Της Άννας Ιωαννίδου

Λένε, πως όλοι μας, είμαστε κι από μια μοναδική ιστορία. Πρωταγωνιστές στο προσωπικό μας στόρι, δημιουργούμε την αρχή, τη μέση και το τέλος στο δικό μας, ξεχωριστό μυθιστόρημα. Σωστό το βρίσκω εν μέρει, παρ’ όλα αυτά, αρνούμαι πανηγυρικά να ασπάζω και να ασπάζομαι θεωρίες που υπονοούν και ευνοούν την έννοια του «τέλους». Ανέκαθεν ένιωθα ένα «απεταξάμην» προς τα μυθιστορήματα, τις νουβέλες, τα λογοτεχνικά έργα κι όλα εκείνα τα γραφόμενα που έχουν τάσεις καταληκτικές και που βασίζουν την ουσία τους κυρίως σε ψευδολογίες και σε φαντασιόπληκτα ιστορήματα.

Όταν είπα κι εγώ να επισκεφθώ τα πανεπιστήμια, και δη, όταν επέλεξα να εντρυφήσω στη γλώσσα και τη φιλοσοφία, επιβεβαίωσα αυτή την αποστροφή μου προς το «μυθιστορίζειν». Να σημειωθεί πως αυτή μου η ασυμπάθεια, (και όχι αντιπάθεια) σέβεται και αναγνωρίζει, την ιδιοτροπία, την ιδιομορφία, την εριστικότητα που τη χαρακτηρίζουν. Η συντριπτική πλειοψηφία όλων όσων αγαπούν τα βιβλία και τη γραφή (όπως εγώ), όσων έχουν στο προσκέφαλο τους τις «μυώπτρες» τους από το πολύ διάβασμα (όπως εγώ), όσων πιστεύουν στη ρήση «διάβαζε για να ζεις» (όπως εγώ), αγαπούν και τιμούν ένα καλό μυθιστόρημα. Τους συνεπαίρνει η πλοκή ενός διηγήματος. Η γλαφυρή, λεπτομερειακή περιγραφή μιας εξιστόρησης. Η ταύτιση με μυθικούς, πλαστούς, πλαστικούς ήρωες.

Είναι οι ίδιοι, που ξυπνούν και κοιμούνται με ένα «τι θα γίνει στο τέλος;» στο στόμα τους, μια ασυγκράτητη επιθυμία για κατάληξη. Περιμένουν και προσμένουν την τελική ανακούφιση, που θα τους δώσει αυτός ο τερματισμός της ιστορίας. Θέλουν και απαιτούν να μάθουν τι θέλει να πει ο μυθιστοριογράφος, εν-τέλει. Να νιώσουν την κατακλείδα στο πετσί τους. Από μικρή ήμουν αντιδραστική. Μεγαλώνοντας, έγινα αντιδραστικότερη. Γράφοντας αυτό το κείμενο, γίνομαι αντιδραστικότατη. Δε ξέρω, αλλά εγώ δεν πιστεύω σε τέλη. Δε με ενδιαφέρει να διαβάσω ένα μυθιστόρημα που καταλήγει κάπου. Μία διήγηση με happy end. Ένα ρομάντζο με ανέλπιστα τραγικό επίλογο.

Με νοιάζει μόνο να ταξιδέψω. Ή μάλλον καλύτερα, να ταξιδεύω. Δεν κόπτομαι να μάθω τι θέλει τελικά να πει ο ποιητής, ο συγγραφεύς, ο γραφιάς τέλος πάντων. Γιατί υποπτεύομαι πως κι εκείνος, τελικά, ίσως να μη θέλει να πει μόνο ένα «κάτι» συγκεκριμένο. Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που βασίζουν τη μαγεία τους, στο αέναο του χαρακτήρος τους. Που αφήνουν ανοικτή την κατάληξη, ανοικτό αυτό το «κάτι» τους. Που δεν το σερβίρουν στο πιάτο του ταξιδιώτη, γιατί εκτιμούν κι αναγνωρίζουν πως κανένας αναγνώστης που σέβεται το ταξίδι του, δε νοιάζεται να δει το τέλος.

Και στην τελική, τι σημαίνει τέλος;

Τέλος, το αποφάσισα. Δε γούσταρα και δε γουστάρω τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα. Δε μ’ αρέσουν οι ιστορίες με τέλος. Δε θέλω να δω τι θα γίνει στο τέλος. Δεν θέλω καν να υπάρχει τέλος.

Εγώ γι’ αυτές τις τρεις τελείες ζω. Για τις ιστορίες που αφήνουν ένα εκατομμύριο απορίες να αιωρούνται. Για τα ποιήματα που κάθε φορά που ταξιδεύεις μαζί τους, τους δίνει κι άλλη εξήγηση το μυαλό. Και για τα αληθινά παραμύθια. Ίσως γιατί κάπως έτσι φαντάζομαι και τη δική μου ιστορία. Σαν το πιο αληθινό παραμύθι της ζωής μου. Ένα παραμύθι, δίχως τέλος…

Συγγραφέας Άννα Ιωαννίδου

Ταξιδιώτισσα στην καθημερινότητα, ταξιδιάρα στην ψυχή. Απολαμβάνοντας όσα επιλέγω κι ό,τι προκαλώ. Λάτρης μιας στιγμής. Κι ενός καλού καφέ. Με έμφαση στο χαμόγελο των ματιών. Και στην ελευθερία. Ό,τι πιο υπέρτατο στη ζωή μου.

Ιστοσελίδα
Δείτε όλα τα άρθρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε