Η ελευθερία πηγάζει από το πνεύμα

Σας παρακολουθώ τόσο καιρό, νιώθω κάτι να με συνδέει με εσάς, μα δεν μπορώ να θυμηθώ. Ψάχνω να βρω αυτό το κάτι που θα ανασύρει από τα βάθη του μυαλού μου αυτές τις θύμισες, που θα κεντρίσουν τα αντίστοιχα νεύρα, και ξανά αυτά τα γνήσια συναισθήματα θα με πλημμυρίσουν, θα γεμίσουν το στόμα μου με χιλιάδες λέξεις οι οποίες πλέον θα βγαίνουν από τα ακροδάχτυλα μου, καθώς αυτά θα χτυπούν με ρυθμό τα πλήκτρα του πληκτρολογίου. Τα δάχτυλά μου κινούνται, γράφουν λέξεις και μοιάζουν σαν το διάβασμα ενός τυφλού σε ένα βιβλίο Μπράιγ. Μόνο που δεν υπάρχει συναίσθημα. Μόνο ένας άχαρος, πνιχτός, πλαστικός ήχος των φτηνών πλήκτρων. Κάποτε αυτός ο ήχος ηχούσε στα αυτιά μου σαν λέξεις ειπωμένες από την πιο αιθέρια και σαγηνευτική φωνή, παρασέρνοντας με σε μια Οδύσσεια.

Σαν σειρήνες με τραβούσαν και όλο περισσότερο έγραφα για να μην σταματήσει αυτό το μαγικό τους τραγούδι. Τώρα; Γιατί σίγησαν; Κοιμήθηκαν; Έφυγαν και με άφησαν μόνο; Δεν γίνεται, αυτές είναι οι δικές μου σειρήνες. Οι αποκλειστικά δικές μου κρυμμένες κάπου βαθιά εκεί μέσα. Το μόνο που απομένει είναι να τις βρω ξανά, να τις ξυπνήσω. Δεν είναι όμως τόσο απλό. Αυτές δεν τους φτάνει ένα απλό σκούντημα, αυτό είναι πολύ άχαρο και άγαρμπο για να τις ερεθίσει τόσο ώστε να ξυπνήσουν. Χρειάζονται κάτι ιδιαίτερο, χρειάζονται ένα «χάδι», μια «ανάσα», ένα «άρωμα». Έπεσα και εγώ σε λήθαργο; Τι άλλο να είναι; Πώς να το βρω;

Ανακατεύομαι ανάμεσά σας. Πότε με τα «ρούχα» μου, πότε «γυμνός» προσπαθώντας να σας «αγγίξω» και να νιώσω πάλι αυτό που ένιωθα. Απόμακρο, αναίσθητο άγγιγμα. Είστε τυλιγμένοι μέσα σε μα μεμβράνη. Νιώθω αυτή την περίεργη αίσθηση, που κολλά πάνω σου και με δυσκολία γλιστρά, αφήνει από μέσα να φαίνεται η μορφή αυτού που έχει τυλίξει, όμως ούτε άρωμα, ούτε γεύση. Και αυτή η άτιμη μεμβράνη, σκίζεται τόσο δύσκολα. Σας αρέσει όμως γιατί σας «συντηρεί». Το έχετε συνηθίσει. Σας κρατάει φρέσκους καθώς δεν αφήνει «μολυσμένο» αέρα απέξω να μπει μέσα και να σας «χαλάσει».

Τρέμετε στο γεγονός μήπως και κάτι «ταράξει» την πλαστική σας ηρεμία και έτσι κάθε φορά που ακουστεί ένας τριγμός στη μεμβράνη γρήγορα μπαίνει λουκέτο στις πόρτες, τα παράθυρα και απομονώνεστε για λίγο από τα «ξένα» σώματα. Σιγά σιγά παίρνετε πάλι θάρρος και αρχίζετε πάλι την καθημερινότητά σας, μέχρι τον επόμενο παρείσακτο. Κάτι σαν το σαλιγκάρι που τραβιέται μέσα στο σπίτι του όταν το ακουμπήσεις ακόμα και με το πιο ελαφρύ σου άγγιγμα. Μαζεύεστε στην γωνία και «φωνάζετε». «Φωνάζετε» όλοι μαζί να τρομάξετε αυτή την σκιά που περνάει ανάμεσά σας. Σας τρομάζει, σας αηδιάζει, σας νευριάζει το άγνωστο και όμως ζείτε στο άγνωστο γιατί είστε σφραγισμένοι πίσω από τον πλαστικό προστατευτικό σας μανδύα.

Αφουγκράζομαι την κουβέντα σας, ψιθυριστή, πλαστική, όμως επαναλαμβανόμενη, στείρα. Έχετε πείσει τον εαυτό σας ότι δεν υπάρχουν όρια, ότι ζείτε την απόλυτη ελευθερία. Όμως αλήθεια τι είναι ελευθερία;

Μήπως ελευθερία είναι και το να εισπράττουμε «κάτι» από κάτι «ανήθικο», αλλά πόσοι από μας το αντέχουμε;
Μήπως ελευθερία είναι να πράττουμε, να σκεφτόμαστε όπως εμείς θέλουμε, με οποιοδήποτε κόστος;
Μήπως ελευθερία είναι αυτό που απεχθάνεστε να το χρησιμοποιείτε για να σας συντηρεί;
Μήπως ελευθερία είναι να μην επιτρέπετε σε κάποιον να κάτσει ανάμεσά σας, χωρίς μεμβράνη; Μήπως ελευθερία είναι η περιορισμένη πραγματικότητα; Η πραγματικότητα που αναγνωρίζετε μόνο από εικόνες;
Μήπως ελευθερία είναι απλά να έχεις το δικαίωμα να αυτοπεριορίζεσαι, είτε ατομικά, είτε ομαδικά;
Μήπως τελικά δεν υπάρχει απόλυτη ελευθερία, αλλά απλά περιορισμένη ελευθερία;
Μήπως πρέπει ν’ αναλογιστούμε το σκοπό της ελευθερίας μας και μετά να γίνουμε ελεύθεροι;

Και όμως κάποτε γνωρίζατε την αληθινή, την απόλυτη ελευθερία. Κάποτε είχατε ανοιχτά τα παράθυρα και έμπαινε μέσα «άφθονος καθαρός αέρας». Κάποτε ζούσατε την πραγματική ελευθερία όπως αυτή που ζει και βιώνει ένα παιδί, την ελευθερία που σου χαρίζει η «άγνοια» κινδύνου, η αθωότητα, η δίψα για «εξερεύνηση», η δίψα για εμπειρίες, η χαρά της ανθρώπινης επαφής, η έλλειψη φοβιών.

Αλήθεια γιατί αρχίσατε να φοβάστε; Τι φοβάστε; Γιατί ενηλικιωθήκατε; Γιατί τυλιχθήκατε με αυτή την μεμβράνη και αφήσατε να κολλήσει επάνω της η «σκόνη» της ζήλιας, της καχυποψίας, του ανταγωνισμού; Είναι αυτή η «σκόνη» που θολώνει την εικόνα μπροστά σας; Δεν είναι δύσκολο να σκίσεις το πλαστικό, θάρρος θέλει. Μάλλον όμως παραλογίζομαι. Η αλήθεια είναι των πολλών. Η ελευθερία πηγάζει από το πνεύμα.

Συγγραφέας Θοδωρής Γιαννόπουλος

Η Θάλασσα είναι Σειρήνα. Μαγνήτιζε τις ανθρώπινες καρδιές, τους αποτραβούσε για να τους ταξιδέψει, ήθελε να τους μάθει την ζωή, ότι στην ουσία της είναι ένα ταξίδι. Έγινε το χάδι στο παράπονο, η σύντροφος σε μια αγάπη ξεχασμένη, η σιωπή και το όνειρο για τις ψυχές των ανθρώπων. Δεν είναι παράξενο που κανείς δεν μπορεί να την ζωγραφίσει, μιας και αλλάζει, πόσο μάλλον να βρει λόγια να την χαρακτηρίσει. Θάλασσα, είναι η ζωή και εμείς μικρά καράβια που προσπαθούμε να ξεπεράσουμε... μικρές και μεγάλες φουρτούνες!!!

Δείτε όλα τα άρθρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε