Γράφει η Ζωή Χατζηθωμά

Το πρωί άνοιξα το παράθυρο, πόσους μήνες είχα να είμαι γενναιόδωρη με το φως, πάνε αιώνες από τότε που χάθηκες κι ας βρίσκεσαι στο διπλανό δωμάτιο. Πιθανόν και συ και να με ψάχνεις, γιατί κι εγώ χάθηκα κι ας κλαψουρίζω γι’αυτό. Όχι, όχι, δεν είναι τώρα ώρα για ευθύνες, μόνο που να, θέλω να ξέρεις ότι πεθύμησα τη λαχτάρα που είχε το βλέμμα σου στα πρώτα μας ραντεβού…και λαχταρώ κι εγώ τον χτύπο της καρδιάς μου, όταν έτρεχα στο μέρος σου, τόσο δυνατός, που νόμιζα ότι ακούγεται στους περαστικούς….Χαμογελώ τώρα και με τα δάχτυλά μου κάνω μηχανικές κινήσεις, αναζητώ τα μαλλιά σου, πόσο σε εκνεύριζε που σου τα ανακάτευα αλλά εγώ μέσα από την αφή εκείνη ζούσα.

Η μυρωδιά σου, μύριζες βασιλικό τότε, τουλάχιστον η δική μου μύτη αυτό καταλάβαινε. Θυμάσαι άραγε ακόμα πώς μυρίζει ο λαιμός μου; Χτυπά το ξυπνητήρι, ακούω στο βάθος το τηλέφωνο να κουδουνίζει και το μυαλό μου παίρνει φωτιά από θυμό και πείσμα. Αρνούμαι να εγκαταλείψω. Θα τρέξω τα χιλιάδες χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Έχω την ορμή μαραθωνοδρόμου. Θα σε κοιτάξω ασθμαίνοντας από την εξάντληση, θα σκουπίσω τον ιδρώτα μου στο μέτωπο και θα πέσω πάνω σου, άτσαλα, με την απειρία που κάνουν αγκαλιές οι έφηβοι. Θα »κουμπώσει» τέλεια η αγκαλιά σου στη δική μου. Να μη βρεις ποτέ άλλη τέτοια αγκαλιά….ναι, θα έρθω, τι είναι δα μερικές δρασκελιές παραπάνω στον έρωτα; Κάνε με να μη φοβάμαι. Εσύ μόνο το μπορείς. Η ξενιτιά δε βγάζει πουθενά. Μα…κοιτάζω τα πόδια μου, δεν έχω πόδια…Γίνεται μαραθωνοδρόμος χωρίς πόδια; Θα με περιμένεις; Μήπως άργησα; Μου είπες πως δεν σου αρέσει το έργο μας…Γίνεται να αλλάξουμε συμπρωταγωνιστές, να φτιάξουμε νέο θίασο, αλλά να αφήσουμε τους δυο πρωταγωνιστές, τι λες; Θα πάμε; Πού; Μη με ρωτάς. Παρακάτω, μα δεν ξέρω τον προορισμό. Σίγουρα ένα βήμα πέρα από τα όρια που έχουμε φυλακιστεί από συμβάσεις και συναισθήματα παγίδες.

Είναι κι αυτή η χρόνια σχέση με το »εγώ μας» που μας δηλητηρίασε σιγά σιγά. Όμως πλέον δε θα υπάρχουν χαμένοι, αφού μαζί θα είναι πιο εύκολο. Θα έχουμε τέσσερα χέρια και πόδια, τέσσερα μάτια…Σου λείπω το βράδυ; Συγνώμη, οι ερωτήσεις δεν είναι στους νέους κανονισμούς του παιχνιδιού. Όμως, αλλάζουν οι κανόνες; Ποιος τους ορίζει και ποιος τους μετατρέπει; Κι αν η έλξη έχει χαθεί, ο νόμος της δε θα είναι ματαιωμένος, υπάρχει και περιμένει την ώρα του να εφαρμοστεί. Μη στέκεσαι σαν άγαλμα.

Κοίτα να λύσουμε τις διαφορές μας σε ένα δεκάλεπτο, στο κρεβάτι, στο πάτωμα, με τα χέρια, τα δόντια, να ματώσουμε τα πρόσωπά μας και στις πλάτες μας, να αφήσουμε σημάδια λες και μας ξερίζωσαν τα φτερά. Δυο άγγελοι έκπτωτοι. Να πέσουμε χαμηλά και να σηκωθούμε χωρίς ντροπή, να γίνουμε μικροί θεοί μέσα από τον εξευτελισμό. Η φλέβα στο λαιμό σου…μου λείπει αυτή τη στιγμή. Δειλέ!…το έβαλες στα πόδια, δεν είσαι για μεγάλα πετάγματα. Μήπως εγώ δεν έκανα το ίδιο; Έχω θράσος τελικά! Ύστερα είναι και τα παιδιά μας. Κοίταξε τα, η Μελίνα έχει τα μάτια σου και ο Έκτορας το χρώμα των μαλλιών μου. Σε κανέναν άλλον άντρα δεν θα αντικρίσω αυτό το βλέμμα της κόρης μας. Και συ σε καμιά άλλη το φως από τα μαλλιά του γιου σου. Φεύγεις; Είσαι εδώ ακόμα. Βουβός. Έτσι μιλάς, με τη σιωπή. Κι εγώ να μη μπορώ να το καταλάβω αυτό ποτέ. Να θυμώνω, να ξεσπάω και συ χωρίς φωνή, άηχα όλα και αθόρυβα.

Ίσως εκεί να βρίσκεται το λάθος μας. Που δεν είπαμε έστω για μια φορά τι θέλουμε. Θες να σου δίνω χώρο και χρόνο να ηρεμείς. Εγώ ήθελα να μου λες ότι με αγαπάς. Για σένα ήταν αυτονόητο. Για μένα είναι προσευχή και ικεσία στη ζωή και ό,τι κάνει την επιβίωση να αξίζει. Σε ακούω να σιγοτραγουδάς στο διπλανό δωμάτιο: ήρθε η άνοιξη; Με άκουσες, το ξέρω πάντα με ακούς και δε μιλάς. Και να πρέπει να εξορύξω τη σκέψη σου, τα θέλω σου…Τι είμαι για σένα; Θυμάσαι άραγε ακόμα το κορίτσι στο τρίτο έτος της Νομικής και τα όνειρα που κάνατε μαζί περπατώντας στους δρόμους; Δεν είχατε λεφτά, μα είχατε τη σπίθα στα μάτια, που ήταν ικανή να κάψει όλη τη γη και ήσασταν ανίκητοι!

Είχες πει τότε ότι υπάρχει μόνο μία ευκαιρία και είναι μονόδρομος: η Ευτυχία! Θυμάσαι, μίλησε μου…; Κοίταξε με στα μάτια, χωρίς »μην», »δεν»,» ίσως»…με θάρρος, χωρίς ημίμετρα και δικαιολογίες. Σε έχω ανάγκη. Ούτε »λίγο», ούτε »πολύ», δεν έχει επιρρήματα η ανάγκη. Αγαπά το απόλυτο, όπως ο έρωτας! Το μαζί θέλει κόπο, αλλά ας μη βάλουμε το κλειδί για τη δική μας ευτυχία σε ξένη τσέπη. Η φθορά έρχεται, όχι όταν ο χρόνος περνάει, αλλά όταν εμείς προσπερνάμε τη ζωή. Η καρδιά θα δώσει τις απαντήσεις. Να σου πω ένα μυστικό; Όταν λες το όνομά μου, το λες διαφορετικά από ό,τι τα ονόματα των άλλων και νιώθω ασφάλεια, λες και προσέχεις το όνομά μου, όπως κανείς δεν το έχει καταφέρει. Αυτό δεν είναι τελικά η αγάπη; Μπορούμε;

Συγγραφέας Ζωή Χατζηθωμά

Η Ζωή Χατζηθωμά σπούδασε ελληνική κλασική φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχολογία. Θεωρεί όμως εξίσου σημαντικές σπουδές τις καλοκαιρινές νύχτες με τη γιαγιά στο χωριό,που κοίταζε τα αστέρια και προσπαθούσε να βλέπει αυτά που κρύβονται πίσω από αυτά. Από παιδί γράφει για να λυτρώνεται και να θυμάται να μην ξεχνά πως η ''ανοιχτή καρδιά'' δεν είναι κοινωνικό παράπτωμα! Είναι μητέρα μια κόρης και μέσα από τα παραμύθια της μαθαίνει ότι οι αγκαλιές διώχνουν τα σκοτάδια και οι δράκοι εξαφανίζονται.Την αλήθεια την ξέρει μόνο το φλύαρο αηδόνι την άνοιξη στο περβάζι και το κοχύλι στο αυτί μας στην ακροθαλασσιά. Προχωράμε κεντράροντας στο φως!

Δείτε όλα τα άρθρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
133 Shares
Share131
Pin1
+11
Tweet
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε