Του Δημήτρη Μιχελουδάκη

Μετά τη νηνεμία ήρθε η απρόσκλητη καταιγίδα. Καταιγίδα όμως, όχι αστεία, απ αυτές που σε ανατριχιάζουν σύγκορμα, που σου παγώνουν το σώμα και σου κάνουν ταμπούρλο την καρδιά. Ξάφνου βρέθηκα στο χωριό, κατά τι αλλαγμένο μου φάνηκε.

Δεν κοιμόμουν κι όμως ξύπνησα από ένα βαρύ – βαρύ ύπνο, σαν λήθαργος, έμοιαζε ψηλός και ακλόνητος ο μπαγάσας. Αφού συνήλθα διαπίστωσα ότι δεν υπήρχαν ρολόγια, πουθενά. Μα όλο το σπίτι σήκωσα όρθιο, κανένα πουθενά. Ούτε αυτά που είχε φυλαγμένα η γιαγιά στα συρτάρια για ενθύμιο από την εποχή που οι Ιταλοί ήταν στο χωρίο. Strano… Περίεργο.

Τέλος βρέθηκα στην πλατεία του ‘Αη Στέφανου και τι να δω, κάτω από την καμπάνα έλειπε το ρολόι, ξαφνικά πέρασαν αστραπιαία πίνακες του Dali από μπροστά μου σαν μεταλλαγμένοι ήταν, με άλλα παρδαλά χρώματα. Πολύ πράσινο και ροζ, φούξια και κίτρινο. Σαν να πέρασε ο Miro από την παρδαλή αγελάδα του Ζαρατούστρα και μεταστοιχείωσε τους πίνακες του Dali, κάτι τέτοιο, μια περίεργη μυρωδιά. Δεν θα την έλεγα άσχημη αλλά απ’ αυτές που σε τραβούν, πρωτότυπη και παρθένα.

Ρώτησα στο καφενείο καθώς κατέβηκα τα σκαλοπάτια που οδηγούν από την εκκλησία στον κεντρικό δρόμο. ‘’Τι είναι αυτό κανένα μοντέρνο μαραφέτι;‘’ αναφώνησε ένας παππούς με τραχύ μουστάκι και βλέμμα. Μα καλά δεν ξέρουν τα ρολόγια εδώ, πως γίνεται;

Πως ξέρουν λοιπόν τι ώρα πρέπει να ξυπνήσουν, τι ώρα πρέπει να πάνε στη δουλειά, την ώρα για να τηλεφωνήσουν στα αγαπημένα τους πρόσωπα, τι ώρα που πρέπει να πάνε βόλτα και να γυρίσουν απ αυτή, τι ώρα πρέπει να είναι στο κρεβάτι για να κοιμηθούν, δεν μπορεί κάποιο λάθος γίνεται εδώ, σκέφτηκα.

Μου πήρε πολύ χρόνο (χρόνο; τέλος πάντων!) αλλά κατάλαβα πόσο ελεύθεροι είναι αυτοί οι άνθρωποι, πόσο ελεύθερο αέρα έχει το χωριό. Κάνουν αυτό που θέλουν χωρίς πρόγραμμα και πρέπει. Χωρίς τον ψυχαναγκασμό του χρονομέτρου, στο χωριό οι άνθρωποι είναι συνεπής με τον εαυτό τους, όχι μ’ αυτά τα δύο μαραφέτια, τον λεπτοδείκτη και τον άλλον παραδίπλα του. Όταν τους το πει η καρδιά τους και η όρεξη τους, τον εαυτό τους εμπιστεύονται μόνο.

Σαν πίνακας μου φάνηκε πάλι, με ένα σκύλο που καθοδηγούταν από ένα λουρί, αλλά όπου σκύλος ήταν ο άνθρωπος και όπου λουρί το ρολόι στον καρπό του. Όμως τώρα τι τα θέλω αυτά; Στο χωριό δεν έχει ρολόγια, έχει καρδιές. Δεν έχει πρέπει, έχει θέλω, λαχταρώ, αγαπώ…

Συγγραφέας Δημήτρης Μιχελουδάκης

Είμαι νοσηλευτής ψυχικής υγείας και γράφω όποτε προλαβαίνω τις σκέψεις μου. Άμα δεν τις προλάβεις αυτούσιες όταν σου χτυπούν την πόρτα , δεν ξαναγυρνούν . Έχουν τον δικό τους εγωισμό . Δικός μου στόχος είναι η απαλοιφή οποιασδήποτε διάκρισης , στίγματος ή κατηγοριοποίησης μεταξύ των ανθρώπων.

Δείτε όλα τα άρθρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε