Είναι ο άνθρωπος καλός ή κακός; Είναι ελεύθερος ή καθορίζεται από τις συνθήκες; Ή μήπως αυτές οι εναλλακτικές είναι λάθος και δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο ή μήπως είναι και το ένα και το άλλο; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα εξυπηρετούσε καλύτερα το σκοπό μας να ξεκινήσουμε με την εξέταση ενός άλλου ερωτήματος. Μπορούμε να μιλάμε για την ουσία ή τη φύση του ανθρώπου, και αν ναι, πώς μπορούμε να την ορίσουμε;

Σχετικά με το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για την ουσία του ανθρώπου, βρίσκει κανείς αμέσως δύο αντιφατικές απόψεις: Η μία λέει ότι δεν υπάρχει ουσία του ανθρώπου. Αυτή είναι η άποψη του ανθρωπολογικού σχετικισμού, που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά το προϊόν των πολιτιστικών προτύπων που τον διαμορφώνουν.

Από την άλλη, η εμπειρική εξέταση της καταστροφικότητας σε αυτό το βιβλίο βασίζεται στην άποψη που υποστηρίζει ο Φρόυντ και πολλοί άλλοι ότι η φύση του ανθρώπου πράγματι υπάρχει. Μάλιστα, όλη η δυναμική ψυχολογία βασίζεται σε αυτή τη λογική υπόθεση. Η δυσκολία εύρεσης ενός ικανοποιητικού ορισμού της φύσης του ανθρώπου έγκειται στο ακόλουθο δίλλημα: Αν υποθέσει κανείς ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη ουσία που αποτελεί τη φύση του ανθρώπου, αναγκάζεται να υιοθετήσει μια μη εξελικτική, ανιστορική θέση, που υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος δεν έχει υποστεί καμία θεμελιώδη αλλαγή από τότε που πρωτοεμφανίστηκε.

Μια τέτοια αντίληψη δύσκολα εναρμονίζεται με το ότι υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των πιο υπανάπτυκτων προγόνων του και του πολιτισμένου ανθρώπου, όπως εμφανίζεται τα τελευταία τέσσερα με έξι χιλιάδες χρόνια της ιστορίας. Από την άλλη, αν αποδεχτεί κανείς την έννοια της εξέλιξης, και επομένως πιστεύει ότι ο άνθρωπος μεταβάλλεται συνεχώς, τι απομένει ως σταθερό περιεχόμενο της υποτιθέμενης «φύσης» ή «ουσίας» του ανθρώπου;

Αυτό το δίλλημα δεν επιλύεται από τέτοιους «ορισμούς» του ανθρώπου, όπως ότι είναι ζώο κοινωνικό (Αριστοτέλης), ένα ζώο με την ικανότητα να υπόσχεται (Νίτσε) ή ένα ζώο που παράγει με προνοητικότητα και φαντασία (Μαρξ). Αυτοί οι ορισμοί εκφράζουν ουσιώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπου, αλλά δεν αναφέρονται στην ουσία του.

Πιστεύω ότι το δίλλημα μπορεί να επιλυθεί ορίζοντας την ουσία του ανθρώπου όχι ως ένα χαρακτηριστικό ή μια ουσία που είναι δεδομένη, αλλά ως μια αντίφαση εγγενή στην ανθρώπινη ύπαρξη. Την αντίφαση αυτή τη συναντάμε σε δύο σύνολα δεδομένων: 1) Ο άνθρωπος είναι ζώο, ωστόσο ο ενστικτώδης εξοπλισμός του, σε σύγκριση με εκείνον των άλλων ζώων, είναι ελλιπής και δεν επαρκεί για να διασφαλίσει την επιβίωσή του, παρά μόνο αν παράξει τα μέσα για να ικανοποιήσει τις υλικές ανάγκες του και να αναπτύξει ομιλία και εργαλεία.

Ο άνθρωπος διαθέτει ευφυΐα, όπως και τα άλλα ζώα, η οποία του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τις νοητικές διεργασίες του για την επίτευξη άμεσων, πρακτικών στόχων. Αλλά ο άνθρωπος διαθέτει και ένα άλλο νοητικό χαρακτηριστικό που στερούνται τα ζώα. Έχει επίγνωση του εαυτού του, του παρελθόντος και του μέλλοντός του, που είναι ο θάνατος, και ότι είναι ασήμαντος και αδύναμος.

Έχει επίγνωση των άλλων ως άλλων – ως φίλων, εχθρών ή ξένων. Ο άνθρωπος υπερβαίνει όλα τα άλλα είδη ζωής επειδή αποτελεί, για πρώτη φορά, ζωή με αυτεπίγνωση. Ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα στη φύση, εκτεθειμένος στις επιταγές και τα ατυχήματά της, ωστόσο υπερβαίνει τη φύση επειδή δεν χαρακτηρίζεται από εκείνη την έλλειψη επίγνωσης που κάνει τα ζώα μέρος της φύσης – ένα μαζί της.

Ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την τρομακτική αντίφαση να είναι δέσμιος της φύσης, αλλά, παρ’ όλα αυτά, να είναι ελεύθερος στους στοχασμούς του. Να είναι μέρος της φύσης και παρ’ όλα αυτά να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια ανωμαλία της φύσης. Να μην είναι ούτε εδώ ούτε εκεί. Η ανθρώπινη αυτοσυνειδησία έχει κάνει τον άνθρωπο ξένο στον κόσμο, αποκομμένο, μοναχικό και τρομαγμένο.

Η αντίφαση που έχω περιγράψει μέχρι στιγμής είναι ουσιαστικά η ίδια με την κλασική άποψη ότι ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα και σώμα και ψυχή, και άγγελος και θηρίο, ότι ανήκει σε δύο κόσμους που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Αυτό που θέλω να υποδείξω τώρα είναι ότι δεν αρκεί να αντιλαμβανόμαστε αυτή την αντίφαση ως ουσία του ανθρώπου, δηλαδή ως εκείνο χάρη στο οποίο ο άνθρωπος είναι άνθρωπος.

Είναι αναγκαίο να φτάσουμε πέρα από αυτή την περιγραφή και να αναγνωρίσουμε ότι κάθε εσωτερική αντίφαση του ανθρώπου απαιτεί λύση. Συγκεκριμένα ερωτήματα προκύπτουν άμεσα από την υπόδειξη της αντίφασης: Τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει τον τρόμο που είναι έμφυτος στη ύπαρξή του;

Τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για να βρει μια αρμονία που θα τον απελευθερώσει από το μαρτύριο της μοναχικότητας και θα του επιτρέψει να αισθανθεί άνετα εντός του κόσμου, να βρει ένα αίσθημα ενότητας;

Η απάντηση που πρέπει να δώσει ο άνθρωπος σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι θεωρητική (αν και αντανακλάται στις ιδέες και τις θεωρίες για τη ζωή), αλλά μία που αφορά ολόκληρη την ύπαρξή του, τα συναισθήματα και τη δράση του.

Η απάντηση που θα δοθεί μπορεί να είναι καλύτερη ή χειρότερη, αλλά ακόμη και η χειρότερη απάντηση είναι καλύτερη από το τίποτα. Υπάρχει ένας όρος που κάθε απάντηση πρέπει να ικανοποιεί: Πρέπει να βοηθάει τον άνθρωπο να ξεπεράσει το αίσθημα της μοναχικότητας και να αποκτήσει το αίσθημα της ενότητας, της μοναδικότητας και το αίσθημα του ανήκειν. Υπάρχει πλήθος απαντήσεων τις οποίες μπορεί να δώσει ο άνθρωπος σε αυτό το ερώτημα που του θέτει το γεγονός ότι γεννήθηκε άνθρωπος.

Θέλω να τονίσω και πάλι ότι από μόνες τους καμία από αυτές τις απαντήσεις δεν αποτελούν την ουσία του ανθρώπου. Η ουσία του συνίσταται στο ερώτημα και στην ανάγκη απάντησής του. Οι διάφορες μορφές ανθρώπινης ύπαρξης δεν αποτελούν την ουσία, αλλά τις απαντήσεις στην καθαυτή αντίφαση που είναι η ουσία του ανθρώπου.

«Η καρδιά του ανθρώπου» Erich Fromm εκδόσεις Διόπτρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε