Σύμφωνα με την Helen Fisher και τους συνεργάτες της, ο λόγος που η ερωτική απόρριψη μας κάνει να αναπτύσσουμε εμμονή βρίσκεται στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα στη διέγερση συγκεκριμένων δομών του που σχετίζονται με τα κίνητρα, την ανταμοιβή, τον εθισμό και την επιθυμία. Χρησιμοποιώντας ως εργαλεία την μαγνητική τομογραφία (MRI), η ομάδα της εξέτασε τους εγκεφάλους 15 ανδρών και γυναικών (φοιτητών) που είχαν πρόσφατα απορριφθεί από τους συντρόφους τους, αλλά συνέχιζαν να υποστηρίζουν ότι ήταν τρελά ερωτευμένοι μαζί τους.

Κατά την εξέταση, τα υποκείμενα κοιτούσαν φωτογραφίες των πρώην συντρόφων τους. Ύστερα, συμπλήρωσαν μια απλή μαθηματική άσκηση. Η άσκηση ήταν μια απόπειρα περισπασμού των συμμετεχόντων από τις ερωτικές τους σκέψεις. Τέλος, οι ερευνητές τους έδειχναν μια φωτογραφία ενός οικείου προσώπου για το οποίο όμως δεν είχαν κανένα ερωτικό ενδιαφέρον. Η ομάδα βρήκε ότι οι εγκέφαλοι των συμμετεχόντων ήταν πιο ενεργοί σε περιοχές που σχετίζονταν με τα κίνητρα, την ανταμοιβή, την επιθυμία, το σωματικό πόνο και τη θλίψη, όταν κοιτούσαν τη φωτογραφία του ατόμου που τους απέρριψε, παρά όταν κοιτούσαν το ουδέτερο πρόσωπο.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε το 2010 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Neurophysiology δείχνει ότι οι άνθρωποι σε τέτοιες καταστάσεις στην ουσία υποφέρουν από σύνδρομο στέρησης και το ναρκωτικό είναι το άτομο που τους απορρίπτει, αφήνοντας τον έρωτά τους ανεκπλήρωτο. Αλλά τα αποτελέσματα αυτά δεν μας προσφέρουν περισσότερες πληροφορίες ως προς το γιατί ανταποκρινόμαστε με αυτό τον τρόπο σε μια ερωτική απόρριψη και δεν απαντά στο ερώτημα του πώς έχουμε αναπτύξει αυτή την προβληματική τάση να θέλουμε άτομα που δεν μας θέλουν.

Μπορεί να σκεφτείτε ότι πρόκειται για ένα ζήτημα πένθους και στεναχώριας. Αλλά αυτή δεν μπορεί να είναι η πλήρης απάντηση, καθώς σε μερικές περιπτώσεις δεν έχουμε χάσει κάτι που είχαμε πριν και το οποίο είναι λογικό έτσι να πενθήσουμε. Μπορεί να είμαστε τρελά ερωτευμένοι με κάποιον που δε μας θέλει και δεν μας ήθελε ποτέ, αλλά η κατάσταση να είναι το ίδιο επώδυνη, σαν να έχουμε μόλις χωρίσει.

Στο παρελθόν, εγώ, αλλά και άλλοι θεωρητικοί, έχουμε ισχυριστεί ότι ο πόνος που νιώθουμε όταν ο έρωτας δεν είναι αμοιβαίος, μπορεί να προκαλείται από κάποιο εξελικτικό χαρακτηριστικό που σχετίζεται με την κοινωνική απόρριψη σε συνδυασμό με το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει κάποιες φορές τα διαζύγια και τους χωρισμούς. Αλλά εδώ αυτό επίσης δεν εξηγεί το γιατί συχνά ποθούμε μόνο εκείνα τα άτομα που δεν μπορούμε να έχουμε.

Μια άλλη έκφανση αυτού του πόνου μπορεί να έχει να κάνει με την αντιλαμβανόμενη αξία του άλλου. Αν το άλλο πρόσωπο δε μας θέλει ή δεν είναι διαθέσιμο για σχέση, η αντιλαμβανόμενη αξία του ανεβαίνει. Γίνεται ξαφνικά περισσότερο πολύτιμος. Εξελικτικά μιλώντας, θα αποτελούσε πλεονέκτημα για εμάς να «ζευγαρώνουμε» με τον πιο δυνατό/ή σύντροφο. Επομένως, βγάζει νόημα το αυξημένο ενδιαφέρον μας για ένα άτομο το οποίο εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πολύτιμο.

Μια άλλη απάντηση μπορεί να σχετίζεται με την εθιστική μας προσωπικότητα. Η έρευνα της Fisher έδειξε ότι ο πόνος μετά από μια ερωτική απόρριψη ομοιάζει με εκείνο που νιώθουμε στον εθισμό από μια ουσία. Η ερώτηση παραμένει ωστόσο· τι είναι αυτό στο οποίο είμαστε εθισμένοι σε αυτή την περίπτωση;

Στην περίπτωση ενός χωρισμού, μπορεί να είμαστε εθισμένοι στον χρόνο που περνούσαμε με το άλλο άτομο, στα μηνύματα, στη συντροφιά και στο σεξ. Όμως, αν ο εγκέφαλός μας λειτουργεί παρομοίως όταν ο έρωτάς μας μένει ανεκπλήρωτος και δεν υπήρξε ποτέ σχέση, ποια είναι η πηγή των εθιστικών μας συναισθημάτων; Πιθανότατα, είμαστε εθισμένοι σε σκέψεις για το πώς θα ήταν. Από τη στιγμή που εθιζόμαστε σε αυτές τις σκέψεις, η απόρριψη από εκείνο το άτομο θα βιωθεί το ίδιο έντονα. Στην ουσία πρόκειται για εθισμό σε συγκεκριμένες σκέψεις.

Ο τρόπος σύνδεσης με τους γύρω σας μπορεί επίσης να επηρεάσει το πόσο εύκολα θα «κολλήσετε» με ένα άτομο που δε σας θέλει. Εκείνοι που έχουν έναν εξαρτημένο τρόπο προσκόλλησης θα αναζητήσουν ασυνείδητα άτομα που θα τους προκαλέσουν πόνο. Σε ένα κλασικό σενάριο, αυτά τα άτομα μεγάλωσαν σε μια οικογένεια που η μητέρα ή ο πατέρας τα απέρριψε συναισθηματικά. Κι έτσι το συναίσθημα της απόρριψης είναι ένα οικείο συναίσθημα. Αν έχουμε ένα ιστορικό απόρριψης λοιπόν, είναι πολύ πιθανό να αναζητήσουμε συνθήκες που να την ευνοούν. Ο εγκέφαλός μας την ερμηνεύει ως κάτι φυσιολογικό, ακόμα και αν λογικά συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι.

Τέλος, υπάρχει και μια διαφορετική τροπή στην τελευταία εξήγηση. Πολλές φορές, ψάχνοντας τέτοια επαναλαμβανόμενα σενάρια απόρριψης λόγω παλιών τραυμάτων, ελπίζουμε ενδόμυχα αυτή τη φορά η ιστορία να έχει ένα ευτυχισμένο τέλος. Μόνο που τις περισσότερες φορές αυτό δεν συμβαίνει. Εδώ αξίζει να θυμάστε τον ορισμό του Αϊνστάιν για την παράνοια- το να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα.

Berit Brogaard, καθηγήτρια φιλοσοφίας και Διευθύντρια του Εργαστηρίου Brogaard του Πανεπιστημίου του Miami / Photo: Author/Depositphotos

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε