Ο διαβήτης μπορεί να αποφευχθεί, να θεραπευτεί και να αντιστραφεί

Ο διαβήτης αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Με βάση τις τρέχουσες τάσεις, ένα στα τρία παιδιά που γεννιούνται σήμερα αναμένεται να εμφανίσει την ασθένεια. [I] Η ασθένεια αυτή πλήττει ήδη πάνω από το 1/4 του 1 δισεκατομμυρίου ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Στις ΗΠΑ, η αντίσταση στην ινσουλίνη και ο προδιαβήτης (επίσης γνωστός ως μεταβολικό σύνδρομο και σύνδρομο Χ) επηρεάζουν άλλα 79 εκατομμύρια ενήλικες. [Ii]

Τα αυξανόμενα ποσοστά των καρδιαγγειακών παθήσεων και των ασθενειών του εγκεφάλου, ο καρκίνος, η απώλεια όρασης, η ανικανότητα και ο ακρωτηριασμός είναι επιπλοκές που οφείλονται στον διαβήτη. Στους 3 ανθρώπους με διαβήτη, οι 2 θα πεθάνουν νωρίς από καρδιαγγειακή νόσο ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Σήμερα, ο διαβήτης είναι η κύρια αιτία των καρδιαγγειακών παθήσεων των εγκεφαλικών επεισοδίων καθώς επίσης και η 7η πιο συνηθισμένη αιτία θανάτου. (ii) Ωστόσο, όπως θα διαβάσετε σε αυτό το άρθρο, είναι και αποτρέψιμος και θεραπεύσιμος.

Η επιδημιολογία του διαβήτη επιβεβαιώνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι τρώνε υπερβολικά αλλά χωρίς να λαμβάνουν τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία, έχουν υπερδιέγερση και υπολειτουργούν, είναι υπερβολικά στρεσαρισμένοι και μη προσαρμοστικοί.

Στην ουσία, ο διαβήτης είναι ένα σφάλμα στη μετατροπή του σακχάρου του αίματος σε ενέργεια. Το σφάλμα στον διαβήτη τύπου 1 οφείλεται στην αποτυχία παραγωγής ινσουλίνης από το πάγκρεας, τον ενδοκρινή αδένα που είναι επίσης η πηγή των πεπτικών ενζύμων. Στον διαβήτη τύπου 2, το σφάλμα οφείλεται στη μη φυσιολογική αντίδραση στην ινσουλίνη κατά την οποία τα κύτταρα του σώματος δεν είναι σε θέση να λάβουν τη γλυκόζη που χρειάζονται για τις βασικές μεταβολικές λειτουργίες. Αυτό προκαλεί υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά. Και στους 2 τύπους υπάρχει μειωμένη πρόσληψη γλυκόζης, αν και οι μηχανισμοί είναι διαφορετικοί.

Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε ορισμένους λιγότερο αποδεκτούς προγενέστερους ή αιτιώδεις παράγοντες του διαβήτη, όπως οι παρακάτω:

• Όξινες δίαιτες και άλλες αιτίες που προκαλούν μεταβολική οξέωση των κυττάρων.

• Καθυστερημένες αλλεργίες (υπερευαισθησίες) που επιβαρύνουν το ανοσοποιητικό σύστημα.

• Το γλυκαιμικό φορτίο ως αποτελεσματική μέθοδο μέτρησης του τρόπου που τα τρόφιμα επηρεάζουν το σάκχαρο του αίματος.

Όξινη/αλκαλική ισορροπία και διαβήτης

Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στη Σχολή Επιστημών Υγείας των ΗΠΑ έδειξαν ότι οι όξινες δίαιτες παίζουν καθοριστικό ρόλο στα χρόνια αυτοάνοσα νοσήματα συμπεριλαμβανομένου του διαβήτη. Κατά τη διάρκεια των 2 τελευταίων δεκαετιών, οι μελέτες που έγιναν από την ομάδα μας προσδιόρισαν την προσέγγισή μας όσον αφορά την όξινη-αλκαλική ισορροπία και έδωσαν ελπίδες μέσω της Αλκαλικής Διατροφής.

Η Αλκαλική Διατροφή είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που περιλαμβάνει όλα όσα οι άνθρωποι τρώνε, πίνουν, σκέφτονται και πράττουν. Αν και ο βασικός στόχος αυτού του άρθρου αφορά τις διατροφικές πτυχές του προγράμματος, η προσέγγιση περιλαμβάνει επίσης τη διαχείριση του άγχους και την αποκατάσταση της σωματικής δραστηριότητας, την εύρεση μιας δουλειάς με ουσιαστικό νόημα, τις υγιείς σχέσεις και την αλληλεπίδραση με την κοινότητα και το περιβάλλον. Ανακαλύψαμε ότι όσο μεγαλύτερο στρες βιώνει κάποιος, τόσο περισσότερο επιβαρύνεται το ανοσοποιητικό σύστημα του σώματος και αυξάνεται η παραγωγή μεταβολικού οξέος.

Η διατροφή αποτελεί μια άλλη σημαντική πηγή μεταβολικής οξέωσης. Όταν η δίαιτα δεν παρέχει επαρκή μεταλλικά στοιχεία για τη ρύθμιση των μεταβολικών οξέων, τα αλκαλικά αποθέματα των κυττάρων εξαντλούνται σταδιακά, συνήθως με το πέρασμα των δεκαετιών. [Iii] [IV] Η έλλειψη αυτής της ρύθμισης και των μεταλλικών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια ενδοκυτταρική μεταβολική οξέωση. Η περίσσεια οξέος στα κύτταρα εμποδίζει την παραγωγή ενέργειας και μειώνει την ικανότητα ασφαλούς αποβολής των τοξινών από τα κύτταρα.

Όξινη διατροφή θεωρείται εκείνη στην οποία πάνω από το 25% των θερμίδων προέρχεται από λίπος και η συνολική ημερήσια πρόσληψη πρωτεϊνών είναι πάνω από 75 γραμμάρια [v]. Όταν το λίπος και η πρόσληψη πρωτεϊνών είναι μεγαλύτερα από τις ανάγκες του σώματος, υπάρχει μείωση των ινών και των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών. [Vi] Αυτό οδηγεί σε μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο τρέφεται υπερβολικά, αλλά χωρίς να λαμβάνει τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία.

Η Αλκαλική Διατροφή έχει σχεδιαστεί για να εξουδετερώνει τα επιπλέον μεταβολικά οξέα που παράγονται στο σώμα καθημερινά παρέχοντας επαρκή επίπεδα μεταλλικών στοιχείων και άλλων βιοχημικών ρυθμιστών. Μια μεταβολικά αλκαλική δίαιτα αποτελείται από τρόφιμα που έχουν ρυθμιστική επίδραση στην κυτταρική χημεία. [Vii] Αυτό μπορεί να διαφέρει από τη χημεία των υπολειμμάτων τέφρας των τροφίμων. [Viii] Για παράδειγμα, τα εσπεριδοειδή είναι αλκαλοποιητικά επειδή η διαδικασία του μεταβολισμού τους παράγει διπλάσιους ρυθμιστές διττανθρακικών, αφού στα συγκεκριμένα τρόφιμα υπάρχει οξύ. [ix] Αυτό σημαίνει ότι τα εσπεριδοειδή και όλα τα άλλα παρόμοια τρόφιμα είναι όξινα πριν από την κατανάλωση, αλλά γίνονται αλκαλικά μέσα στο σώμα.

Η προσέγγισή μας περιλαμβάνει τον συνδυασμό μιας θρεπτικής και πλούσιας σε φυτικές ίνες διατροφής που θα ενισχύσει την υγεία με ειδικά συμπληρώματα τα οποία θα βασίζονται στις ανάγκες του κάθε ατόμου ξεχωριστά. [X] Προτεραιότητα δίνεται στα τοπικά βιολογικά ή βιοδυναμικά τρόφιμα που έχουν ωριμάσει μόνα τους. Το «σκληρό» νερό που είναι πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία και τα ροφήματα που παρασκευάζονται με αυτό το νερό ολοκληρώνουν το πρόγραμμα.

Η μεταβολική οξέωση προηγείται του προδιαβήτη

Μια πρόσφατη ιαπωνική μελέτη επικεντρώθηκε στο θέμα της βέλτιστης διατροφής. Ερευνητές από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Διατροφής στο Τόκιο εντόπισαν τις επιπτώσεις της μεταβολικής οξέωσης στον καρδιαγγειακό και μεταβολικό κίνδυνο. [Xi] Στη μελέτη αξιολογήθηκε η υγεία περισσότερων από 1.000 γυναικών ηλικίας 18-22 ετών και βρέθηκε ότι το υψηλό ποσοστό πρωτεϊνών και τα χαμηλά επίπεδα μεταλλικών στοιχείων οδηγούν σε μεταβολική οξέωση. Η έρευνα ανέφερε ότι οι όξινες δίαιτες συνδέονται με την αύξηση του καρδιαγγειακού μεταβολικού κινδύνου λόγω:

• υψηλής πίεσης του αίματος

• αυξημένης ολικής χοληστερίνης και LDL χοληστερίνης

• αυξημένου δείκτη μάζας σώματος (BMI) και περιμέτρου μέσης

Οι παραπάνω δείκτες περιλαμβάνονται επίσης ανάμεσα στους 5 κορυφαίους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης προδιαβήτη. Αυτό σημαίνει ότι η όξινη δίαιτα είναι η κύρια αιτία του προδιαβήτη. Οι γιατροί συσχετίζουν την προδιαβητική αντίσταση στην ινσουλίνη με 5 σχετικά κριτήρια: υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία), σπλαχνική παχυσαρκία (με βάση την αναλογία ύψους και περιμέτρου της μέσης και με τον Δείκτη Μάζας Σώματος 30 ή παραπάνω να θεωρείται παχυσαρκία), αυξημένα τριγλυκερίδια, χαμηλή HDL-χοληστερίνη και υπέρταση. Κάθε ένα από αυτά τα κριτήρια αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου. [Xii]

Αυτοεξέταση της αλκαλικής κατάστασης του σώματος

Η μεταβολική οξέωση δείχνει έλλειψη μεταλλικών στοιχείων, όπως κάλιο, μαγνήσιο και ψευδάργυρο, τα οποία είναι απαραίτητα για να ρυθμιστούν και να απομακρυνθούν με ασφάλεια τα υπερβολικά οξέα από το σώμα. Καθώς τα μεταλλικά στοιχεία εξαντλούνται, ο κίνδυνος βλάβης των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος αυξάνεται.

Τη νύχτα, ενώ κοιμόμαστε, το σώμα συνήθως επικεντρώνεται στην απέκκριση των υπερβολικών οξέων. [Xiii] Η ικανότητα ποικίλλει ανάλογα με το φορτίο των τοξινών και την ικανότητα του κάθε ατόμου για την παραγωγή ενέργειας καθώς και της αδρανοποίησης και απέκκρισης των τοξινών. [Xiv] Μπορείτε να παρακολουθείτε τη δική σας όξινη/αλκαλική κατάσταση χρησιμοποιώντας τις ειδικές δοκιμαστικές ταινίες.

Η χρήση αυτών των τεστ για την αξιολόγηση των πρώτων πρωινών ούρων είναι μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο μέτρησης της μεταβολικής οξέωσης, των αποθεμάτων των μεταλλικών στοιχείων του σώματος και της όξινης/αλκαλικής κατάστασης. [Xv] Μόνο τα πρώτα πρωινά ούρα ύστερα από 6 ή περισσότερες ώρες ανάπαυσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μέτρηση του κινδύνου μεταβολικής οξέωσης. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις το pH των ούρων επηρεάζεται με πολλούς άλλους τρόπους συμπεριλαμβανομένου του βαθμού και της έντασης της πνευματικής ή σωματικής εργασίας, καθώς και των διατροφικών παραγόντων που επηρεάζουν το αποτέλεσμα. [Xvi]

Χρησιμοποιείστε μόνο δοκιμαστικές ταινίες υψηλής ευαισθησίας με pH 5,5-8,5. Το 7,0 υποδηλώνει ουδέτερη κατάσταση, ούτε όξινη ούτε αλκαλική. [Xvii] Τα πρώτα πρωινά ούρα θα πρέπει να κυμαίνονται από 6,5 ως 7.5. (ix) Οι τιμές κάτω από αυτό το εύρος θεωρούνται όξινες και οι τιμές πάνω από αυτό είναι αλκαλικές. Το ουδέτερο ή ελαφρώς όξινο pH ούρων μετά από ανάπαυση δείχνει ότι το συνολικό κυτταρικό pH είναι κατάλληλα αλκαλικό επειδή τα μικρά ποσά των μεταβολικών οξέων έχουν συμπυκνωθεί για ευκολότερη απέκκριση.

Οι αλλεργίες, οι ευαισθησίες και ο διαβήτης

Οι αλλεργίες είναι δυνητικά ένας άλλος βασικός παράγοντας εμφάνισης διαβήτη. Οι οξείες ή οι καθυστερημένες αλλεργίες (υπερευαισθησίες) είναι οι πιθανές ανοσολογικές αντιδράσεις σε συγκεκριμένα τρόφιμα, χημικά ή ρύπους. Για δεκαετίες, η συμβατική προσέγγιση των αλλεργιών είχε επικεντρωθεί στις άμεσες αλλεργικές αντιδράσεις, οι οποίες προκαλούνται από τα αντισώματα της ανοσοσφαιρίνης Ε (IgE). Αυτά τα αντισώματα αποτελούν μια μορφή «πυρομαχικών» που το σώμα μας χρησιμοποιεί όταν χρειάζεται να μας προστατεύσει από τα μικρόβια και τα αλλεργιογόνα.

Οι αντιδράσεις των αντισωμάτων IgE μπορεί να προκαλέσουν από μια ακίνδυνη κνίδωση μέχρι θανατηφόρο αναφυλακτικό σοκ. Οκτώ είδη τροφίμων είναι υπεύθυνα για πάνω από το 90% των άμεσων και ισχυρών αλλεργικών αντιδράσεων: το γάλα, τα αυγά, τα φιστίκια, τα καρύδια, τα ψάρια, τα οστρακοειδή, η σόγια και το σιτάρι. [Xviii] Μια πρόσφατη μελέτη στις ΗΠΑ έδειξε 18% αύξηση των τροφικών αλλεργιών στα παιδιά κατά τη δεκαετία από το 1990 ως το 2000. [xix] Αυτές οι αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνουν τα μεταβολικά οξέα που παράγονται στο σώμα.

Οι γιατροί ολιστικής προσέγγισης έχουν επίσης επικεντρωθεί στον ρόλο που παίζουν οι καθυστερημένες υπερευαισθησίες στα χρόνια προβλήματα υγείας. Συνήθως, αυτές οι ευαισθησίες προκαλούνται από αντιδράσεις της ανοσοσφαιρίνης G (IgG). Τα πλασματοκύτταρα είναι τα εργοστάσια που παράγουν αντισώματα βραχυπρόθεσμα (IgM), μακράς διαρκείας (IgG) και αντισώματα που βρίσκονται στη βλέννα (IgA). Η μακροχρόνια μνήμη των αντισωμάτων μπορεί να είναι χρήσιμη και να λειτουργεί προστατευτικά ή να είναι αντιδραστική και βλαβερή, ανάλογα με την κατάσταση του ατόμου. Όταν είμαστε υγιείς, οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί αυτο-εξισορρόπησης δημιουργούν ωφέλιμα, εξουδετερωτικά αντισώματα. Όταν είμαστε στενοχωρημένοι, δημιουργούνται αντισώματα που προκαλούν συμπτώματα.

Οι καθυστερημένες ευαισθησίες αυξάνουν τα επίπεδα ανεπάρκειας αποκατάστασης των βλαβών εντός του σώματος οδηγώντας σε υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής. Αυτό συμβάλλει σε διάφορες ασθένειες, όπως παθήσεις στις αρθρώσεις, έκζεμα και πεπτικές διαταραχές. Δεδομένου ότι αυτές οι αντιδράσεις είναι καθυστερημένες, τα συμπτώματα γίνονται εμφανή μόνο ύστερα από ώρες ή και εβδομάδες μετά την έκθεση σε συγκεκριμένες ουσίες. Κατά συνέπεια, είναι δύσκολο (και σχεδόν αδύνατο μερικές φορές) να προσδιοριστούν οι ουσίες στις οποίες υπάρχει αντίδραση με βάση το ιστορικό και μόνο.

Τα τεστ για τις αλλεργίες ποικίλλουν ανάλογα με τον τύπο των αντισωμάτων και τα αλλεργιογόνα που εξετάζονται. Τα αντισώματα IgE σχετίζονται με οξείες ισταμινικές αντιδράσεις, ενώ τα αντισώματα IgG μεταφέρουν τη μακροπρόθεσμη μνήμη των καθυστερημένων ανοσολογικών αντιδράσεων. Τα τεστ των αντισωμάτων IgG μετρούν την παρουσία ή την απουσία των αντισωμάτων. Ωστόσο, δεν είναι σε θέση να διακρίνουν τα χρήσιμα από τα βλαβερά αντισώματα.

Τα πιο καινούρια προγνωστικά τεστ, όπως τα τεστ απόκρισης λεμφοκυττάρων (LRA) συνιστώνται επειδή ανιχνεύουν μόνο τα αντισώματα που αντιδρούν, γεγονός που δείχνει πραγματική επιβάρυνση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα LRA από την εταιρεία ELISA/ACT αποτελούν μια σημαντική ανακάλυψη στα λειτουργικά τεστ για τις καθυστερημένες αλλεργικές αντιδράσεις, επειδή στοχεύουν διάφορους τύπους ανοσολογικών αντιδράσεων που δεν μπορούν να διακριθούν από τα συνήθη συστήματα ανίχνευσης: τα αντισώματα, τα ανοσοσύμπλοκα και την άμεση απόκριση των Τ-λεμφοκυττάρων.

Καθυστερημένες αλλεργίες και διαβήτης

Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε από τη Σχολή Σπουδών Υγείας αξιολόγησε τη σύνδεση ανάμεσα στον σακχαρώδη διαβήτη και την ευαισθησία σε ορισμένα τρόφιμα και περιβαλλοντικά αλλεργιογόνα. Όταν υπάρχει αντίσταση στην ινσουλίνη και υπερευαισθησία, επιβαρύνεται σημαντικά το ανοσοποιητικό σύστημα και παράγονται υπερβολικά μεταβολικά οξέα. Προκειμένου να αξιολογηθεί το στρες στο ανοσοποιητικό σύστημα, οι συμμετέχοντες έκαναν το τεστ LRA [xx] για να διαπιστωθεί η αντίδραση σε περισσότερες από 400 ουσίες. Το τεστ αυτό έχει αξιοπιστία κι αναπαραγωγιμότητα μεγαλύτερη από 97% σε τυφλές δοκιμές ξεχωριστών δειγμάτων. [Xxi]

Στη μελέτη συμμετείχαν 27 άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και 26 με διαβήτη τύπου 2. Σε κάθε ομάδα, οι μισοί ασθενείς επιλέχθηκαν τυχαία κι έκαναν το τεστ για την καθυστερημένη ευαισθησία. Η ομάδα ελέγχου του κάθε γκρουπ δεν έκανε κανένα τεστ, αλλά δόθηκαν διατροφικές συμβουλές και ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να αποφύγουν ορισμένα τρόφιμα (χωρίς ιδιαίτερη γνώση για τα τρόφιμα στα οποία θα μπορούσαν να παρουσιάσουν αντίδραση).

Μόλις οι συμμετέχοντες έλαβαν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης σχετικά με τα τρόφιμα και τις χημικές ουσίες που αποτελούσαν την αιτία της ευαισθησίας τους, διδάχτηκαν τον τρόπο για να υιοθετήσουν μια υποαλλεργική, τονωτική και πλούσια σε θρεπτικά συστατικά διατροφή. Η δίαιτα ήταν εξατομικευμένη ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε συμμετέχοντα. Αυτό σήμαινε ότι κατανάλωναν μια ευρεία ποικιλία ολοκληρωμένων τροφών σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους επιλέγοντας από όσα τρόφιμα είχε αποδειχτεί ότι δεν παρουσίαζαν αντίδραση. Περίπου το 80% των τροφίμων που κατανάλωναν περιλάμβανε αλκαλοποιητικά φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής αλέσεως.

Παρέμβαση

Η ομάδα που έκανε το τεστ των αντιγόνων, παρακολουθούσε επίσης 2 φορές την εβδομάδα συναντήσεις με εξειδικευμένους διατροφολόγους, οι οποίοι παρείχαν συνεχή καθοδήγηση προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμετέχοντες να εφαρμόσουν εξατομικευμένα προγράμματα διατροφής. Τα συμπληρώματα διατροφής περιλάμβαναν αντιοξειδωτικά, βιταμίνες, μέταλλα και άλλα απαραίτητα συστατικά. [Xxii] Στους συμμετέχοντες δόθηκαν επίσης οδηγίες να αποφύγουν την έκθεση σε ασυνήθιστες ή κρυφές πηγές αντιγόνων από τα τρόφιμα ή τις περιβαλλοντικές χημικές ουσίες στις οποίες βρέθηκε ότι παρουσίαζαν αντίδραση.

Οι ομάδες ελέγχου παρακολούθησαν ξεχωριστές συνεδρίες υποστήριξης στις οποίες οι διατροφολόγοι παρείχαν συμβουλές σύμφωνες με τις οδηγίες της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας για τον έλεγχο της κατανάλωσης ζάχαρης. Ο μακροχρόνιος γλυκαιμικός έλεγχος αξιολογήθηκε κατά τη διάρκεια της 6μηνης μελέτης και στις 2 ομάδες με μια εξέταση αίματος για τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης A1c (HbA1c), έναν βασικό δείκτη του διαβήτη.

Αντίδραση

Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα τεστ αντιγόνων έδειξαν μεγαλύτερη αντίδραση σε όσους έπασχαν από διαβήτη τύπου 1 παρά από διαβήτη τύπου 2 (βλέπε Εικόνα). Η πιο συνηθισμένη αιτία αντίδρασης του ανοσοποιητικού συστήματος ήταν το παστεριωμένο γάλα αγελάδας, το οποίο οδήγησε σε υπερευαισθησία το 69% των ατόμων με διαβήτη τύπου 2 και το 28% των ατόμων με διαβήτη τύπου 1. Τα πρόσθετα τροφίμων και οι χημικές ουσίες στο περιβάλλον ήταν άλλες σημαντικές αιτίες επιβάρυνσης του ανοσοποιητικού συστήματος.

Diabetes Factors

Εικόνα. Οι καθυστερημένες αλλεργίες σε άτομα με διαβήτη τύπου 1 και διαβήτη τύπου 2.

(Αξιολόγηση με τεστ LRA από το εργαστήριο ELISA/ACT στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.BetterLabTestsNow.com)

Βελτίωση

Διαβήτης τύπου 1

• Οι 11 από τους 14 ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 παρουσίασαν μειωμένα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) επιτυγχάνοντας έτσι ένα ποσοστό αποδεκτό από την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία.

• Σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι 6 από τους 14 ασθενείς παρουσίασαν μείωση των επιπέδων της HbA1c μεγαλύτερη από 1 mg / dl, ενώ μόνο 3 από τους 11 ασθενείς των ομάδων ελέγχου παρουσίασαν αυτό το ποσοστό μείωσης.

Διαβήτης τύπου 2

• Η μείωση των μέσων επιπέδων της HbA1c ήταν σημαντική στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, δηλαδή πάνω από 13% έναντι της λιγότερο από 3% μείωσης στην ομάδα ελέγχου.

• Τα μέσα επίπεδα ινσουλίνης μειώθηκαν κατά 18% στους ασθενείς που έκαναν το τεστ σε σύγκριση με το ποσοστό 12% στις ομάδες ελέγχου.

Τροφή για σκέψη

Τα τρόφιμα που προκαλούν αντίδραση και οι χημικές ουσίες παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση του διαβήτη ενεργοποιώντας μια χρόνια πίεση στο ανοσοποιητικό σύστημα. [Xxiii] Προκαλούν ενδιαφέρον τα ευρήματά μας σχετικά με την υψηλότερη ανοσολογική αντίδραση των ασθενών με διαβήτη τύπου 2 στα γαλακτοκομικά προϊόντα από παστεριωμένο αγελαδινό γάλα σε σύγκριση με τα άτομα από τις ομάδες ελέγχου. Διάφορες μελέτες έχουν αναφέρει σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση παστεριωμένου γάλακτος και την αντίσταση στην ινσουλίνη. [Xxiv] [xxv] Οι συνθετικές ορμόνες που χρησιμοποιούνται στα βοοειδή και που βρίσκονται συνήθως στο γάλα που κυκλοφορεί στο εμπόριο είναι ένας επιπλέον ξεχωριστός παράγοντας κινδύνου. [Xxvi]

Σε αυτή τη μελέτη, ανακαλύψαμε ότι ο έλεγχος του ανοσοποιητικού συστήματος βελτιώθηκε με τη μείωση της ανοσολογικής πίεσης μέσω της παροχής επαρκών θρεπτικών συστατικών και της μείωσης των νευροορμονικών προβλημάτων (αποφεύγοντας ορισμένα αλλεργιογόνα, όπως το αγελαδινό γάλα).

Το σκεπτικό για την υιοθέτηση μιας διατροφής που δεν θα προκαλεί ανοσολογική αντίδραση

Λόγω της ικανότητας των αλλεργιογόνων τροφίμων να προκαλούν εθισμό, τα τεστ ευαισθησίας αποκτούν διπλή σημασία. Στις αλλεργικές αντιδράσεις και ευαισθησίες προκαλείται μια σχεδόν άμεση αίσθηση ανακούφισης όταν καταναλώνεται μια αλλεργιογόνος τροφή, επειδή τα συμπτώματα που προκαλούν τα αντισώματα εξουδετερώνονται προσωρινά από τη λήψη πεπτικών αντιγόνων. Χωρίς τη γνώση της καθυστερημένης ευαισθησίας, ένα άτομο μπορεί να συνεχίσει να καταναλώνει τακτικά τρόφιμα που προκαλούν ανοσολογική αντίδραση.

Όταν οι άνθρωποι παρουσιάζουν ανοσολογική αντίδραση στη γλουτένη ή σε οποιοδήποτε μέρος του σιτάλευρου, οι ανοσοποιητικές και μεταβολικές αντιδράσεις συχνά προκαλούν έντονες αυξήσεις και μειώσεις του σακχάρου. [Xxvii], [xxviii] Ο διαβήτης και η κοιλιοκάκη συνυπάρχουν πιο συχνά απ’ όσο θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός. Και τα 2 περιλαμβάνουν αυτοάνοση αντίδραση σε δημητριακά που περιέχουν γλουτένη, όπως το σιτάρι, το κριθάρι, η βρώμη, το αλεύρι καμούτ, το αλεύρι τεφ, η όλυρα και η σίκαλη, αν και οι τύποι γλουτένης σε κάθε δημητριακό είναι ανοσολογικά διακριτοί.

Μία από τις μεταβλητές αυτών των ευαισθησιών είναι η εντερική διαπερατότητα (επίσης γνωστή ως Σύνδρομο Διαρρέοντος Εντέρου). Η υπερδιαπερατότητα συνήθως οφείλεται στην κακή πέψη και την ανεπαρκή επιδιόρθωση των βλαβών ενώ πλέον συχνά συνδέεται με τον διαβήτη. Η ελαχιστοποίηση των διατροφικών αλλεργιογόνων είναι ένα σημαντικό βήμα για τη μείωση της εντερικής υπερδιαπερατότητας μέσω της ενίσχυσης του ανοσοποιητικού συστήματος και των μηχανισμών επιδιόρθωσης.

Γλυκαιμικό φορτίο κι όχι γλυκαιμικός δείκτης

Ένας τρίτος σημαντικός παράγοντας εμφάνισης διαβήτη είναι το επίπεδο των υδατανθράκων στη διατροφή. Οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες έχουν συνδεθεί με τον διαβήτη σε πολλές μελέτες συμπεριλαμβανομένης της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Ο Walter Willett και η ομάδα του επανεξέτασαν στοιχεία από 3 μεγάλες μελέτες που διήρκεσαν πάνω από 5 χρόνια και συμμετείχαν περισσότεροι από 150.000 επαγγελματίες υγείας. [Xxix] Σε όλες τις μελέτες, τα τρόφιμα που είναι πιο πιθανό να προκαλέσουν διαβήτη ήταν οι επεξεργασμένοι υδατάνθρακες, δηλαδή το λευκό ψωμί, το λευκό ρύζι, οι τηγανητές πατάτες και τα ζαχαρούχα ανθρακούχα αναψυκτικά.

Οι συγκεκριμένοι απλοί υδατάνθρακες διασπώνται γρήγορα και απελευθερώνουν γρήγορα γλυκόζη στο αίμα χωρίς τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται για να μεταβολιστούν προκαλώντας έτσι μεγάλες διακυμάνσεις του σακχάρου. Οι σύνθετοι υδατάνθρακες διασπώνται αργά κατά τη διάρκεια του μεταβολισμού απελευθερώνοντας σταθερά γλυκόζη χωρίς να υπάρχει ταχεία αλλαγή στα επίπεδα του σακχάρου.

Γλυκαιμικός δείκτης

Ο γλυκαιμικός δείκτης (GI) αποτελεί έναν τρόπο μέτρησης των επιπτώσεων των υδατανθράκων στα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Όλα τα τρόφιμα που προκαλούν ταχεία αύξηση των επιπέδων σακχάρου έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη (GI). Επιπλέον, ο GI συχνά αντικατοπτρίζει τη θρεπτική αξία των τροφίμων. Τα επεξεργασμένα τρόφιμα έχουν συνήθως υψηλότερο GI και διαθέτουν λιγότερα θρεπτικά συστατικά, δεδομένου ότι οι θρεπτικές ουσίες έχουν αφαιρεθεί κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας.

Ο GI της τάξεως του 70 ή περισσότερο θεωρείται υψηλός, μεταξύ 56-69 μέτριος και γύρω στο 55 ή λιγότερο χαμηλός. Η σύγκριση του γλυκαιμικού δείκτη των τροφίμων στη φυσική τους κατάσταση με εκείνον των ίδιων τροφίμων μετά την επεξεργασία τους, μας δίνει μια εικόνα της θρεπτικής τους αξίας. Για παράδειγμα, οι νιφάδες καλαμποκιού έχουν κατά μέσο όρο γλυκαιμικό δείκτη 81, ενώ το μαγειρεμένο καλαμπόκι έχει μέσο όρο 52. Ομοίως, ο δείκτης του στιγμιαίου πουρέ είναι 87, ενώ για τις πατάτες νέας σοδειάς είναι 54. [xxx] Μια υγιεινή διατροφή περιλαμβάνει τρόφιμα που έχουν GI 55 ή λιγότερο. Τα τρόφιμα που έχουν χαμηλότερο GI θεωρείται ότι διαθέτουν «υπογλυκαιμική φειδωλότητα» επειδή αυξάνουν το σάκχαρο του αίματος σταδιακά και επομένως απαιτούν λιγότερη ινσουλίνη.

Ένας σημαντικός περιορισμός του δείκτη είναι η μεγάλη μεταβλητότητα του ποσοστού διατροφικής αξίας στους διάφορους πολιτισμούς καθώς και τις διάφορες ερευνητικές ομάδες. Επιπλέον, ο βαθμός στον οποίο κάποια τροφή αυξάνει το σάκχαρο στο αίμα μπορεί να ποικίλει από άτομο σε άτομο, ανάλογα με τον βαθμό και τον τύπο της ανοσολογικής αντίδρασης.

Ένα παράδειγμα αυτής της σύγχυσης αντικατοπτρίζεται σε ορισμένα άρθρα σχετικά με τον γλυκαιμικό δείκτη που δημοσιεύτηκαν από μια αυστραλιανή ερευνητική ομάδα. [Xxxi] Το 2008, οι ερευνητές ανέλαβαν το δύσκολο έργο του συσχετισμού όλων των δεδομένων που αφορούσαν τον δείκτη σε ένα ενιαίο σύνολο κατευθυντήριων γραμμών. [XXIX] Παρ’ όλο που οι πληροφορίες που συγκέντρωσαν θεωρητικά ήταν χρήσιμες, ορισμένα από τα ευρήματά τους ήταν διαμετρικά αντίθετα με άλλα ευρήματα της έρευνας κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών.

Για παράδειγμα, οι πίνακες που έφτιαξαν έδειχναν υψηλό δείκτη για τα προϊόντα ολικής άλεσης και χαμηλό για τα επεξεργασμένα ζυμαρικά σε αντίθεση με παλαιότερες εκτιμήσεις. Οι συγγραφείς δεν έδωσαν καμία εξήγηση γι’ αυτή την αλλαγή. Τα συμπεράσματά τους ήρθαν σε αντίθεση με μια μεγάλη μελέτη από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, στην οποία αναφερόταν ότι όσοι έτρωγαν δημητριακά ολικής αλέσεως είχαν 25% λιγότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν διαβήτη. [Xxxii]

Ένας άλλος περιορισμός είναι ότι ο GI χρησιμοποιείται περισσότερο στις ολοκληρωμένες τροφές. Δεν είναι όμως ιδιαίτερα χρήσιμος ή μπορεί ακόμα και να προκαλεί μπέρδεμα όταν εφαρμόζεται σε επεξεργασμένα τρόφιμα και ποτά. Επιπλέον, ο δείκτης δεν λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της μερίδας. Μια μεγάλη μερίδα τροφίμων χαμηλού δείκτη μπορεί να περιλαμβάνει μεγάλο γλυκαιμικό φορτίο και άρα μεγαλύτερη ανάγκη για ινσουλίνη.

Γλυκαιμικό φορτίο

Το γλυκαιμικό φορτίο (GL) αποτελεί μια πιο προηγμένη μέθοδο για την εκτίμηση των επιπτώσεων της κατανάλωσης υδατανθράκων. Το γλυκαιμικό φορτίο (GL) λαμβάνει υπόψη τον γλυκαιμικό δείκτη, αλλά παρέχει πληρέστερη εικόνα του τι συμβαίνει στο σώμα. [Xxxiii] Η τιμή του γλυκαιμικού δείκτη δείχνει πόσο γρήγορα ένα συγκεκριμένο τρόφιμο μετατρέπεται σε ζάχαρη. Αντιθέτως, το GL περιλαμβάνει την ποσότητα του τροφίμου που καταναλώνεται, καθώς επίσης και το ποσοστό των σύνθετων υδατανθράκων και των απλών σακχάρων. Αυτό δίνει καλύτερη πρόβλεψη όσον αφορά τα επίπεδα σακχάρου και το μεταβολικό στρες των τροφίμων. [Xxxiv] Ένα GL της τάξεως του 20 ή παραπάνω θεωρείται υψηλό, από 11 ως 19 μέτριο και από 10 ή λιγότερο χαμηλό. Συνιστώνται τρόφιμα με GL μικρότερο από 10. Θα πρέπει να αποφεύγετε τα τρόφιμα με GL πάνω από 20.

Ο ρόλος των ινών

Παρ’ όλο που είναι σημαντικές και συχνά τις αγνοούμε, οι φυτικές ίνες αποτελούν το κλειδί για τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Είναι προτιμότερο οι ίνες να μην είναι επεξεργασμένες και να αποτελούνται κατά 80% από διαλυτές φυτικές ίνες ή ζυμώσιμες και κατά 20% από αδιάλυτες ή παχύρρευστες φυτικές ίνες. Η πυκνότητα των τροφών που είναι πλούσιες σε ίνες επιβραδύνει την απελευθέρωση σακχάρου στο αίμα. Έτσι, οι φυτικές ίνες βοηθούν στη διατήρηση σταθερών επιπέδων σακχάρου. Καλές πηγές υδατανθράκων με χαμηλό GL και υψηλό επίπεδο διαλυτών και αδιάλυτων φυτικών ινών είναι τα ξερά όσπρια, τα φασόλια και οι φακές.

Τα φρέσκα λαχανικά χαμηλού αμύλου που είναι εξαιρετικές πηγές φυτικών ινών περιλαμβάνουν τα πράσινα φασόλια, τα σπαράγγια, τα περισσότερα πράσινα φυλλώδη λαχανικά και τα σταυρανθή, όπως το μπρόκολο, τα λαχανάκια Βρυξελλών και το λάχανο. Αυτά τα τρόφιμα χαμηλώνουν τα επίπεδα σακχάρου, βελτιώνουν την ανταπόκριση στην ινσουλίνη, βοηθούν στην απώλεια βάρους και βελτιώνουν τα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα. Μια διατροφή με χαμηλό GL μπορεί επίσης να προσφέρει μετρήσιμη βελτίωση των δεικτών φλεγμονής, όπως είναι η υψηλή ευαισθησία στη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (hsCRP). Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων. [Xxxv]

Τα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες συνήθως προσφέρουν περισσότερο μαγνήσιο και αντιοξειδωτικά. Το αλεύρι βρώμης και το κριθάρι είναι τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε β-γλυκάνες. Οι β-γλυκάνες είναι ειδικοί σύνθετοι υδατάνθρακες που βελτιώνουν την ανταπόκριση στη ζάχαρη και την ινσουλίνη στους διαβητικούς.

Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να επωφεληθούν από την αύξηση των διαιτητικών ινών αφού έτσι βελτιώνεται η πεπτική διαδικασία και μειώνεται ο κίνδυνος καρδιαγγειακών παθήσεων και εμφάνισης καρκίνου μέσω της βελτίωσης της γλυκαιμικής αντίδρασης. Τα αυξημένα επίπεδα σακχάρου μειώνουν τους διαθέσιμους παράγοντες επιδιόρθωσης βλαβών. Αυτό οδηγεί στη συστημική φλεγμονή, η οποία μπορεί σταδιακά να βλάψει τα αιμοφόρα αγγεία αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Μια διατροφή υψηλή σε GL συμβάλλει επίσης στην αύξηση του σωματικού βάρους και κατά κανόνα του λιπώδους ιστού γύρω από τη μέση (κοιλιακό λίπος). Το κοιλιακό λίπος παράγει επιβλαβή οιστρογόνα που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

Συμπέρασμα

Η συνήθης αμερικανική διατροφή έχει μια τάση να ενισχύει τη μεταβολική οξέωση. Αυτό αυξάνει το επίπεδο της οξύτητας στα κύτταρα εξαιτίας μιας αντίστοιχης ανεπάρκειας μεταλλικών στοιχείων. Οι αποδείξεις κάνουν ολοένα και πιο σαφές το γεγονός ότι ο τρόπος ζωής οδηγεί στην παραγωγή οξέων που έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση εκφυλιστικών, αυτοάνοσων και χρόνιων παθήσεων. Είναι εξίσου σαφές ότι η Αλκαλική Διατροφή που είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά σχετίζεται με αυξημένη αντοχή, υγεία και ζωτικότητα.

Από όλες τις ασθένειες της βιομηχανικής κοινωνίας, ο διαβήτης έχει τη μεγαλύτερη συχνότητα. Πάνω από 100.000 άνθρωποι πεθαίνουν από επιπλοκές του διαβήτη κάθε χρόνο, 1 εκατομμύριο χάνει την καλή ποιότητα ζωής του εξαιτίας του μεταβολικού συνδρόμου, ενώ στοιχίζει κάθε χρόνο στην υγειονομική περίθαλψη των ΗΠΑ 135 δισεκατομμύρια δολάρια. (1) Ωστόσο, ο διαβήτης μπορεί να αποφευχθεί, να θεραπευτεί και να αντιστραφεί. Σε μια εποχή που υπάρχει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα σε τροφές πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά, βιολογικά και βιοδυναμικά τρόφιμα, είναι ευκολότερο να επιλέξετε όσα είναι υγιεινά και με χαμηλό GL. Η προσέγγιση που αναλύθηκε σε αυτό το άρθρο μπορεί βοηθήσει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των αιτιών και των επιπτώσεων τόσο του μεταβολικού συνδρόμου όσο και του διαβήτη.

Άρθρο του δρος Russell M. Jaffe

Πηγές

[i] American Diabetes Association. Economic costs of diabetes in the U.S. in 2007: ADA Statement. Diabetes Care. 2008;31:1–20.

[ii] CDC. National Diabetes Fact Sheet 2011. Available at http://www.cdc.gov/diabetes/pubs/pdf/ndfs_2011.pdf. Accessed 03-21-11.

[iii] Jaffe R. Brown S. Acid-alkaline balance and its effect on bone health. Intl J Integrative Med. 2000; 2(6): 7-18.

[iv] Lim S. Metabolic Acidosis. Acta Med Indones. 2007; 39(3):145-50.

[v] Jaffe R, Food and chemical effects on acid/alkaline body chemical balance in The Joy of Food: The Alkaline Way Guide, HSC, 18th ed. 2010.

[vi] Abramowitz MK, Hostetter TH, Melamed ML. Association of serum bicarbonate levels with gait speed and quadriceps strength in older adults. Am J Kidney Dis. 2011 Feb 25. [Epub ahead of print.]

[vii] Budde RA, Crenshaw TD. Chronic metabolic acid load induced by changes in dietary electrolyte balance increased chloride retention but did not compromise bone in growing swine. J. Anim. Sci. 2003; 81:197-208.

[viii] Gonick HC, Goldberg G, Mulcare D. Reexamination of the acid-ash content of several diets. American Journal of Clinical Nutrition. 1968; 21:898-903.

[ix] Brown SE, Trivieri L Jr., The Acid Alkaline Food Guide: A Quick Reference to Foods and Their Effect on pH Levels. Garden City Park, New York. Square One Publishers, 2006.

[x] Health Studies Collegium, The Joy of Food: The Alkaline Way Guide, 18th ed. 2010.

[xi] Murakami K, Sasaki S, Takahashi Y, et al. Japan Dietetic Students’ Study for Nutrition and Biomarkers Group. Association between dietary acid-base load and cardiometabolic risk factors in young Japanese women. Br J Nutr. 2008 Sep;100(3):642-51. Epub 2008 Feb 18.

[xii] Erol A. Systemic DNA damage response and metabolic syndrome as a premalignant state. Curr Mol Med. 2010;10(3):321-34.

[xiii] Shafiee MA, Kamel KS, Halperin ML. A Conceptual approach to the patient with metabolic acidosis: application to a patient with diabetic ketoacidosis. Nephron. 2002;92 (Suppl.1):46-55.

[xiv] Bazhin N. Proton gradient energy in the catalytic ATP synthesis. Reaction Kinetics and Catalysis Letters. 2007;90(2):401-404.

[xv] Whiting SJ, Bell J. First morning urine measured with pH paper strips reflects acid excretion. Presentation, 2002 Conference. American Society for Bone and Mineral Research.

[xvi] Jaffe R. Understanding metabolic acidosis in practice. Health Studies Collegium CME, 1990-2011.

[xvii] Lehninger AL, Nelson DL, Cox MM (eds.) Lehninger Principles of Biochemistry, 4th ed. 2005. New York: WH Freeman & Co.

[xviii] Centers for Disease Control. Health Topics: Food Allergies. Available at: http://www.cdc.gov/healthyyouth/foodallergies/. Accessed 03/02/11.

[xix] Branum AM, Lukacs SL. Food allergy among US children: Trends in prevalence and hospitalizations. NCHS Data Brief, no 10. Hyattsville, MD: National Center for Health Statistics. 2008. Available online at: http://www.cdc.gov/nchs/data/databriefs/db10.pdf.

[xx] Jaffe R. Improved immune function using specific nutrient supplements and ELISA/ACT «immunologic fingerprint» to detect late phase responses ex-vivo. J Am Coll Nutr. 1989;8:424.

[xxi] Jaffe R. LRA by ELISA/ACT Tests: Lymphocyte Response Assays ( LRA) are more sensitive, specific, predictive, and accurate for determining delayed allergy to foods and chemicals. Townsend Letter. 2010; Aug/Sep:91-92.

[xxii] Deuster PA, Jaffe RM. A novel treatment for fibromyalgia improves clinical outcomes in a community-based study. J Musculoskel Pain. 1998;6:133–49.

[xxiii] Solly NR, Honeyman MC, Harrison LC. The mucosal interface between «self» and «non-self» determines the impact of environment on autoimmune diabetes. Curr Dir Autoimmun. 2001;4:68–90.

[xxiv] Adler K, Mueller DB, Achenbach P, et al. Insulin autoantibodies with high affinity to the bovine milk protein alpha casein. Clin Exp Immunol. 2011 Mar 1.

[xxv] Leung AK, Sauve RS. Whole cow’s milk in infancy. Paediatr Child Health. 2003 Sep;8(7):419-21.

[xxvi] Vaarala O. Is it dietary insulin? Ann N Y Acad Sci. 2006 Oct;1079:350-59.

[xxvii] Simell S, et al. Fate of five celiac disease-associated antibodies during normal diet in genetically at-risk children observed from birth in a natural history study. Am J Gastroenterol. 2007 Sep;102(9):2026-35.

[xxviii] Fröhlich-Reiterer EE, et al. Screening frequency for celiac disease and autoimmune thyroiditis in children and adolescents with type 1 diabetes mellitus: Data from a German/Austrian multicentre survey. Pediatr Diabetes. 2008 Dec;9(6):546-53. Epub 2008 Aug 18.

[xxix] Willett W, Manson J, Liu S. Glycemic index, glycemic load, and risk of type 2 diabetes. Am J Clin Nutr. 2002;76(suppl):274S–280S.

[xxx] Atkinson FS, Foster-Powell K, Brand-Miller JC. International tables of glycemic index and glycemic load values. Diabetes Care. 2008.

[xxxi] Foster-Powell K, Holt SHA, Brand-Miller JC. International table of glycemic index and glycemic load values. Am J Clin Nutr. 2002;76(1):5-56.

[xxxii] Liu S, Willett WC, Stamfer MJ, et al. A prospective study of dietary glycemic load, carbohydrate intake, and risk of coronary heart disease in women. Am J Clin Nutr. 2000;71(6):1455-61.

[xxxiii] Riccardi G, Rivellese AA, Giacco R. Role of glycemic index and glycemic load in the healthy state, in prediabetes, and in diabetes. Am J Clin Nutr. 2008 Jan;87(1):269S-74S.

[xxxiv] Jenkins DJ, Kendall C, Marchie A, et al. Too much sugar, too much carbohydrate, or just too much? Am J Clin Nutr. May 2004;79(5):711-12.

[xxxv] Meyer KA, Kushi LH, Jacobs DR Jr, et al. Carbohydrates, dietary fiber, and incident type 2 diabetes in older women. Am J Clin Nutr. 2000 Apr;71(4):921-30.

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε