Ακολουθεί ένα εξαιρετικό απόσπασμα από το βιβλίο «Η Ασθένεια ως Πορεία της Ψυχής» (Εκδ. Πύρινος Κόσμος)

Τα μάτια αφήνουν κυρίως να μπουν εντυπώσεις απ’ έξω, αλλά και να βγει κάτι από μέσα τους: στα μάτια βλέπουμε τα συναισθήματα και την ψυχική διάθεση του άλλου. Γι’ αυτό διερευνούμε το βλέμμα του συνανθρώπου μας, προσπαθώντας να τον κοιτάξουμε βαθιά στα μάτια ή να «διαβάσουμε στα μάτια τη σκέψη του». Τα μάτια ξεσπούν σε δάκρυα, φανερώνοντας προς τα έξω μια εσωτερική ψυχική κατάσταση. Η ιριδοσκόπηση χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα τα μάτια ως καθρέφτες του σώματος, αλλά είναι εξίσου δυνατόν να αναγνωρίσουμε τον χαρακτήρα και την ψυχική δομή ενός ανθρώπου στα μάτια του. Υπάρχει και το κακό μάτι ή το μαγικό μάτι που μαρτυρεί ότι το μάτι δεν είναι μονάχα ένα όργανο που αφήνει εντυπώσεις να μπουν, αλλά και βγάζει προς τα έξω κάποιες εσωτερικές διαθέσεις. Τα μάτια ενεργοποιούνται επίσης, όταν ρίχνουμε το βλέμμα σε κάποιον. Στη λαϊκή γλώσσα ο ξαφνικός έρωτας ονομάζεται και τύφλωση – διατύπωση που προδίδει ότι οι ερωτευμένοι δεν είναι πλέον σε θέση να δουν την πραγματικότητα, γιατί ο έρωτας τυφλώνει.

Συχνότερες διαταραχές της όρασης είναι η μυωπία κι η πρεσβυωπία· η πρώτη κυρίως κατά τη νεότητα, ενώ η δεύτερη κατά την έναρξη του γήρατος. Η κατανομή αυτή είναι λογική, γιατί η νεολαία βλέπει συνήθως μόνον το δικό της, στενό περίγυρο και στερείται επομένως της έποψης και της οξυδέρκειας. Το γήρας έχει περισσότερη απόσταση από τα πράγματα. Σε αναλογία μ’ αυτό, η μνήμη των ηλικιωμένων ατόμων, παράλληλα με τη λησμοσύνη των πολύ πρόσφατων γεγονότων, διαθέτει την εξαιρετική ικανότητα να θυμάται πολύ παλιά γεγονότα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια.

Η μυωπία μαρτυρεί υπερβολική υποκειμενικότητα. Ο μύωψ παρατηρεί τα πάντα μέσα από τα δικά του γυαλιά, κάθε θέμα τον πλήττει προσωπικά. Βλέπει μόνον ως την άκρη της μύτης του, και παρ’ όλα αυτά το στενό του οπτικό πεδίο δεν τον πλουτίζει με αυτογνωσία. Εδώ έγκειται το πρόβλημα, γιατί ο άνθρωπος θα έπρεπε να συσχετίζει όσα βλέπει με τον εαυτό του, ώστε να μάθει έτσι να βλέπει τον εαυτό του. Η αρχή αυτή ωστόσο αναστρέφεται εφόσον ο άνθρωπος παραμείνει προσκολλημένος στην υποκειμενικότητα. Συγκεκριμένα αυτό σημαίνει ότι το άτομο συσχετίζει μεν τα πάντα με τον εαυτό του, αλλά αρνείται να δει και να αναγνωρίσει σ’ αυτά τον εαυτό του. Στην περίπτωση αυτή, η υποκειμενικότητα υπαγορεύει στο άτομο μόνον το  αίσθημα ότι προσβλήθηκε, ή παρόμοιες αντιδράσεις άμυνας, χωρίς να διαλυθεί η προβολή.

Η μυωπία αποκαλύπτει αυτήν τη σύγχυση. Εξαναγκάζει τον άνθρωπο να κοιτάξει καλύτερα το προσωπικό του πεδίο. Φέρνει την απόσταση της καθαρότερης εικόνας κοντύτερα στα μάτια και στην άκρη της μύτης. Η μυωπία προβάλλει σε σωματικό επίπεδο την υπερβολική υποκειμενικότητα, απαιτώντας όμως αυτογνωσία. Η γνήσια αυτογνωσία οδηγεί αναγκαστικά μακριά από την υποκειμενικότητα. Όταν κάποιος δεν βλέπει (ή έχει αδύνατη όραση), η ερώτηση της κάθαρσης είναι: «Τι δεν θέλει να δει;» Και η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «Τον εαυτό του».

Το μέγεθος της άρνησης να δει κανείς τον εαυτό του όπως είναι, μετράται με τις διοπτρίες των γυαλιών του. Τα γυαλιά είναι τεχνητή πρόθεση κι επομένως απάτη. Με τεχνητό τρόπο αντι-^ σταθμίζεται η σοφή διόρθωση που είχε κάνει το πεπρωμένο, και υποτίθεται ότι όλα είναι εν τάξει. Η απάτη αυτή ενισχύεται κατά πολύ με τους φακούς επαφής, που καλύπτουν το γεγονός της άρνησης «να δει καλά». Ας φανταστούμε ότι σε μια νύχτα αφαιρούσαμε απ’ όλους τα γυαλιά και τους φακούς επαφής – τι θα συνέβαινε! Η ζωή θα ήταν ξαφνικά πολύ πιο ειλικρινής. Αμέσως θα αντιλαμβανόμασταν πώς βλέπει κανείς τον κόσμο και τον εαυτό του, και – πράγμα πολύ σημαντικότερο – οι πάσχοντες θα βίωναν στον εαυτό τους την αδυναμία να δουν τα πράγματα όπως είναι. Ο άνθρωπος ωφελείται μόνον από την αναπηρία που ο ίδιος βιώνει. Ξαφνικά αρκετοί θα συνειδητοποιούσαν πόσο «ασαφής» είναι η εικόνα του κόσμου, πόσο «συγκεχυμένα» βλέπουν τα πάντα και πόσο στενό είναι το προσωπικό τους πεδίο. Ίσως μάλιστα σε μερικούς να έφευγαν οι χρόνιες εκείνες παρωπίδες και να άρχιζαν να βλέπουν τα πράγματα σωστότερα, γιατί, πώς κάποιος που δεν μπορεί να δει σωστά, θέλει κάποτε να αποκτήσει ενόραση;

Ο ηλικιωμένος άνθρωπος θα έπρεπε, βάσει της πείρας του στη ζωή, να έχει αναπτύξει σοφία και ευρυωπία. Ωστόσο πολλοί πραγματώνουν αυτήν την ευρυωπία μόνον στο σωματικό επίπεδο υπό μορφή υπερμετρωπίας. Η αχρωματοψία μαρτυρεί την τύφλωση στην πολυμορφία και στην πολυχρωμία της ζωής – πλήττει ανθρώπους που βλέπουν τα πάντα γκρίζα και αρέσκονται να μηδενίζουν τις διαφορές – με λίγα λόγια, τους άχρωμους ανθρώπους.

Η επιπεφυκίτις (φλεγμονή του επιπεφυκότος χιτώνα), όπως κάθε φλεγμονή, μαρτυρεί κάποια σύγκρουση. Η επιπεφυκίτις προκαλεί ενόχληση στα μάτια, που ανακουφίζονται μόνον κλείνοντας τα. Κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε μια σύγκρουση, γιατί δεν θέλουμε να την αντιμετωπίσουμε (να την δούμε κατά μέτωπο).

Στραβισμός: Για την όραση χρειαζόμαστε δύο εικόνες, για να μπορούμε να βλέπουμε τα πράγματα τρισδιάστατα. Ακούγοντας αυτό, ποιος δεν αναγνωρίζει τον νόμο της πολικότητας; Χρειαζόμαστε πάντοτε δύο τρόπους θέασης, για να κατανοήσουμε την ενότητα στο σύνολο της. Αν όμως οι οπτικοί άξονες δεν είναι συντονισμένοι, σημειώνεται στραβισμός, δηλαδή στον αμφιβληστροειδή σχηματίζονται δύο μη συμπίπτουσες εικόνες (διπλωπία). Αλλά αντί να βλέπουμε δύο αποκλίνουσες εικόνες, ο εγκέφαλος αποφασίζει να φιλτράρει (σβήσει) τελείως τη μια από τις δύο (δηλαδή, την εικόνα του στραβίζοντος οφθαλμού). Έτσι γινόμαστε στην πραγματικότητα μονόφθαλμοι, εφόσον το είδωλο του δεύτερου ματιού δεν μεταβιβάζεται στον εγκέφαλο. Όλα φαίνονται επίπεδα, χάνουν τις τρεις διαστάσεις.

Το ίδιο συμβαίνει με την πολικότητα. Ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να δει τους δύο πόλους ως μια εικόνα (π.χ. κύμα και σωματίδιο – ελευθερία και ντετερμινισμός – καλό και κακό). Αν δεν το κατορθώσει, και αν οι δύο εικόνες βρίσκονται σε αντιδιαστολή, διακόπτει τη μια θέαση (την απωθεί) και γίνεται μονόφθαλ-μος αντί για ενορατικός. Το άτομο με στραβισμό είναι στην πραγματικότητα μονόφθαλμο άτομο, γιατί η εικόνα του άλλου ματιού καταστέλλεται από τον εγκέφαλο, οδηγώντας σε μονή διάσταση κι επομένως σε μια μονομερή άποψη του κόσμου.

Καταρράκτης: Με τον καταρράκτη θολώνει ο φακός κι επόμενους η όραση. Δεν μπορείς πια να δεις τα πράγματα καθαρά. Όσο βλέπουμε καθαρά, τα πράγματα διατηρούν την καθαρότητα

τους, δηλαδή μπορούν να μας τραυματίσουν. Αν όμως η απειλητική αυτή καθαρότητα υποκατασταθεί από ασάφεια, ο κόσμος απαλλάσσεται από τον κίνδυνο να τραυματιστεί. Η θολή όραση αντιστοιχεί σε μια ηρεμιστική απόσταση από το περιβάλλον -επομένως και από τον εαυτό μας. Ο καταρράκτης είναι σαν περσίδα, που κατεβάζουμε για να μην αναγκαζόμαστε να δούμε αυτό που δεν θέλουμε να δούμε. Ο καταρράκτης καλύπτει τα μάτια σαν φολίδα και μπορεί να καταλήξει στην τύφλωση.

Το γλαύκωμα οφείλεται στην αυξημένη ενδοφθαλμική πίεση, με αποτέλεσμα να μικραίνει σταδιακά το οπτικό πεδίο ωσότου φθάσει να βλέπει κανείς σαν μέσα από σωλήνα. Ο κόσμος γίνεται ορατός μέσα από παρωπίδες, χάνεται ή ικανότητα γενικής θέασης, ο ασθενής αντιλαμβάνεται μόνον ένα (οποιοδήποτε) μέρος του. Πίσω από το σύμπτωμα κρύβεται η ψυχική πίεση των δακρύων, που δεν μπόρεσαν να κυλήσουν (ενδοφθαλμική πίεση).

Η πιο ακραία μορφή του «δεν θέλω να βλέπω» είναι η τύφλωση, που η πλειοψηφία των ανθρώπων θεωρεί τη σκληρότερη απώλεια του οργανισμού. Χρησιμοποιούμε μεταφορικά την έκφραση είναι τυφλωμένος. Ο τυφλός στερείται για πάντα την εξωτερική επιφάνεια προβολής και αναγκάζεται να κοιτάξει προς τα μέσα. Η σωματική τύφλωση είναι απλώς η ύστατη εκδήλωση της πραγματικής τύφλωσης που μας ενδιαφέρει: της τύφλωσης της συνείδησης.

Πριν από μερικά χρόνια μια νέα χειρουργική μέθοδος στις ΗΠΑ κατόρθωσε να ξαναδώσει το φως σε αρκετούς εφήβους. Αυτό που επακολούθησε δεν ήταν ευτυχία και χαρά. Αντίθετα, ή πλειοψηφία των χειρουργημένων δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει το περιβάλλον της και να ζήσει μέσα σ’ αυτό. Μπορούμε βέβαια να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε και να ερμηνεύσουμε αυτήν την εμπειρία από διαφορετικές πλευρές. Για τη δική μας μεθοδολογία σημασία έχει μόνον η διαπίστωση ότι με τεχνικά μέσα μπορούμε βέβαια να μεταβάλουμε ορισμένες λειτουργίες, όχι όμως να εξαφανίσουμε προβλήματα που απλώς εκδηλώνονται μέσω των συμπτωμάτων. Μόνον εφόσον εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι κάθε διαταραχή είναι μια δυσάρεστη ενόχληση που πρέπει να διορθώσουμε το ταχύτερο, και όσο γίνεται πιο αθέατα, θα μπορέσουμε να αποκομίσουμε κέρδος από τη διαταραχή. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να επιτρέψουμε στη διαταραχή να διαταράξει τη συνήθη ρουτίνα μας, πρέπει κυρίως η ασθένεια μας να μας εμποδίσει να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως μέχρι τώρα. Έτσι η τύφλωση θα μπορέσει π.χ. να μας διδάξει την αληθινή όραση και να μας οδηγήσει σε ανώτερη γνώση.

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε