Η σπηλιά των ψιθύρων

Κάπου σε μια χώρα μακρινή υπήρχε ένα βασίλειο. Ένα καταπράσινο τοπίο με πολλά νερά και πανέμορφους καταρράκτες. Οι κάτοικοι δεν ήταν πάρα πολλοί με αποτέλεσμα να γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Ο καθένας έκανε τη δουλειά του χωρίς να ενοχλεί τον άλλον και ζούσαν όλοι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.

Ο βασιλιάς εκτελούσε τα καθήκοντα του παίρνοντας σωστές αποφάσεις πότε μόνος του και πότε με τη βοήθεια των συμβούλων του. Ήταν πολύ φιλικός με όλους τους υπηκόους του και τους ήξερε όλους με τα μικρά τους ονόματα. Η ζωή κυλούσε όμορφα για πολλά χρόνια μέχρις ότου ήρθε στο βασίλειο αυτό ένα άτομο όπου περιφερόταν για πολλά χρόνια δεξιά και αριστερά χωρίς να έχει μια μόνιμη κατοικία. Στην αρχή καθόταν σε ένα από τα πολλά σιντριβάνια της πόλης και ασκούσε το επάγγελμα του επαίτη.

Για αρκετές μέρες λάμβανε χείρα βοηθείας από τους καλούς ανθρώπους του βασιλείου αυτού. Μια μέρα στην καθιερωμένη βόλτα του ο βασιλιάς πέρασε από το σημείο εκείνο και είδε αυτόν τον ζητιάνο και τον λυπήθηκε. Ποτέ σε αυτό το βασίλειο κανένας δεν ασκούσε αυτό το επάγγελμα και ούτε και τώρα το ήθελε. Του πρόσφερε λοιπόν μια δουλειά στην κουζίνα του παλατιού και ένα μέρος να μείνει.

Ο ζητιάνος ναι μεν χάρηκε που θα είχε κάπου να μένει χωρίς να έχει να σκέφτεται αν θα κρυώσει ξανά ή αν θα μείνει νηστικός για μέρες, αλλά ήταν και τεμπέλης. Ήθελε να τα έχει αυτά αλλά χωρίς να κάνει οτιδήποτε. Είχε μάθει να κάθεται όλη μέρα. Πήγε στη δουλειά όπως και να έχει και τις πρώτες μέρες έδειχνε καλό χαρακτήρα. Ό,τι του έλεγαν να κάνει το έκανε χωρίς να αντιμιλάει, το βράδυ όμως όταν τελείωνε την εργασία του ήταν πολύ κουρασμένος και δεν είχε κουράγιο ούτε να πλυθεί.

Εντέλει μετά από αρκετές μέρες άρχισε να δείχνει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Άρχισε να βρίσκει κάποιους τρόπους ώστε να κλέβει εν ώρα εργασίας κάποιες στιγμές να πηγαίνει να κοιμάται όπου βρίσκει. Πετούσε κάποια υλικά από την κουζίνα που χρειάζονταν για μια συνταγή και όταν τον ζητούσαν να τα φέρει έλεγε ότι τελείωσαν και θα πήγαινε να φέρει άλλα. Κάθε φορά που πήγαινε κάπου όμως ξεχνούσε να γυρίσει.

Ο αρχιμάγειρας κατάλαβε τι έκανε και επειδή δεν μπορούσε να τον διώξει μιας και τον προσέλαβε ο ίδιος ο βασιλιάς και θα τον στεναχωρούσε, κάθε φορά που τον έστελνε για υλικά πήγαινε μαζί και κάποιος άλλος βοηθός ώστε να γυρνάνε στην ώρα τους. Ο πρώην ζητιάνος όμως ήταν πολύ πονηρός. Βρήκε πάλι τον τρόπο του.

Αυτή τη φορά το όπλο του ήταν οι λέξεις και η φαντασία του. Έπλαθε ιστορίες και κουτσομπολιά για όλους. Έτσι όταν τον έστελνε ο αρχιμάγειρας με κάποιον σε όλη τη διαδρομή μιλούσαν και έλεγε ότι κάποιοι έλεγαν άσχημα λόγια για αυτόν τον βοηθό και έπλαθε κάποιες ιστορίες και του τις έλεγε με αποτέλεσμα εκείνος να γυρνούσε πίσω θυμωμένος και να γίνονται φασαρίες. Όσο ασχολιόντουσαν όλοι με αυτές τις ιστορίες αυτός θα κοιμόταν με την ησυχία του.

Πέρασε αρκετός καιρός με αυτές τις ιστορίες και σχεδόν όλο το παλάτι και η πόλη ήταν στα μαχαίρια. Οι δουλειές δεν γινόντουσαν σωστά γιατί κανένας σχεδόν δεν μιλούσε με κανέναν. Παρόλο που γινόντουσαν όλα αυτά κανένας δεν είχε αναφέρει κάτι στον βασιλιά και ούτε αυτός είχε αντιληφθεί κάτι για αρκετό καιρό.

Επειδή αγαπούσαν όλοι τον μονάρχη τους, όταν ήθελαν κάποιοι να λογοφέρουν ή να μαλώσουν έδιναν ραντεβού σε έναν καταρράκτη που πίσω από αυτόν υπήρχε μια σπηλιά. Έμπαιναν μέσα εκεί και ξεσπούσαν πότε με λόγια πότε με τα χέρια. Ό,τι γινόταν εκεί μέσα, έμενε εκεί μέσα. Η σπηλιά αυτή όμως είχε μια ιδιαιτερότητα, κατέγραφε τα πάντα χωρίς να το γνωρίζει κανείς. Κάθε φορά που έμπαινε κάποιος μέσα αυτή μιλούσε και πρόδιδε αυτά που είχε δει και είχε ακούσει. Ήταν τόσο θυμωμένοι όμως αυτοί που έμπαιναν μέσα με το να λύσουν τις διαφορές τους που δεν το παρατηρούσε κανείς.

Μήνες γινόντουσαν όλα αυτά. Χωρίς να το θέλουν οι άνθρωποι που εργάζονταν στο παλάτι και οι πολίτες της πόλης που έμεναν εκεί άρχισαν να προδίδουν το τι συμβαίνει μεταξύ τους. Ο βασιλιάς, αν και με καθυστέρηση, άρχισε να αντιλαμβάνεται την έχθρα των υπηκόων του που έχουν μεταξύ τους. Όλοι ανεξαιρέτως είχαν διαφορές μεταξύ τους.

Κάτι έπρεπε να κάνει για αυτό. Εκεί που κάποτε επικρατούσε το χαμόγελο και το ευχάριστο κλίμα, όλοι τώρα ήταν μουντοί και κακότροποι.
Αυτό που δεν ήξερε κανείς είναι ότι στη βασιλική κάμαρα υπήρχε ένα μυστικό πέρασμα που οδηγούσε έξω από το παλάτι. Άρχισε λοιπόν να μασκαρεύεται και να βγαίνει από το πέρασμα εκείνο και να παρακολουθεί τον κόσμο. Όλοι ήταν τόσο απασχολημένοι με τις σκέψεις τους που δεν έδωσαν σημασία σε αυτόν, σε αυτόν που έβλεπαν για πρώτη φορά, μιας και γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Εμφανίστηκε ένας ξένος στην πόλη τους, τους μιλούσε, τους ρωτούσε διάφορα και εκείνοι δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι δεν ήταν δικός τους άνθρωπος.

Κάθε φορά που ξεμύτιζε από το παλάτι μιλούσε σε διαφορετικό άτομο. Έβλεπε κινήσεις περίεργες. Κάποια στιγμή είδε κάποιους που πήγαιναν στο δάσος και τους ακολούθησε. Είδε που έμπαιναν στη σπηλιά πίσω από τον καταρράκτη. Πλησίασε όσο πιο πολύ μπορούσε αλλά δε μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν εξαιτίας της βοής του νερού που έπεφτε με δύναμη στο ποτάμι. Μετά από αρκετή ώρα είδε αυτούς που είχε ακολουθήσει να βγαίνουν από τη σπηλιά. Ήταν πιο ήρεμοι αλλά και πάλι δε μιλούσε ούτε κοιτούσε ο ένας τον άλλον. ευτυχώς κανείς τους δεν τον πρόσεξε εκεί που ήταν κρυμμένος.

Μόλις απομακρύνθηκαν τελικά μπήκε στη σπηλιά για να δει τι έκαναν εκεί μέσα. Με το που βρέθηκε στην είσοδο άρχισε να ακούει διάφορους ψιθύρους. Νόμιζε ότι έρχονταν κάποιοι άλλοι και χώθηκε γρήγορα μέσα στη σπηλιά και κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο. Οι φωνές συνεχίζονταν χωρίς να βλέπει κανέναν. Τότε κατάλαβε ότι μιλούσε η σπηλιά. Τρόμαξε και σκέφτηκε πώς μπορεί να γίνεται αυτό, δε διήρκεσε πολύ όμως ο φόβος του γιατί άρχισε να ακούει και να βλέπει εικόνες από ανθρώπους που γνώριζε μια ζωή. Η σπηλιά του αποκάλυπτε τα μυστικά όλων. Το τι γινόταν και τι είχε ειπωθεί εκεί μέσα. Άρχισε να μαθαίνει τα πάντα. Από όλα αυτά που άκουσε ένα μόνο πράγμα ακουγόταν συνέχεια, ένας άνθρωπος. Ο πρώην ζητιάνος. Αυτός φταίει για όλα όσα συμβαίνουν.

Δε μπορούσε να μείνει αμέτοχος σε όλο αυτό και αποφάσισε να κάνει κάτι. Την απόφαση και την τιμωρία του ανθρώπου αυτού θα την έπαιρνε ο ίδιος ο λαός του. Αποφάσισε να κάνει μια γιορτή, πιο πολύ σαν δικαστήριο θα ήταν στο τέλος. Κάλεσε όλους του πολίτες της πόλης που έμεναν να γλεντήσουν όλοι μαζί για μια απόφαση, που είχε πάρει και καλά, που θα τους βοηθούσε όλους να ζήσουν πολύ καλύτερα από ότι τώρα. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι και ο πρώην ζητιάνος κάθισε διπλά στον βασιλιά επειδή ήταν νέος πολίτης του βασιλείου αυτού. Ουσιαστικά το γλέντι αυτό έγινε για να τιμήσουν αυτόν.

Απ’ ό,τι είδε μαζεύτηκαν όλοι και πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να γλεντά κανείς. Το μόνο που έκαναν ήταν να πίνουν και αυτό σε πολύ αργούς ρυθμούς. Αφού είδε τι γίνεται δεν άντεξε άλλο και σηκώθηκε και άρχισε να μιλάει για τα πάντα και να λέει ότι τα γνωρίζει όλα για όλους. Τους λόγους της έχθρας όλων. Τους εξήγησε ακόμα και για την σπηλιά, που όταν το άκουσαν όλοι, σοκαρίστηκαν. Τους εξήγησε ότι όλα ήταν ψέματα και δεν θα έπρεπε να μαλώνουν πια. Αφού τελείωσε την ομιλία του, έδειξε τον πρώην ζητιάνο που ευθύνεται για όλα.

Ο κόσμος τότε ξεσηκώθηκε και άρχισε να φωνάζει για το κακό που τους έκανε. Ακούστηκαν λέξεις που ποτέ δεν είχαν ειπωθεί ξανά σε αυτό το βασίλειο για κάποιον άνθρωπο. Τους καθησύχασε τότε ο βασιλιάς και τους ρώτησε ποια θα ήθελαν να είναι η τιμωρία του. Τους έδωσε δυο επιλογές: εξορία ή θάνατος. Για λίγη ώρα σταμάτησαν όλοι να μιλάνε, κοίταζε ο ένας τον άλλον και ψιθύριζαν. Τελικά μετά από λίγη ώρα όλοι μια φωνή ξεστόμισαν τη λέξη ΕΞΟΡΙΑ.

Διέταξε τότε ο βασιλιάς την προσωπική του φρουρά να τον πετάξουν έξω από το βασίλειό του και να μη σκεφτεί να γυρίσει πίσω ποτέ ξανά. Αφού έφυγε ξεκίνησε το μεγάλο γλέντι. Ήταν προς τιμήν του λαού του που πήραν τη σωστή απόφαση. Η σπηλιά πλέον ήταν γνωστή με το όνομα « ΣΠΗΛΙΑ ΤΩΝ ΨΙΘΥΡΩΝ»

Δυστυχώς στην ζωή μας υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι, που για δικό τους όφελος μας βάζουν να συγκρουόμαστε μεταξύ μας. Να χαλάνε εξαιτίας αυτών χρόνιες σχέσεις και φιλίες που χτίστηκαν με πολύ κόπο. Αναγνωρίστε τα άτομα αυτά γρήγορα και πετάξτε τα από τη ζωή σας όσο πιο μακριά γίνεται. Η εμπιστοσύνη μεταξύ φίλων και οικογένειας δεν πρέπει να διαταράσσεται ποτέ. Μπορεί να γνωρίζονται κάποιοι μεταξύ τους πολύ καλά και να λένε ότι αυτό δε πρόκειται να μη συμβεί ποτέ σε αυτούς. Αλλά μη ξεχνάτε ότι είμαστε άνθρωποι και κάνουμε λάθη και από τα λάθη μας συνήθως μαθαίνουμε. Ποτέ λοιπόν μη λέτε ΠΟΤΕ.

Συγγραφέας Άγγελος Παπαντωνίου

Σπούδασα Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων και απασχολούμαι στον τομέα του τουρισμού. Από μικρό παιδί θαύμαζα τα άτομα που είχαν την ικανότητα και το θάρρος να αποτυπώνουν τις σκέψεις τους. Το να βλέπω την φαντασία μου να παίρνει γραπτή μορφη και να γίνεται αποδεκτή και αρεστή με χαροποιεί πολύ.

Δείτε όλα τα άρθρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε