Νένα Βενετσάνου. Η υπέροχή μας ερμηνεύτρια, γυρνά πίσω στο χρόνο και θυμάται, πως έκανε το βήμα. Πώς τόλμησε το 1977 να μείνει στην Ελλάδα και να μην γυρίσει στη Γαλλία. Ήταν η αρχή μιας μεγάλης καριέρας…

«Ήταν το 1977, είχα έλθει το καλοκαίρι για λίγο στην Ελλάδα και έκανα βόλτα στην Αθήνα, περνούσα από έναν παράδρομο της Σταδίου και σκεφτόμουν εάν έμενα στην Ελλάδα, τι θα έκανα σε αυτό τον τόπο. Ο κόσμος μετά τη Χούντα, ήταν μαγκωμένος και συγχρόνως εξαγριωμένος. Προσπαθούσε ωστόσο να εκφραστεί με χίλιους δύο τρόπους. Το πολιτικό τραγούδι ήταν στο φόρτε του τότε. Μια ωραία εποχή θα έλεγα, φάνταζε όμορφη. Εγώ όμως δεν αισθανόμουν τόσο οικεία. Ανέβαινα λοιπόν εκείνο τον δρόμο και συναντάω ένα μαγαζί που είχε κάτι παλιά αντικείμενα της δεκαετίας του 20 και έκατσα να τα κοιτώ. Είδα λοιπόν έναν άνθρωπο μέσα να επισκευάζει ένα χαλί.

Μου έκανε εντύπωση και αναρωτήθηκα εάν υπάρχουν κι’ άλλοι τέτοιοι άνθρωποι. Μπαίνω μέσα να δω τι είναι αυτός ο άνθρωπος-ξωτικό. Με ρώτησε εάν θέλω κάτι. Του είπα πως απλώς κοιτώ. Αυτός με περιεργάζονταν και με ρώτησε εάν ήμουν από εδώ. Του είπα πως είμαι από εδώ και η επόμενη ερώτηση του ήταν εάν ζω εδώ. Του είπα όχι, πως ζω στο εξωτερικό. Πιάσαμε κουβέντα για τα πολιτικά. Μου λέει καθίστε. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αρμένικης καταγωγής. Μιλώντας λοιπόν για το αν θα έμενα ή θα έφευγα από την Ελλάδα τελικά, ο άνθρωπος αυτός μου είπε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να ζει κανείς μακριά από την πατρίδα του. Και αρχίζει να μου λέει για τους αρμένιους που ζούσαν στην Ελλάδα. Μου χάρισε και ένα βιβλίο για τον διωγμό των αρμενίων. Το έχω ακόμη το βιβλίο εκείνο. Διαβάζοντάς το λοιπόν κατάλαβα τι σημαίνει να ζει κανείς ως ξένος.

Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος και το ταξίδι ήταν για εμάς τρόπος ζωής. Δεν μας τρόμαζε το έξω. Ο αδελφός μου τότε σπούδαζε στη Γαλλία, είχε αποφασίσει να μείνει εκεί, αλλά δίσταζε και να το ανακοινώσει στους γονείς. Εγώ όμως δεν ήθελα να αφήσω τη μαμά μου πίσω μόνη της, σε ένα σπίτι άδειο. Είχε ανοίξει πια και πολιτικά ο ορίζοντας και έτσι αποφάσισα για όλους αυτούς τους λόγους να μείνω. Με ενδιέφερε αποκλειστικά το ελληνικό τραγούδι, ήταν ο τόπος μου. Πίστευα ότι κανένα άλλο τραγούδι δεν έχει αυτό το μέγεθος, το βάθος και το πέταγμα ψυχής. Και αυτό οφείλεται στον λόγο και στο ότι ο λόγος αυτός σε πάει προς την ελευθερία της έκφρασης, δεν σε δεσμεύει με ακαδημαϊκές φιοριτούρες.

Είχαμε και έναν Θεοδωράκη ο οποίος τα «χε σπάσει όλα». Καίγονταν η μουσική και το τραγούδι μαζί του, είχε φλόγα η εποχή και ήταν πάρα πολύ ωραίο αυτό. Δεν υπήρχε ιδανικότερο μέρος από την Ελλάδα για εμένα. Όπως και τώρα δεν υπάρχει. Όταν βλέπω τα παιδιά να φεύγουν λέω κρίμα για όσα χάνουν. Χάνουν την επαφή με τη ρίζα τους και όλα όσα έχουν σχέση με τον οίκο τους, την εστία τους. Όσοι φεύγουν πικραμένοι μπορεί να συναντήσουν και την ευτυχία, αλλά θα αισθάνονται πάντα πικραμένοι και δεν είναι ωραίο στη ζωή να αισθάνεσαι πικραμένος. Η απόφαση να μείνω δεν σήμαινε και εύκολο δρόμο. Βέβαια δεν είχα έλθει για να κάνω καριέρα τραγουδιού, είχα έλθει να κάνω το master μου και κατάλαβα ότι ήταν αδύνατον να το συνεχίσω εδώ γιατί δεν υπήρχαν τα αρχεία που χρειαζόμουν.

Έπρεπε να γράψω την ιστορία της ελληνικής τέχνης από την αρχή, πράγμα αδύνατον. Υπήρχε μεγάλο κενό στο επάγγελμα. Τότε οι διπλωματούχοι ιστορικοί τέχνης άντε να ήμασταν 5-6 σε όλη την Ελλάδα. Οπότε όταν ζήταγες πληροφορίες και έλεγες ότι τις ήθελες για μεταπτυχιακό, οι άνθρωποι δεν σε εμπιστεύονταν. Είχα τρομάξει, μετά συναντήθηκα με τον Τσαρούχη και δεν τα πήγαμε καθόλου καλά. Δεν ταιριάξαμε. Και κάποια στιγμή είπα δεν μπορώ να κάθομαι να ασχολούμαι με ανθρώπους που δεν έχουν επίγνωση του εαυτού τους. Με θύμωσε ο Τσαρούχης. Πιστεύω ότι αυτή ήταν η πιο τολμηρή μου κίνηση.

Πέταξα την εργασία μου στην αυλή μιας φίλης μου, κραυγάζοντας: Δεν θέλω να έχω γύρω μου ανθρώπους που θα πρέπει να τους λιβανίζω. Δεν μου αρέσει. Είπα μια μεγάλη αλήθεια μου στην αυλή της και ποτέ δεν έφτιαξα αυλή, ούτε ήμουν ποτέ στην αυλή κανενός. Ήθελα με το σπαθί μου. Αυτό που μου έδινε σιγουριά στην Ελλάδα, ήταν η οικογένεια, το σπίτι και οι φίλοι. Αυτή τη βάση έξω τη χάνεις.

Με το τραγούδι προσπάθησα πολύ για ό,τι έφτιαξα. Δεν ήταν εύκολα, όμως δεν απογοητεύτηκα. Μου έλεγαν στην αρχή «μα πως τραγουδάς έτσι, η φωνή σου είναι περίεργη, τα τραγούδια σου δεν είναι καλά». Δεν με ένοιαζε. Όπως δεν με ενδιέφερε να επιβεβαιώσω κανέναν, έτσι και δεν με ενδιέφερε να επιβεβαιωθώ από κάποιον. Το θέμα είναι να ολοκληρωθείς ως άτομο, να φτάσεις στο βάθος της σκέψης, της ύπαρξής σου. Και το είχα πάρει απόφαση πως δεν θα καταφέρω να γίνω… Μαρία Κάλλας του έντεχνου, τουλάχιστον όμως θα εμβαθύνω σε αυτό το στυλ τραγουδιού που μου άρεσε πολύ και που το θεωρούσα μοναδικό. Και άρχισα να κάνω κίνηση προς τα μέσα.

Και αυτή η κίνηση προς τα μέσα στο είδος αυτό, με έφερε κοντά στους ανθρώπους που το κατασκεύαζαν, που ήταν ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος, ο Μαμαγκάκης. Και σιγά -σιγά πλούτισα το ρεπερτόριό μου. Γιατί χωρίς ρεπερτόριο δεν μπορείς να πας μακριά. Δηλαδή εφάρμοζα τα πράγματα που είχα κατά νου, μάθαινα κοντά τους και έφτιαχνα και τα δικά μου. Βρήκα αυτά που μου αρέσουν αλλά και αυτά που μου πάνε. Και έτσι με αγάπησαν οι συνθέτες.

Επίσης με ανακάλυψε και ο Πατσιφάς, που ήταν μεγάλο κεφάλαιο για το τραγούδι και μου έδωσε την ευκαιρία να βγω στην δισκογραφία με δικά μου τραγούδια. Κάτι που δεν θα τολμούσα ποτέ να διεκδικήσω. Στην ουσία δηλαδή, ο Πατσιφάς πήρε το ρίσκο για εμένα. Κάτι είδε σε μένα, που εγώ δεν το διέκρινα ότι το εκπέμπω. Θα πρέπει λοιπόν αυτό που βγάζουμε να είναι ένα δικό μας πράγμα. Να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτό και μετά να το αφήνουμε ελεύθερο. Να μην είμαστε ιδιοκτήτες των πραγμάτων. Εμένα με ενδιέφερε η στιγμή που θα ερμηνεύσω. Να είναι όλα σωστά, όπως πρέπει.

Τέλος, θέλω να πω στα νέα παιδιά πως πρέπει να διαβάζουν. Η μόρφωση δεν είναι μόνο να ξέρεις γράμματα. Αλλά να έχεις επίγνωση της ιστορίας του σήμερα. Να μην πάνε μόνο πίσω. Να ψάχνουν τις σημερινές αιτίες των πραγμάτων. Και να μην συνδυάζουν αναγκαστικά τη σπουδή με το επάγγελμα. Εγώ άλλα σπούδασα, με άλλα έβγαλα το ψωμάκι μου. Αυτά που σπούδασα μου έδωσαν τη δομή. Για τον καλλιτέχνη η ιστορία της τέχνης είναι σαν το ιστορικό του ασθενή για τον ιατρό, σαν την Βίβλο για τον ιερέα.

Όσο για τη δουλειά, η δουλειά άμα καθίσει κάτι που πρέπει να το κάνεις, κάν’ το καλά. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Γκιουλμπενκιάν πώς έγινε εκατομμυριούχος απάντησε:

«Στην αρχή μου είχαν δώσει να σπρώχνω ένα καροτσάκι. Αλλά το έσπρωχνα καλά»

Και κέρδιζε το μεροκάματο του με την εξυπνάδα του. Δεν πρέπει να αισθανόμαστε ότι η δουλειά είναι ντροπή. Είναι χαρά. Και είναι χαρά όχι για αυτά που θα βγάλουμε αλλά γιατί είμαστε ζωντανοί και μας αρέσει να κάνουμε πράγματα. Όπου δούλεψα ήμουν υπεύθυνη και έσπρωχνα το καροτσάκι καλά και με χαρά».

Powered by Διόπτρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε