Το μελιστάλαχτο φαρμάκι

Ήταν ένα όμορφο πρωινό γιομάτο ήλιο που έλουζε το βόρειο Λίβανο, σαν οι κάτοικοι του χωριού Τούλα μαζεύτηκαν στην αυλή της μικρής εκκλησίας που ήταν χτισμένη στη μέση των σπιτιών. Κουβέντιαζαν με έξαψη την ξαφνική και ανεξήγητη αναχώρηση του Φαρίς Ραχάλ, που άφησε πίσω του τη γυναίκα που παντρεύτηκε μόλις πριν μισό χρόνο.

Ο Φαρίς Ραχάλ ήταν ο σεΐχης κι αρχηγός του χωριού κι είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του, που κυβερνούσαν την Τούλα επί αιώνες, όλο αυτό το μεγαλείο και τις τιμές. Παρόλο που δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι εφτά του χρόνια, είχε μια ξεχωριστή ικανότητα και ειλικρίνεια που κέρδισε αμέσως το θαυμασμό, την επιδοκιμασία και το σεβασμό όλων των χωρικών. Όταν ο Φαρίς παντρεύτηκε τη Σουζάνα, οι άνθρωποι σχολίαζαν με χαρά: «Τι ευτυχισμένος άνθρωπος που είναι ο Φαρίς Ραχάλ! Πέτυχε όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανείς από τη ζωή κι είναι ακόμα τόσο νέος!»

Εκείνο το πρωινό, όταν όλοι στην Τούλα ξύπνησαν κι έμαθαν πως ο σεΐχης είχε μαζέψει το χρυσάφι του κι είχε φύγει από το χωριό καβάλα στο άτι του χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν, τους κυρίεψε περιέργεια κι έντονο ενδιαφέρον και ήταν πολλές οι εικασίες γύρω από τους λόγους που τον εξώθησαν να εγκαταλείψει τη γυναίκα του, το σπίτι του, τα χωράφια και τα αμπέλια του. Για λόγους παράδοσης και γεωγραφικής θέσης, η ζωή στο βόρειο Λίβανο είναι εξαιρετικά κοινωνική και οι άνθρωποι μοιράζονται τις χαρές και τις λύπες τους σπρωγμένοι από ταπεινό πνεύμα κι ενστικτώδη προσήλωση στη φυλή τους. Μόλις συμβεί οτιδήποτε, όλοι ορμάνε να μάθουν τι έγινε, προσφέρουν κάθε δυνατή βοήθεια κι επιστρέφουν πίσω στη δουλειά τους ώσπου πάλι η μοίρα να τους ξανασπρώξει σε κοινή αποστολή.

Γι΄αυτό, άλλωστε, οι κάτοικοι της Τούλα άφησαν τη δουλειά τους και μαζεύτηκαν στην εκκλησία εκείνη τη μέρα, για να συζητήσουν την αναχώρηση του σεΐχη και να ανταλλάξουν ιδέες πάνω στην ιδιαιτερότητα του γεγονότος. Εκείνη την ώρα, έφτασε ο Πατήρ Στέφανος, αρχηγός της τοπικής εκκλησίας και από τα τραβηγμένα του χαρακτηριστικά φαίνονταν καθαρά τα αναντίρρητα σημάδια βαθιάς θλίψης, μιας ψυχής που είχε πληγωθεί από τον πόνο.

Κοίταξε σκεφτικά τους συγκεντρωμένους για μια στιγμή και μετά είπε: «Μη ρωτάτε…, μη ρωτάτε τίποτα από μένα! Πριν χαράξει η μέρα η σημερινή, ο σεΐχης χτύπησε την πόρτα μου κι εγώ τον είδα να κρατάει τα γκέμια του αλόγου του, ενώ στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη βαθιά θλίψη κι εναγώνιος πόνος. Σαν του έκανα την παρατήρηση ότι η ώρα ήταν μάλλον ακατάλληλη, εκείνος μου απάντησε: «Πάτερ, έρχομαι να σε αποχαιρετήσω, γιατί θα μπαρκάρω πέρα από τους ωκεανούς και ποτέ πια δε θα γυρίσω πίσω σε αυτή τη χώρα». Και μου΄δωσε ένα σφραγισμένο φάκελο που απευθυνόταν στον αγαπημένο του φίλο Ναμπί Μαλίκ, παρακαλώντας με να τον παραδώσω σ΄αυτόν. Έπειτα, ανέβηκε στο άτι του κι όρμησε κατά τα ανατολικά, δίχως να μου δώσει άλλη ευκαιρία να καταλάβω τους λόγους της ξαφνικής αναχώρησής του».

Κάποιος από τους χωρικούς παρατήρησε: «Χωρίς αμφιβολία, ο φυγάς θα μας αποκαλύψει το μυστικό της αναχώρησής του, γιατί ο Ναμπί είναι ο πιο στενός του φίλος». Ένας άλλος πρόσθεσε: «Πάτερ, είδες τη γυναίκα του;» Ο ιερέας απάντησε: «Την επισκέφτηκα μετά από την πρωινή προσευχή και την είδα να στέκεται στο παράθυρο, έχοντας στραμμένο το βλέμμα της προς κάτι αόρατο, μοιάζοντας με κάποιον που έχει χάσει όλες του τις αισθήσεις κι όταν τόλμησα να ρωτήσω σχετικά με τον Φαρίς, μου είπε μονάχα: «Δεν ξέρω, δεν ξέρω». Κι έπειτα, άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί που μένει ξαφνικά ορφανό».

Μόλις ο ιερέας τελείωσε τα λόγια του, ακούστηκε ξαφνικά ένας πυροβολισμός από τα ανατολικά που κατατρόμαξε το πλήθος και αμέσως μετά, απλώθηκε ο πικρός θρήνος μιας γυναίκας. Για μια στιγμή, το πλήθος πέτρωσε, αλλά, μετά, όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, χύμηξαν προς τα κει που ακούστηκε ο πυροβολισμός, με τα πρόσωπά τους καλυμμένα από μια σκοτεινή μάσκα φόβου και κακιάς προφητείας. Σαν έφτασαν στον κήπο που περιστοίχιζε την κατοικία του σεΐχη, έγιναν μάρτυρες του πιο τρομερού δράματος, όπου ο κύριος πρωταγωνιστής ήταν ο θάνατος.

Ο Ναμπί Μαλίκ ήταν πεσμένος στο χώμα κι από το στήθος του έτρεχε αίμα, ενώ δίπλα του στεκόταν η Σουζάνα, γυναίκα του σεΐχη Φαρίς Ραχάλ, τραβώντας τα μαλλιά της και ξεσκίζοντας τα ρούχα της και κουνώντας δώθε-κείθε τα χέρια της, φωνάζοντας άγρια: «Ναμπί…, Ναμπί…, γιατί το έκανες!». Οι αυτόπτες μάρτυρες έμειναν άναυδοι, λες και τα αόρατα χέρια της μοίρας άδραξαν με παγωμένα δάχτυλα τις καρδιές τους. Ο ιερέας βρήκε στο δεξί χέρι του νεκρού Ναμπί το γράμμα που του ΄χε δώσει το πρωί, το πήρε γρήγορα και το ΄βαλε στην τσέπη του, χωρίς να τον προσέξει το αλλοπαρμένο πλήθος.

Ο Ναμπί μεταφέρθηκε στο σπίτι που έμενε η μητέρα του, η οποία, βλέποντας το άψυχο κορμί του μοναχογιού της, ταράχτηκε τόσο πολύ, ώστε, σχεδόν αμέσως, τον ακολούθησε στο θάνατο. Η Σουζάνα οδηγήθηκε αργά στο σπίτι της, παραπαίοντας ανάμεσα στη ζωή που πήγαινε να την αφήσει και στο θάνατο που ερχόταν να την πάρει. Όταν ο Πατήρ Στέφανος έφτασε στο σπίτι του, διπλοκλείδωσε την πόρτα, έβαλε τα γυαλιά του κι άρχισε να διαβάζει ψιθυριστά το μήνυμα που είχε πάρει από το χέρι του νεκρού Ναμπί.

«Πολυαγαπημένε μου φίλε Ναμπί,

Πρέπει να φύγω από αυτό το χωριό των πατέρων μου, γιατί η παρουσία μου εδώ σκορπάει τη δυστυχία σε σένα, στη γυναίκα μου και στον εαυτό μου. Έχεις ευγενικό πνεύμα και αποστρέφεσαι την προδοσία του φίλου ή του γείτονα και, παρόλο που ξέρω ότι η Σουζάνα είναι αθώα και ενάρετη, ξέρω ωστόσο ότι η αληθινή αγάπη που ενώνει τη δικιά σου και τη δική της καρδιά, είναι πέρα από τις δικές σου δυνάμεις και τις δικές μου ελπίδες.

Δεν μπορώ πια να πολεμήσω το πανίσχυρο θέλημα του Θεού, όπως δεν μπορώ να συγκρατήσω την τρομερή ροή του ποταμού Καντέσα. Ήσουν πάντα ο πιο επιστήθιος φίλος μου, Ναμπί, από τότε που παίζαμε στα χωράφια σαν ήμασταν παιδιά. Και, πίστεψέ με, μπροστά στο Θεό θα παραμείνεις φίλος μου. Σε παρακαλώ να σκέφτεσαι για μένα με καλές σκέψεις, όπως και στο παρελθόν. Πες στη Σουζάνα ότι την αγαπώ κι ότι την κατάστρεψα με το να την παντρευτώ με έναν άδειο δεσμό. Πες της ότι η καρδιά μου μάτωνε από φοβερό πόνο, κάθε φορά που γυρνούσα από τον ύπνο μου στη σιωπή της νύχτας και την έβλεπα γονατιστή μπροστά στον Εσταυρωμένο να κλαίει και να οδύρεται γιομάτη αγωνία.

Δεν υπάρχει πιο απαίσια τιμωρία από αυτήν που υποφέρει μια γυναίκα που βρίσκεται φυλακισμένη ανάμεσα σε έναν άντρα που αγαπάει και σε έναν άλλο άντρα που την αγαπάει. Η Σουζάνα υπόφερε από μια συνεχή κι επώδυνη σύγκρουση μέσα της, αλλά επιτελούσε, μες στη θλίψη, την τιμή και τη σιωπή, τα συζυγικά της καθήκοντα. Προσπάθησε, αλλά δεν μπόρεσε να πνίξει την αγνή αγάπη της για σένα. Φεύγω για να πάω σε χώρες μακρινές και ποτέ πια δεν θα γυρίσω πίσω, γιατί δεν μπορώ πια να είμαι φράγμα σε μια γνήσια κι αιώνια αγάπη που ευλογείται από το Θεό. Και είθε ο Θεός, μέσα στην απέραντη, ανεξερεύνητη σοφία Του, να προστατεύει και να ευλογεί και τους δυο σας.

Φαρίς»

Ο Πατήρ Στέφανος δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε πάλι στην τσέπη του και κάθισε δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στη μακρινή κοιλάδα. Χάθηκε σε ένα μεγάλο ωκεανό διαλογισμών και μετά από βαθιές και έντονες σκέψεις, πετάχτηκε ξαφνικά πάνω, σαν να ΄χε βρει μέσα στις ενδότερες σκέψεις του ένα λεπτό και τρομερό μυστικό, μασκαρεμένο με διαβολική πανουργία και τυλιγμένο με αριστοτεχνική επιδεξιότητα!

Έκραξε: «Πόσο πανούργος είσαι, Φαρίς! Πόσο μεγάλο κι όμως, πόσο απλό συνάμα είναι το έγκλημά σου! Έστειλες σ΄αυτόν μέλι ανακατωμένο με μοιραίο φαρμάκι κι έκλεισες το θάνατο μέσα σ΄ένα φάκελο! Κι όταν ο Ναμπί έβαλε το όπλο στην καρδιά του, το δικό σου δάχτυλο πάτησε τη σκανδάλη κι η δική σου θέληση πρόσταξε τη δική του… Πόσο έξυπνος είσαι Φαρίς!»

Γύρισε τρικλίζοντας στην καρέκλα του, κουνώντας το κεφάλι του και χτενίζοντας τα γένια του με τα δάχτυλά του. Στα χείλη του φάνηκε ένα χαμόγελο που η σημασία του ήταν πιο τρομερή από αυτή την ίδια την τραγωδία. Άνοιξε το προσευχητάρι του κι άρχισε να διαβάζει και να συλλογίζεται, ενώ κάπου κάπου σήκωνε το κεφάλι για να ακούσει τις κραυγές και τους θρήνους των γυναικών που έρχονταν από την καρδιά του χωριού Τούλα, κοντά στους ιερούς Κέδρους του Λίβανου.

«Τα μυστικά της καρδιάς» Χαλίλ Γκιμπράν εκδόσεις Μπουκουμάνης

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε