Η Γ.Α είπε ότι βρισκόταν σε μεγάλη θλίψη κι ότι είχε μπορέσει να περάσει τις πολλές δοκιμασίες της ζωής της με σχετική ευκολία, επειδή από την παιδική της ηλικία είχε ένα άσβηστο φως μέσα της αλλά προχθές αυτό το φως έσβησε ξαφνικά, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ πριν. Την είχαν πλημμυρίσει μια ξαφνική μοναξιά κι ένα ανυπόφορο κενό, τόσο τρομακτικά που για μερικές ημέρες δεν ήξερε τι της γινόταν. Είχε γίνει ανυπόφορο.

Είπε ότι θα έπρεπε να είχε κάνει κάτι η ίδια, όπως να επέτρεπε στον εαυτό της να γίνει αρνητική, να άφηνε να μπουν άσχημα πράγματα στο μυαλό της. Ίσως παραήταν δραστήρια, ίσως σπατάλησε τις δυνάμεις της, καθώς είχε πάρα πολλά να κάνει. Αλλά γιατί έπρεπε να την αφήσει το φως; Πώς θα μπορούσε να το φέρει πίσω;

Στην παιδική μας ηλικία και στην εφηβεία μας έχουμε συχνά μαζί μας αυτή την καταπληκτική φωτεινότητα, ένα τραγούδι μέσα στην καρδιά που μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή, που, όμως, σε κάποιους σβήνει γρήγορα. Έρχεται απρόσκλητο κι απλώς είναι μαζί μας. Το θεωρούμε κάτι αυτονόητο και ανυποψίαστοι ζούμε γύρω του. Αν δεν κάνουμε εσκεμμένα κάτι βίαιο και χαθούμε μέσα σε κάποια μεγάλη ανοησία, εκείνο συνεχίζει μαζί μας καλοκάγαθα χωρίς να ανακατεύεται, αλλά είναι πάντα εκεί.

Όμως, καθώς μεγαλώνουμε, μέσα στην ανία μας, μέσα στην αδυναμία κατανόησης που έχουμε, μέσα στον υλισμό μας, αρχίζουμε να είμαστε εξαρτημένοι από αυτό, γαντζωνόμαστε από αυτό, το φυλάμε σαν θησαυρό κι αρχίζουμε να το χρησιμοποιούμε. Τότε, κάποια μέρα φεύγει έτσι όπως ήρθε, χωρίς να ζητήσει την άδειά μας. Μένουμε με ένα βασανιστικό κενό, με μια ανυπόφορη μοναξιά, και κλαίμε γι΄αυτό που χάθηκε. Τότε ξυπνάει η μνήμη και ψάχνει τρόπους και μέσα για να ξαναζωντανέψει το φως. Κι αναρωτιέται εκείνος που έχασε το φως: «Τι έχω κάνει για να το χάσω;» «Τι πρέπει να κάνω για να το αποκτήσω πάλι;» «Υπάρχει καμιά ελπίδα;»

Η σκέψη περιπλανιέται πίσω μπρος κάνοντας κύκλους μέσα στην απελπισία και στην ελπίδα, δοκιμάζοντας όλους τους τρόπους για να το επαναφέρει, όπως μια μάνα το νεκρό παιδί της. Το ίδιο δεν κάνει κι εκείνη για το φως μέσα της, κάνοντας ό,τι μπορεί για να το επαναφέρει, δίνοντας στον εαυτό της εξηγήσεις, δικαιολογίες, προσπαθώντας να βρει τις αιτίες της εξαφάνισής του; Αυτό το στροβίλισμα του μυαλού της την εμποδίζει να κατανοήσει την πραγματική κατάστασή της. Δεν μπορεί ποτέ να το επαναφέρει γιατί δεν είναι κάτι που ανήκει στο μυαλό, και όσο ευχάριστη κι εμψυχωτική κι αν ήταν η συνεχιζόμενη εμπειρία του τώρα είχε τελειώσει.

Αν δεν το σκέφτεται σαν «σκληρό», θα πρέπει, όσο παράξενο κι αν της φαίνεται, να νιώσει ευγνωμοσύνη γιατί αυτό που έγινε είναι ένα ξύπνημα. Πριν το είχε αποδεχτεί, ζούσε μαζί του και προχωρούσε με τις συνηθισμένες δοκιμασίες της ζωής. Τώρα, όμως, είχε ένα οδυνηρό ξύπνημα: το σοκ της βαθιάς μοναξιάς, του κενού, χωρίς να έχει τίποτα να στηριχτεί επάνω του. Θα έπρεπε να ευχαριστήσει τους ουρανούς γι΄αυτό.

Μέσα σ΄αυτή την εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση όφειλε να βρίσκεται σε έντονη επαγρύπνηση, έτσι ώστε να μη χάνεται μέσα σε κάποια δευτερεύοντα θέματα, σε κάποιες δοξασίες, ερμηνείες, υποκατάστατα, επειδή η αναζήτηση παρηγοριάς θα καταστρέψει εντελώς την κατανόηση. Αυτή η αναζήτηση παρηγοριάς είναι υπερβολικά λεπτή, οι δρόμοι της είναι παραπλανητικοί, μουλωχτοί, και δεν οδηγεί πουθενά αλλού εκτός από το μαρασμό και τη θολότητα του νου.

Εάν δεν αναζητήσει θολή παρηγοριά, τότε βρίσκεται πια στην αρχή μιας αληθινής εσωτερικής ανάστασής της. Απογυμνωμένη εντελώς από κάθε είδους στηρίγματα, μπορεί – αν θέλει – να αρχίσει να σκάβει βαθιά μέσα της, κατανοώντας τα εμπόδια, τα μπλοκαρίσματά της. Όσο περισσότερο θα αποκτά επίγνωση, τόσο μεγαλύτερη και πλατύτερη θα γίνεται η ικανότητά της να «σκάβει» μέσα της, να κατανοεί. Στην αυτογνωσία βρίσκονται η σοφία και το άφθαρτο.

«Ο κόσμος μέσα μας» Κρισναμούρτι –  Εκδόσεις Καστανιώτη

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε