο λίγο χρόνο που είμαστε μαζί, σχεδόν δεν μίλησε. Τελικά υποκλιθήκαμε στον αποχαιρετισμό και έφυγε γρήγορα. Ένα κομμάτι μου πήγε μαζί του.

Ένας έφηβος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης ήρθε ενθουσιασμένος σε μένα μετά το τέλος μιας διάλεξης, με μια χαρούμενη λάμψη στα μάτια. Μου ανακοίνωσε με σταθερότητα, ότι τον είχα βοηθήσει ν’ αποκτήσει η εξέγερσή του ένα σκοπό ‐ ο σκοπός αυτός ήταν η προφύλαξη των ικανοτήτων του! Μοιραστήκαμε τον κοινό μας στόχο μ’ ένα ζεστό αγκάλιασμα. Τον σκέφτομαι ακόμα.

Ένα κοριτσάκι του νηπιαγωγείου, στην τάξη του οποίου ήμουν δάσκαλος, με κοίταξε κάποτε παράξενα, καθώς γέμιζα το δίσκο με φαγητό στην τραπεζαρία του σχολείου και ρώτησε: «Τρως;» Αισθάνθηκε ενθουσιασμένο με το γέλιο μου! Αισθανθήκαμε μαζί χαρά και επαναβιώνω αυτή τη χαρά καθώς ξαναδιηγούμαι την ιστορία.

Γι’ αυτά τα λίγα και σύντομα δευτερόλεπτα των συναντήσεών μας, ήμουν και εξακολουθώ να είμαι εκείνη η Ινδή γυναίκα, εκείνος ο Νεπαλέζος αγρότης, εκείνος ο Ιάπωνας επιχειρηματίας, ο φοιτητής της Νέας Υόρκης, το κοριτσάκι του νηπιαγωγείου. Είμαστε όλοι ένα, μέσα στο ίδιο πράγμα, τον ανθρωπισμό. Όταν το μυαλό μας δεν μπορούσε να συναντηθεί, οι καρδιές μας ήταν ο κοινός δεσμός. Όταν ο λόγος μας ήταν μυστήριο, λυνόταν με τα μάτια και τα χέρια μας.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνάντησα, ανεξάρτητα από τις διαφορές, συμμετείχαν μοναδικά, λίγο‐πολύ μ’ επιτυχία, στο απέραντο ταξίδι τους. Μερικοί κινούνταν μέσα στο τεχνολογικό θαύμα, άλλοι στην πρωτόγονη μαγεία∙ κάποιοι επαφίονταν στον υλικό πλούτο, άλλοι στη μεγαλύτερη απλότητα, ακόμα και σε απελπιστική φτώχεια∙ μερικοί ήταν εφοδιασμένοι με ισχυρή, τυπική εκπαίδευση, άλλοι χρησιμοποιούσαν απλά τα φυσικά διανοητικά τους χαρίσματα, εμπλουτισμένα από την εμπειρία. Ο,τιδήποτε όμως κι αν έκαναν, είχαν όλοι έναν ισχυρό κοινό σύνδεσμο ‐ τον ανθρωπισμό τους, τη βαθειά τους ανάγκη να επιβιώσουν, να κατανοήσουν την εμπειρία τους, ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να ξεπεράσουν τη μοναξιά και την απομόνωση, να χρησιμοποιήσουν τις δημιουργικές τους ικανότητες για να κάνουν τα πράγματα πιο άνετα και όμορφα για τους ίδιους και τους αγαπημένους τους, να προσπαθήσουν να καταλάβουν τον κόσμο τους και την ύπαρξή τους σ’ αυτόν. Όλοι τους μοιράζονταν το μοναδικό οικουμενικό κοινό, αυτό του επικείμενου θανάτου. Εσκεμμένα ή όχι, κάθε πρόσωπο ήταν υποχρεωμένο να δεχτεί την πρόκληση του προσωπικού του ταξιδιού, εφοδιασμένο με ό,τι είχε και όπως ήταν, ξέροντας πως θα φθάσουν στο ίδιο τέλος.

Ήταν φανερό ότι πολλοί πετύχαιναν. Έδειχναν να βρίσκονται σ’ επαφή με το σπάνιο ανθρωπισμό τους και αυτό ήταν αρκετό. Άλλοι αποτύγχαναν.

Καθένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν η ιστορία όλων των ανθρώπων, όλοι όμως αποτελούσαν επίσης ένα κομμάτι της μοναδικής ιστορίας, που μόνον η ζωή τους θα έγραφε. Γιατί σε καθέναν απ’ αυτούς, και στον κόσμο που ζούσαν, υπήρχε πολύ περισσότερο μέλλον παρά παρελθόν. Ήταν η ανθρώπινη υπόστασή τους που, κάθε στιγμή, δημιουργούσε και επαναδημιουργούσε τον κόσμο.

Ήταν οποιοιδήποτε από μας λιγότερο ανθρώπινα πρόσωπα, γιατί η ζωή μας ήταν περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκη, πολιτισμένη ή απομονωμένη; Είχε η ζωή τους την ίδια αξία με τη δική μου; Είχε δίκιο ο Κομφούκιος να θεωρεί ως δεδομένο, πως οι σκέψεις μας θα φθάσουν στο ίδιο συμπέρασμα και πως οι δρόμοι μας οδηγούν στο ίδιο σημείο, ανεξάρτητα από την πορεία;

Για αιώνες, άνθρωποι σαν εμάς, όπως επίσης μεγάλοι θρησκευτικοί ηγέτες, φιλόσοφοι, επιστήμονες και δάσκαλοι, έχουν μελετήσει και στοχαστεί πάνω στην αδιάκοπη αναζήτηση του ανθρώπου για ανθρωπιστικές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.

 

Ο Αβραάμ Μάσλοου είπε, ότι η διαδικασία ήταν «διαβολεμένα δύσκολη για ν’ αναζητηθεί μέσα από επιστημονική μελέτη», αλλά, παρ’ όλα αυτά, έκανε πολλά για να αποσαφηνίσει τα ερωτήματα και να τοποθετήσει τις απαντήσεις στην ανθρώπινη γλώσσα. Περιέγραψε την οικουμενικότητα της ανθρώπινης φύσης, την ομοιότητα των εμπειριών μας, τις προσπάθειες για αυτογνωσία, τις υπαρξιακές μας ανάγκες, τις στερητικές μας ανάγκες. Στη ζωή του, παρήγαγε μια πληθώρα επιστημονικών στοιχείων που αφορούν στην «ιδιαίτερη εσωτερική ζωή» μας ως ανθρώπινα όντα. Προβληματιζόταν συνεχώς σ’ ολόκληρη τη ζωή του, γιατί μερικοί από μας είμαστε ικανοί να γίνουμε αυτό που είμαστε και γιατί άλλοι δεν φαινόταν να «τα καταφέρνουν».

 

Έγραφε:

Μόνον ένα μικρό τμήμα του ανθρώπινου πληθυσμού φθάνει στο σημείο της ταυτότητας, ή της ατομικότητας, του πλήρους ανθρωπισμού, της αυτοπραγμάτωσης, κ.λπ., ακόμα και σε μια κοινωνία που, όπως η δική μας, είναι από τις πιο τυχερές πάνω στο πρόσωπο της γης. Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο. Διαθέτουμε την παρόρμηση για πλήρη ανάπτυξη του ανθρωπισμού. Γιατί τότε δεν συμβαίνει συχνότερα;

Λεό Μπουσκάλια,

από το βιβλίο Προσωπικότητα και Ολοκλήρωση

Στο παραπάνω ερώτημα…. ας ψάξει ο καθένας μας να βρει την απάντηση που του ταιριάζει…

 

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
365 Shares
Share363
+12
Pin
Tweet
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε