Το 1955 ένα έμφραγμα παραλίγο να σκοτώσει τον Πρόεδρο Αϊζενχάουερ. Εκείνη την εποχή, οι καρδιοπάθειες παρουσίαζαν έξαρση στις ΗΠΑ. Έτσι, η πανίσχυρη Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία αποφάσισε, με βάση στοιχεία που δεν αποδείχτηκαν ακράδαντα, να κηρύξει τον πόλεμο στα κορεσμένα λίπη.

Έξω οι μπριζόλες, το βούτυρο, το πλήρες γάλα και το τυρί. Μέσα η μαργαρίνη, τα φυτικά έλαια, το ψωμί, τα δημητριακά, τα ζυμαρικά, το ρύζι και οι πατάτες. Ο άνθρωπος που έπεισε την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία, και στη συνέχεια ολόκληρο τον κόσμο, να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο ήταν ο φυσιολόγος Άνσελ Κις.

Τη δεκαετία του 1950 διεξήγαγε μια έρευνα όπου συνέκρινε την κατανάλωση λιπαρών και τον θάνατο από καρδιοπάθειες σε άντρες από έξι χώρες. Έδειξε ότι οι άντρες στις ΗΠΑ που έπαιρναν μεγάλο μέρος των θερμίδων τους από τα λιπαρά ήταν πιθανότερο να πεθάνουν από καρδιοπάθεια σε σύγκριση με τους Ιάπωνες, που κατανάλωναν λίγα λιπαρά. Η σχέση φαινόταν ξεκάθαρη και πειστική. Δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι Ιάπωνες έτρωγαν επίσης λιγότερη ζάχαρη και λιγότερες επεξεργασμένες τροφές. Το γεγονός ότι σε κάποιες χώρες, όπως η Γαλλία, συναντάμε υψηλά ποσοστά κατανάλωσης λίπους και συγχρόνως χαμηλά ποσοστά καρδιοπάθειας θεωρήθηκε απλώς παράδοξο.

Η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία έδωσε στον Κις τη στήριξη και τις ευλογίες της, και η καμπάνια κατά του λίπους ξεκίνησε με ορμή. Χρειάστηκε λίγος καιρός, αλλά μέχρι τη δεκαετία του 1980 είχε συντελεστεί μια δραματική αλλαγή στη διατροφή των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι ακολούθησαν τη συμβουλή του γιατρού τους και αντικατέστησαν τα ζωικά λιπαρά, όπως το γάλα και το βούτυρο, με μαργαρίνη, προϊόντα με χαμηλά λιπαρά και φυτικά έλαια.

Η εκστρατεία κατά των κορεσμένων λιπαρών δεν βασίστηκε μόνο στον φόβο των φραγμένων αρτηριών. Η διαδεδομένη άποψη ήταν ότι αν έτρωγες λίπος, αποκτούσες λίπος. Γραμμάριο προς γραμμάριο, το λίπος περιέχει περισσότερες θερμίδες από τους υδατάνθρακες και τις πρωτεΐνες. Έτσι, σκέφτηκαν ότι ο ευκολότερος τρόπος να χάσει κάποιος βάρος ήταν να περιορίσει το λίπος. Δημιουργήθηκαν δίαιτες φτωχές σε λιπαρά και έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους ιατρικούς κύκλους. Ο πατέρας μου δοκίμασε αρκετές και με όλες έχασε βάρος. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να τις τηρήσει για πολύ. Δεν ήταν ο μοναδικός.

Το ποσοστό επιτυχίας των προγραμμάτων διατροφής με λίγα λιπαρά, ακόμα κι εκείνων που συνδυάζονται με στενή επίβλεψη και ισχυρά κίνητρα, είναι μικρό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η μελέτη «Look Ahead» (Κοίτα Μπροστά), που διεξήχθη το 2001. Δεκαέξι ιατρικά κέντρα στις ΗΠΑ στρατολόγησαν 5.000 υπέρβαρους διαβητικούς για να πάρουν μέρος σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη. Οι μισοί έλαβαν τη συνήθη περίθαλψη, ενώ οι άλλοι μισοί ακολούθησαν μια δίαιτα με χαμηλά λιπαρά. Η δεύτερη ομάδα είχε στη διάθεσή της προσωπικούς διατροφολόγους, γυμναστές και ομάδες ψυχολογικής στήριξης – τους καλύτερους στην αγορά.

Η μελέτη θα ολοκληρωνόταν το 2016, όμως διακόπηκε μετά από 10 χρόνια «ματαιότητας». Οι ασθενείς που ακολουθούσαν τη φτωχή σε λιπαρά δίαιτα είχαν χάσει μόνο λίγο περισσότερο βάρος από την ομάδα ελέγχου και τα ποσοστά καρδιοπάθειας και εγκεφαλικών ήταν τα ίδια. Οι ασθενείς με διαβήτη είχαν καταφέρει να μειώσουν την πρόσληψη λιπαρών, όμως αυτό δεν επέφερε ούτε την επιθυμητή απώλεια βάρους ούτε τα επιθυμητά οφέλη για την υγεία τους.

Εντωμεταξύ, η εκστρατεία κατά του λίπους είχε πετύχει, αφού πλέον ο κόσμος έτρωγε περισσότερο «διαιτητικά» προϊόντα με μειωμένα ή καθόλου λιπαρά. Όμως δεν αδυνατίσαμε. Αντιθέτως παχύναμε. Μέρος του προβλήματος οφείλεται στο ότι οι κατασκευαστές τροφίμων αφαίρεσαν το λίπος, αλλά για να κάνουν τα προϊόντα τους πιο ελκυστικά, πρόσθεσαν ζάχαρη. Το χαμηλό σε λιπαρά μάφιν του Starbucks, για παράδειγμα (που δεν διατίθεται πλέον ή τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να το βρω στην ιστοσελίδα του Starbucks), περιείχε 430 θερμίδες και 13 κουταλάκια ζάχαρη.

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι αν ένα προϊόν έγραφε «χαμηλά λιπαρά» στην ετικέτα του δεν θα τους πάχαινε. Υπήρχαν γιατροί που έλεγαν στο κοινό ότι δεν μπορείς να παχύνεις τρώγοντας υδατάνθρακες, και ο καταξιωμένος διατροφολόγος Τζιν Μάγιερ δήλωσε ότι το να συμβουλεύσεις το κοινό να ακολουθήσει μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες «ισοδυναμεί με μαζική δολοφονία».

Φοίτησα στην ιατρική στα 1980, όταν η εκστρατεία κατά του λίπους βρισκόταν στο ζενίθ. Απαρνήθηκα το βούτυρο, την κρέμα γάλακτος και τα αβγά. Έτρωγα σπάνια κόκκινο κρέας, άρχισα να παίρνω αποβουτυρωμένο γάλα και γιαούρτι με μειωμένα λιπαρά, παρόλο που δεν μου άρεσαν, επειδή ήμουν σίγουρος ότι μου έκαναν καλό.

Τις επόμενες δεκαετίες, παρά τις στερήσεις, πήρα περίπου 14 κιλά και τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα μου ανέβηκαν. Η πλούσια σε υδατάνθρακες και φτωχή σε λιπαρά διατροφή που ακολουθούσα δεν με έκανε πιο υγιή, αλλά το αντίθετο. Γιατί…;

«Προλάβετε το Διαβήτη & Ρυθμίστε το Σάκχαρό σας σε 8 εβδομάδες» Michael Mosley – Εκδόσεις Πεδίο

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε