Τρεις νέες μελέτες που δημοσιεύτηκαν στο ειδικό τεύχος «Teenage Brains: Think Different?» του περιοδικού «Developmental Neuroscience» προσφέρουν πρωτόγνωρες γνώσεις για τους μηχανισμούς του εγκεφάλου που προδιαθέτουν τους εφήβους για την εμφάνιση επικίνδυνης συμπεριφοράς καθώς και μιας νοσηρής αδιαφορίας όσον αφορά την ποινή που μπορεί να έχουν οι πράξεις τους.

Η πρώτη μελέτη με επικεφαλής τον Michael Dreyfus και τον BJ Casey από το Ινστιτούτο Σάκλερ της Ιατρικής Σχολής Γουέιλ του Πανεπιστημίου Κορνέλ έδειξε ότι οι έφηβοι και ιδιαίτερα τα αγόρια, αντιδρούν σε μια απειλή αντί να απομακρυνθούν ακόμα και όταν τους έχουν δοθεί εντολές να δράσουν διαφορετικά. Σε εθελοντές συμμετέχοντες δόθηκε η οδηγία να μην αντιδράσουν σε κάποιες συγκεκριμένες ενδείξεις που συνδέονταν με μια αόριστη απειλή (π.χ. ένα τρομακτικό πρόσωπο), ενώ ταυτόχρονα ο εγκέφαλός τους υποβαλλόταν σε μαγνητική τομογραφία. Οι έφηβοι, σε αντίθεση με τα παιδιά ή τους ενήλικες και ειδικότερα τα έφηβα αγόρια περισσότερο από τις έφηβες γυναίκες, αντιδρούσαν αυθόρμητα σε αυτές τις ενδείξεις. Η συμπεριφορά αυτή ήταν παράλληλη με την αυξημένη δραστηριότητα στο μεταιχμιακό ή συναισθηματικό σύστημα του εγκεφάλου, το οποίο παρουσιάζει σημαντικές αλλαγές στη συνδεσμολογία και την αναδιαμόρφωση των συνδέσεων κατά τη διάρκεια της εφηβείας.

Η δεύτερη μελέτη, με επικεφαλής τη Jill Grose-Fife του Πανεπιστημίου Τζον Τζέι της Νέας Υόρκης έδειξε ότι τα έφηβα αγόρια είναι λιγότερο ευαίσθητα στην τιμωρία ή τις συνέπειες, αλλά υπερευαίσθητα σε ένα μεγάλο κέρδος. Η εγκεφαλική τους δραστηριότητα μετρήθηκε ύστερα από μικρά ή μεγάλα κέρδη ή απώλειες κατά τη διάρκεια ενασχόλησής τους με τυχερά παιχνίδια. Η μελέτη διαπίστωσε ότι τα έφηβα αγόρια παρουσίαζαν έλλειψη ευαισθησίας για τις απώλειες, αλλά υπερευαισθησία στα μεγάλα κέρδη. Τα ευρήματα αυτά θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα της τιμωρίας ως αποτρεπτικού παράγοντα για τις επικίνδυνες ή αποκλίνουσες συμπεριφορές σε εφήβους.

Μια τρίτη μελέτη με επικεφαλής την φοιτήτρια Iva Dincheva και τον καθηγητή Francis Lee της Ιατρικής Σχολής Γουέιλ του Πανεπιστημίου Κορνέλ προσδιόρισε έναν νευροτροφικό παράγοντα προερχόμενο από τον εγκέφαλο, ένα μόριο που είναι γνωστό ότι ρυθμίζει την πλαστικότητα του εγκεφάλου και της μάθησης και αποτελεί το κλειδί για την εκμάθηση εμφάνισης φόβου σε επικίνδυνες καταστάσεις. Όταν ενήλικα ποντίκια τοποθετήθηκαν σε ένα κλουβί όπου υποβάλλονταν σε ένα ήπιο ηλεκτρικό σοκ στο πόδι, μάθαιναν να φοβούνται την τοποθέτησή τους στο κλουβί. Ωστόσο, τα έφηβα ποντίκια δεν έδειχναν φόβο όταν τοποθετούνταν ξανά στο κλουβί. Πάντως, προκαλεί ενδιαφέρον το γεγονός ότι, όταν τα ίδια ποντίκια επέστρεφαν στο κλουβί ως ενήλικα, εκδήλωναν φόβο. Οι Dincheva και Lee απέδειξαν ότι οι νευροτροφικοί παράγοντες είναι απαραίτητοι για να αναπτυχθεί η αντίδραση φόβου. Όταν οι επιστήμονες μείωσαν τεχνητά τους νευροτροφικούς παράγοντες, τα ποντίκια δεν έδειξαν φόβο ακόμη και ως ενήλικα – παρέμειναν ατρόμητα τόσο ως έφηβα όσο και ως ενήλικα. Με άλλα λόγια, για να υπάρξει φυσιολογική ανταπόκριση στα ερεθίσματα φόβου στα εφηβικά χρόνια (κάτι το οποίο συμβαίνει στους ενήλικες), απαιτείται η ενεργοποίηση των νευροτροφινών στον νεαρό εγκέφαλο όταν τα ερεθίσματα φόβου παρουσιάζονται για πρώτη φορά.

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε