Η διαδικασία μάθησης των παιδιών συνιστά ένα ζήτημα που μας ενδιαφέρει όλους, κάποιους από την επιστημονική σκοπιά, άλλους από την πλευρά της εκπαιδευτικής πολιτικής και για τους περισσότερους από την σκοπιά ενός γονέα. Παρακολουθώντας τον γιο μου να ανακαλύπτει κάτι καινούριο, όπως το πώς να βάζει τα τουβλάκια στο κατάλληλο κενό σχήμα ή το πώς να παίξει μουσική, καταπλήσσομαι και ενθουσιάζομαι ως μητέρα αλλά και ως ερευνήτρια. Τα δύο του χρόνια του προσφέρουν κάθε μέρα μια νέα ανακάλυψη και εγώ είμαι κάτι παραπάνω από χαρούμενη να τον παρακολουθώ όσο εκείνος μαθαίνει τον κόσμο γύρω του.

Κάποιοι ερευνητές έχουν παρομοιάσει τα βρέφη και τα νήπια με «μικρούς επιστήμονες», πειραματιζόμενα με το περιβάλλον τους για να μάθουν νέα πράγματα. Όπως οι επιστήμονες, έτσι και τα παιδιά όντως μαθαίνουν νέες πληροφορίες, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολύ λίγοι επιστήμονες δουλεύουν μόνοι τους. Για την ακρίβεια, οι επιστήμονες συχνά καταφέρνουν περισσότερα, όταν εργάζονται σε ζευγάρια ή ομαδικά και απ’ ότι αποδεικνύεται , το ίδιο ισχύει και για τα μικρά παιδιά.

Σε συμφωνία με αυτή την ιδέα, ένας πολύ γνωστός ψυχολόγος από τη δεκαετία του 1900 με το όνομα Λεβ Σεμιόνοβιτς Βιγκότσκι πρότεινε κάτι αρκετά επαναστατικό για εκείνη την εποχή. Ισχυρίστηκε ότι τα παιδιά πετυχαίνουν περισσότερα, όταν δουλεύουν με κάποιον εξυπνότερο από εκείνα. Περιέγραψε τη «ζώνη της επικείμενης ανάπτυξης», κατά την οποία ένα παιδί μπορεί να μάθει με μεγαλύτερη επιτυχία με τη βοήθεια ενός ενήλικα, συχνά των μαμάδων τους. Μέσα σε αυτή ζώνη, οι γονείς μπορούν να χτίσουν συγκεκριμένες συμπεριφορές στα παιδιά τους, παρέχοντάς τους καθοδήγηση και συμβουλές, απαραίτητες βάσεις για να στηρίξουν την προσπάθειά τους να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούν.

Ευτυχώς, αυτό το «χτίσιμο» δεν είναι κάτι για το οποίο οι γονείς πρέπει να προσπαθήσουν σκληρά- το κάνουν φυσικά, μιλώντας ή παίζοντας με τα παιδιά τους. Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να δούμε τέτοια παραδείγματα οποιαδήποτε στιγμή μια μητέρα μιλά στο μωρό της. Τα μωρά λατρεύουν να βλέπουν το χαμόγελο της μαμάς τους, οπότε ένα απλό χαμόγελο είναι αρκετό για να δράσει ως μια θετική ενίσχυση, ενθαρρύνοντάς το να επαναλάβει ό,τι έκανε αμέσως πριν από αυτό. Με αυτό τον τρόπο, μέσω ενός χαμόγελου, ενός χαδιού στην πλάτη, οι μητέρες μπορούν να βοηθήσουν τα μωρά τους ακούσια να μάθουν.

Για παράδειγμα, οι ερευνητές ενδιαφέρονταν να μάθουν πώς οι μαμάδες διαμορφώνουν τη διαδικασία μάθησης της γλώσσας στα μωρά τους, εκπαιδεύοντας τις συμμετέχουσες να επιβραβεύουν τα 8χρονα παιδιά τους, κάθε φορά που εκείνα μουρμούριζαν. Κι αυτό το έκαναν χαμογελώντας ή πλησιάζοντάς τα. Μετά από ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στο εργαστήριο, τα παιδιά αυτά μουρμούριζαν ακόμα περισσότερο και καλύτερα, άρχισαν να ακούγονται συλλαβές και λέξεις, σε αντίθεση με τα παιδιά που δεν λάμβαναν καμία ενίσχυση. Επιπλέον, όταν οι μαμάδες τους απαντούσαν σε αυτά τα ψελλίσματα επαναλαμβάνοντας παρόμοιους ήχους, τα μωρά προσάρμοζαν τις δικές του φωνές, ώστε να ταιριάζουν στους ήχους που μόλις είχαν κάνει οι μαμάδες τους.

Το σημαντικότερο εδώ είναι όμως ότι οι γονείς μπορούν να οικοδομήσουν συμπεριφορές επίσης κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και έτσι να βοηθήσουν τα μωρά τους να μάθουν νέες και σημαντικές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων. Για παράδειγμα, επιστήμονες θέλησαν να ερευνήσουν το πώς οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν μέσω δραστηριοτήτων παιδιά 2 χρόνων να επιλύσουν προβλήματα. Τους έδωσαν λοιπόν τουβλάκια και τους ζήτησαν να χτίσουν έναν πύργο, ταιριάζοντας όμως τα τουβλάκια σύμφωνα με το μέγεθός τους.

Κατά τη διάρκεια των αλληλεπιδράσεων, οι γονείς ήταν πραγματικά πολύ καλοί στο να προσφέρουν στα παιδιά τους την κατάλληλη βοήθεια και τις οδηγίες, ώστε να ενισχύσουν την ικανότητα των παιδιών τους για να φτιάξουν τον πύργο. Πιο συγκεκριμένα, οι μαμάδες αποδείχτηκαν ιδιαιτέρως καλές στο να καθοδηγούν τα παιδιά τους, ενώ παράλληλα τους επέτρεπαν ελεύθερα να εξερευνήσουν τα αντικείμενα και το χώρο.

Συνεπώς, φαίνεται ότι οι γονείς είναι φυσικά έτοιμοι και καλοί στο να καθοδηγούν τη διαδικασία μάθησης των παιδιών κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, χωρίς να χρειάζεται να κάνουν κάτι ξεχωριστό ή να προσπαθήσουν ιδιαιτέρως. Αλλά, αν εσείς νιώθετε ότι θέλετε να κάνετε κάτι παραπάνω, υπάρχουν επιπρόσθετες έρευνες οι οποίες αποδεικνύουν τα πολλά οφέλη του κατευθυνόμενου παιχνιδιού ή του παιχνιδιού που απαιτεί μια πιο συγκεκριμένη εμπλοκή του γονέα. Βέβαια και εδώ, οι γονείς δεν χρειάζεται να κάνουν πολλά, αφού και κάποιες απλές ερωτήσεις κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού μπορούν να προάγουν τη μάθηση. Για παράδειγμα, μια έρευνα έδειξε ότι τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερα για τη μηχανική, όταν οι γονείς τους κάνουν ανοιχτές ερωτήσεις όσο εκείνα χτίζουν έναν ουρανοξύστη με τουβλάκια.

Μια παρόμοια έρευνα υποδεικνύει ότι τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερα για τη λειτουργία ενός νέου παιχνιδιού, αν οι γονείς τους τα ρωτήσουν αν μπορούν να σκεφτούν πώς δουλεύει και τι μπορούν να κάνουν με αυτό. Το κλειδί εδώ είναι η παροχή μιας μικρής βοήθειας και οι ερωτήσεις για να ενθαρρύνουν τα παιδιά να συνεχίσουν να εξερευνούν, χωρίς όμως να τα κατευθύνουν. Πράγματι, τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερα, εξερευνώντας μόνα τους, παρά παρακολουθώντας τους ενήλικες, όπως και μέσω έμμεσων οδηγιών.

Το κεντρικό όμως ζήτημα εδώ είναι ότι τελικά τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα μέσω του παιχνιδιού και το πιο σημαντικό είναι ότι αν και μπορούν να μάθουν παίζοντας μόνα τους, τα καταφέρνουν καλύτερα όταν παίζουν με κάποιον εξυπνότερο από εκείνα, όπως η μαμά ή ο μπαμπάς. Δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να μπείτε στο ρόλο του δασκάλου κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Αυτό όπως προείπαμε γίνεται συνήθως αυθόρμητα, δίνοντας απλά σημασία στο παιδί σας. Ανοιχτές ερωτήσεις και ευκαιρία για εξερεύνηση αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας μάθησης. Κι όπως οι οικοδόμοι ρίχνουν τις βάσεις για το χτίσιμο ενός σπιτιού, έτσι και εσείς παρέχετε στα παιδιά την κατάλληλη στήριξη για να αναπτυχθούν.

Vanessa LoBue, Ph.D., επίκουρη καθηγήτρια στο Rutgers University

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε