Ο χρυσός Βούδας

Το φθινόπωρο του 1988, η γυναίκα μου κι εγώ προσκληθήκαμε να μιλήσουμε για την αυτοεκτίμηση σε ένα συνέδριο στο Χονγκ Κονγκ. Επειδή δεν είχαμε ξαναπάει στην Άπω Ανατολή, αποφασίσαμε να παρατείνουμε το ταξίδι μας και να επισκεφτούμε την Ταϊλάνδη. Όταν φτάσαμε στην Μπανγκόκ, σκεφτήκαμε να πάμε να δούμε τους πιο ξακουστούς βουδιστικούς ναούς. Μαζί με το διερμηνέα και οδηγό μας, η Τζόρτζια, η γυναίκα μου, κι εγώ επισκεφτήκαμε αρκετούς ναούς εκείνη τη μέρα, αλλά μετά από λίγο άρχισαν όλα να ξεθωριάζουν μέσα μας. Υπήρχε ωστόσο ένας ναός που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μας. Ονομάζεται Ναός του Χρυσού Βούδα.

Ο ίδιος ο ναός είναι πολύ μικρός, όχι μεγαλύτερος ίσως από εννιά μέτρα επί εννιά. Μπαίνοντας μέσα, όμως, μείναμε άναυδοι βλέποντας ένα Βούδα από ατόφιο χρυσάφι, ύψους τριών περίπου μέτρων. Ζυγίζει πάνω από δυόμισι τόνους και η αξία του εκτιμάται στα διακόσια περίπου εκατομμύρια δολάρια! Ήταν ένα πραγματικά εκπληκτικό θέαμα – ο ήρεμος και καλοσυνάτος αλλά και επιβλητικός, από ατόφιο χρυσάφι, Βούδας να μας κοιτά χαμογελαστός.

Αρχίσαμε τα συνηθισμένα μιας επίσκεψης σε αξιοθέατα (παίρναμε φωτογραφίες ενώ συγχρόνως εκφράζαμε το θαυμασμό μας για το άγαλμα), όταν βρέθηκα μπροστά σε μια γυάλινη θήκη μέσα στην οποία υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι από κάτι πήλινο, πάχους είκοσι εκατοστών και μήκους τριάντα. Δίπλα από τη γυάλινη προθήκη, υπήρχε μια σελίδα γραμμένη σε γραφομηχανή που έλεγε την ιστορία αυτού του μεγαλειώδους έργου τέχνης.

Το 1957, μια ομάδα μοναχών, από κάποιο μοναστήρι, αναγκάστηκε να μεταφέρει έναν πήλινο Βούδα από το ναό τους σε άλλο μέρος. Το μοναστήρι τους έπρεπε να μεταφερθεί, γιατί από το σημείο εκείνο θα περνούσε ο νέος αυτοκινητόδρομος που θα διέσχιζε την Μπανγκόκ. Όταν ήρθε ο γερανός, μόλις σήκωσε το τεράστιο άγαλμα, εκείνο άρχισε να κάνει ρωγμές εξαιτίας του φοβερά μεγάλου του βάρους. Και σαν να μην έφτανε αυτό άρχισε να πέφτει βροχή. Ο επικεφαλής μοναχός, ανησυχώντας μήπως πάθει ζημιά, αποφάσισε να το ξανακατεβάσουν στο έδαφος και να το σκεπάσουν με ένα μεγάλο κομμάτι από μουσαμά για να το προστατέψουν από τη βροχή.

Αργότερα, το βράδυ της ίδιας μέρας, ο ηγούμενος του μοναστηριού πήγε να δει το Βούδα. Έριξε το φως του φακού του κάτω από το μουσαμά για να εξετάσει αν το άγαλμα ήταν στεγνό. Καθώς το φως έπεσε πάνω σε μια ρωγμή, πρόσεξε μια λάμψη που ερχόταν από μέσα και του φάνηκε παράξενη. Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά τη λάμψη αυτή, άρχισε να αναρωτιέται μήπως υπήρχε κάτι κάτω από την επιφάνεια. Πήγε στο μοναστήρι κι έφερε μια σμίλη κι ένα σφυρί κι άρχισε να κόβει ένα κομμάτι από το πήλινο άγαλμα. Όταν έσπασε λίγο την επιφάνεια, η λάμψη έγινε εντονότερη. Μετά από πολύωρη δουλειά ο μοναχός στεκόταν μπροστά στον καταπληκτικό, ολόχρυσο Βούδα.

Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι μερικές εκατοντάδες χρόνια πριν από την ανακάλυψη του μοναχού, ο στρατός της Βιρμανίας ετοιμαζόταν να εισβάλλει στην Ταϊλάνδη (που λεγόταν τότε Σιάμ). Οι μοναχοί του Σιάμ, καταλαβαίνοντας ότι η χώρα τους επρόκειτο να υποστεί σύντομα επίθεση, κάλυψαν τον πολύτιμο χρυσό Βούδα με ένα εξωτερικό στρώμα πηλού για να προφυλάξουν το θησαυρό τους από τη λεηλασία των Βιρμανών. Κατά τα φαινόμενα, οι Βιρμανοί κατέσφαξαν όλους τους μοναχούς και το μυστικό του χρυσού Βούδα δεν αποκαλύφθηκε μέχρι εκείνη την τυχερή μέρα του 1957.

Καθώς βρισκόμαστε στο αεροπλάνο, επιστρέφοντας στην πατρίδα μας, έκανα την εξής σκέψη: Είμαστε όλοι σαν τον πήλινο Βούδα, καλυμμένοι με ένα σκληρό κέλυφος που δημιουργεί ο φόβος, κι ωστόσο κάτω από αυτό ο καθένας από μας κρύβει ένα χρυσό Βούδα, ένα χρυσό Χριστό, ή μια χρυσή φύση που είναι ο πραγματικός μας εαυτός.

Σε κάποιο σημείο του χρόνου, μέσα στους αιώνες, αρχίσαμε να καλύπτουμε τη «χρυσή μας φύση», τον πραγματικό εαυτό μας. Όπως ακριβώς έκανε ο μοναχός με τη σμίλη και το σφυρί, έτσι πρέπει να κάνουμε κι εμείς: Πρέπει να κάνουμε σκοπό της ζωής μας να ανακαλύψουμε ξανά τον εαυτό μας.

«Βάλσαμο για την ψυχή» Jack Canfield εκδόσεις διόπτρα

Photo: Author/Depositphotos

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε