Ο Βρετανός ψυχοθεραπευτής Michael Soth μιλάει στην Εναλλακτική Δράση
για την Τεχνική της Άδειας Καρέκλας, την Gestalt και άλλα ενδιαφέροντα.

Όταν η τεχνική χρησιμοποιείται σωστά, οι καρέκλες γίνονται απλά οι εξωτερικές χωρικές αναπαραστάσεις του τι συμβαίνει στο νου του ατόμου, με κάθε τρόπο, με το επιπλέον πλεονέκτημα ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι διάλογοι γίνονται περισσότερο ξεκάθαροι.

Η Τεχνική της Άδειας Καρέκλας: Συνέντευξη με τον Βρετανό ψυχοθεραπευτή Michael SothΟ Michael Soth είναι ένας Συνθετικός-Σχεσιακός Σωματικός Ψυχοθεραπευτής, εκπαιδευτής και επόπτης. Έχει ως βάση την Οξφόρδη της Αγγλίας με 30 χρόνια εμπειρίας εργασίας και διδασκαλίας συνθετικής προσέγγισης. Αρχικά εκπαιδεύτηκε στο Chiron Centre for Body Psychotherapy στο Λονδίνο, όπου δούλεψε αργότερα ως Διευθυντής Εκπαίδευσης για 18 χρόνια.

Στις 23 Μαρτίου, θα έχουμε την χαρά να τον υποδεχτούμε στην Αθήνα όπου θα παραδώσει ένα διήμερο σεμινάριο με θέμα την περίφημη «Τεχνική της Άδειας Καρέκλας», το οποίο, αξίζει να πούμε ότι έγινε sold out μέσα σε λίγες μέρες (Δείτε περισσότερα εδώ). Πρόκειται για μια ψυχοθεραπευτική τεχνική η οποία εφαρμόζεται για πάνω από 5 δεκαετίες και είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε μεγάλη μερίδα ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών που χρησιμοποιούν την προσέγγιση της Gestalt.

Μέσω του εκπροσώπου της Gestalt Institute of San Francisco στην Αθήνα, Τζαχάνη Δημήτρη, η Εναλλακτική Δράση επικοινώνησε με τον κ. Soth για να μας εξηγήσει περισσότερα την Τεχνική της Άδειας Καρέκλας


1. Τι το ιδιαίτερο έχει η τεχνική της άδειας καρέκλας; Άρχισε να εφαρμόζεται τη δεκαετία του ’60, μέχρι τώρα θα έπρεπε να θεωρείται αναχρονιστική, ξεπερασμένη από πιο σύγχρονες τεχνικές.

Συμφωνώ ότι υπάρχουν ορισμένες πλευρές της διαδικασίας της άδειας καρέκλας και ο τρόπος που η τεχνική αρχικά αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε, που σήμερα είναι ξεπερασμένα. Αλλά η βασική αρχή είναι σημαντική και είναι αυτή που αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου. Αυτός είναι και ο λόγος που έχει υιοθετηθεί και χρησιμοποιηθεί σε μια ευρεία γκάμα ανθρωπιστικών και βιωματικών θεραπευτικών προσεγγίσεων, συχνά ακόμα και από ψυχοθεραπευτές που δεν εκτιμούν την προέλευση της τεχνικής, δηλαδή τη θεραπεία Gestalt.

Όταν η τεχνική χρησιμοποιείται σωστά, οι καρέκλες γίνονται απλά οι εξωτερικές χωρικές αναπαραστάσεις του τι συμβαίνει στο νου του ατόμου, με κάθε τρόπο, με το επιπλέον πλεονέκτημα ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι διάλογοι γίνονται περισσότερο ξεκάθαροι. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι ο επικριτικός εσωτερικός σχολιασμός: για πολλούς ανθρώπους, οι συζητήσεις που ξετυλίγονται στο νου τους έχουν μια συγκρουσιακή δομή του στοιχείου της επιβολής (top-dog) έναντι του αυθόρμητου, συναισθηματικού στοιχείου (underdog). Πολλοί άνθρωποι έχουν έναν εσωτερικό κριτή στο μυαλό τους, που τους αξιολογεί και τους κάνει να ντρέπονται- μια συζήτηση που τους κάνει εύκολα να νιώθουν άγχος, δυστυχία και ανασφάλεια.

Όταν καταφέρουμε να εξωτερικεύσουμε αυτή τη συζήτηση στις δύο καρέκλες και να δώσουμε στις εσωτερικές αυτές φωνές, το αντίστοιχο σώμα και την συναισθηματική παρουσία, η δυναμική ανάμεσά τους γίνεται πιο απτή και παρατηρήσιμη. Αντί απλά να πιστέψουμε τη φωνή του κριτή και να θεωρήσουμε ότι αυτή είναι η αλήθεια, γίνεται φανερό ότι πρόκειται για θέση ισχύος από την οποία συχνά λείπουν η ενσυναίσθηση και η κατανόηση για τον άλλο ή στην οποία αποφεύγονται οι συναισθηματικές συνδέσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, η στάση του εσωτερικού αυτού κριτή αναγνωρίζεται ως ένα ακριβές αντίγραφο της γονικής στάσης (είτε της μητέρας, είτε του πατέρα).

Η δουλειά που γίνεται στην άδεια καρέκλα και στη διπλή καρέκλα συνιστά μια εξαιρετικά δημιουργική τεχνική με όρους μετασχηματισμού, μετατρέποντας δηλαδή την ομιλία σε εμπειρία. Ένα από τα πιο κοινά προβλήματα των «ομιλούντων» θεραπειών είναι η αποσυνδεδεμένη ομιλία- η επαναληπτική, αμυντική ομιλία, επιρρεπής στον περισπασμό. Ο Fritz Perls προσδιόρισε μια τέτοια άδεια ομιλία ως «about-ism», η οποία πρόκειται για μια διαδεδομένη ασθένεια. Χρησιμοποιώντας τις καρέκλες, μπορούμε να επεκτείνουμε το «about-ism» σε ζωντανή εμπειρία, σε μια αλληλεπίδραση με σάρκα και οστά.

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την άδεια καρέκλα δημιουργικά, ώστε να εξερευνήσουμε μια ευρεία γκάμα της δυναμικής των σχέσεων: τις πραγματικές σχέσεις με τους ανθρώπους στη ζωή του πελάτη (σύντροφοι, γονείς, σύζυγοι, παιδιά, φίλοι, συνάδελφοι κλπ.), αλλά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνική το ίδιο αποτελεσματικά και για τις εσωτερικές σχέσεις, ανάμεσα σε διαφορετικές πλευρές του ψυχισμού (π.χ. top-dog έναντι underdog, εσωτερικός γονέας και παιδί, τωρινός εαυτός και μελλοντικός εαυτός, θηλυκή και αρσενική πλευρά)· μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για να εξερευνήσουμε τις σχέσεις ανάμεσα σε φιγούρες που εμφανίζονται στα όνειρά μας ή ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία του ψυχοσώματός μας.

Εν ολίγοις, η επαφή ανάμεσα σε οποιαδήποτε σχέση μπορεί να εξερευνηθεί, χρησιμοποιώντας τις καρέκλες. Αυτές μπορούν να μεταμορφώσουν αυτό που φαίνεται ως μια αθώα λεκτική ή φιλοσοφική αντιπαράθεση ανάμεσα σε αφηρημένες θέσεις σε έναν συναισθηματικά φορτισμένο διάλογο ανάμεσα σε ανθρώπους.

Ορισμένες από τις δογματικές στάσεις της δεκαετίας του ’60- η λατρεία για τον ατομικισμό και για την αυτονομία, για παράδειγμα- παρείσφρεαν στο πώς αρχικά εφαρμοζόταν η τεχνική της άδειας καρέκλας και έχει περάσει και σε άλλες γενιές. Μια από τις συχνότερες παγίδες είναι οτι από τη στιγμή που οι ψυχοθεραπευτές νιώθουν πως έχουν ρισκάρει να την προτείνουν, πρέπει να φέρουν κάποια μαγική λύση ύστερα, επειδή αλλιώς δεν βρίσκουν νόημα εξαρχής στο να την προτείνουν.

Μπορούμε να εξισορροπήσουμε αυτές τις δογματικές υποθέσεις με στοιχεία από άλλες προσεγγίσεις που συχνά αποκλείονται από την πρακτική της Gestalt, ειδικότερα ψυχαναλυτικά στοιχεία. Αλλά μπορούμε επίσης να βελτιώσουμε την τεχνική μέσω- για παράδειγμα- της σωματικής ψυχοθεραπείας, των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, του νευρογλωσσικού προγραμματισμού και των συστημικών οπτικών. Αυτές μπορούν να μας βοηθήσουν να αποφύγουμε ορισμένες από τις παραδοσιακές παγίδες της τεχνικής και να την κάνουμε πιο αποτελεσματική και εκλεπτυσμένη. Μια απλή τροποποίησή της είναι να χρησιμοποιήσουμε επιπλέον καρέκλες για να φέρουμε το συστημικό πλαίσιο στο διάλογο (π.χ. μια τρίτη καρέκλα για τη θέση του παρατηρητή).

2. Η άδεια καρέκλα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους θεραπευτές της Gestalt; Ποιο είναι το νόημα της μάθησης μιας επιπλέον τεχνικής, η ψυχοθεραπεία έχει να κάνει περισσότερο με τη σχέση, έτσι δεν είναι;

Όπως προανέφερα, πολλές άλλες ανθρωπιστικές προσεγγίσεις, ιδιαίτερα η ψυχοσύνθεση, αλλά επίσης οι σύγχρονες υβριδικές προσεγγίσεις όπως η θεραπεία σχημάτων, έχουν προσαρμόσει την άδεια καρέκλα και την συμπεριλαμβάνουν στην ποικιλία των τεχνικών τους. Ορισμένες φορές, μια τέτοια εκλεκτική και πραγματιστική χρήση μιας τεχνικής μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, για παράδειγμα, όταν η επεξηγητική και πειραματική ατμόσφαιρα της Gestalt χάνεται και αντικαθίσταται από μια πολύ κατευθυντική στάση ή από μια πολύ μηχανιστική διαδικασία. Αλλά γενικά, η τεχνική είναι πολύ ευέλικτη και παραμένει αποτελεσματική λόγω της πειραματικής της φύσης.

Συμφωνώ ότι υπάρχουν πολλοί σχεσιακοί ψυχοθεραπευτές που αμφισβητούν συνολικά τη χρήση τεχνικών. Νιώθουν ότι πολύ συχνά χρησιμοποιούνται τεχνικές από ψυχοθεραπευτές, για να διατηρήσουν μια αποστασιοποιημένη, αμυντική ή εν μέρει- ιατρική θεραπευτική στάση ειδικού. Θεωρούν ότι όλες οι τεχνικές δημιουργούν αυτόματα ένα όριο ανάμεσα στον πελάτη και τον ψυχοθεραπευτή και ότι θέτουν μια ανθυγιεινή δυναμική εξουσίας.

Σαφώς και μπορώ να δω το νόημα της αμφισβήτησης και της κριτικής τους. Εντούτοις, πιστεύω ότι το να αποφύγουμε τη χρήση όλων των τεχνικών, επειδή κάποιοι ψυχοθεραπευτές τις χειρίζονται αμυντικά, βασίζεται σε πολύ περιορισμένη σύλληψη του τι εννοούμε λέγοντας «σχεσιακός». Για μένα, η σχεσιακότητα δεν αναφέρεται μόνο στη σχέση ανάμεσα στον θεραπευόμενο και στον ψυχοθεραπευτή ως δύο ανθρώπους· στη δική μου σύλληψη της σχεσιακότητας, χρειάζεται να συμπεριλάβουμε την προσοχή στις συσχετίσεις και στις ομοιότητες ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις.

Ως ένα απλό παράδειγμα, σκέφτομαι αυτό που εγώ ονομάζω «τρεις παράλληλες σχέσεις»: μια δυναμική εξωτερικής σχέσης από το παρελθόν, που γίνεται το αποτύπωμα για μια εσωτερική σχέση ( δηλαδή, το εξωτερικό εσωτερικεύεται ως μια αντικειμενότροπη σχέση), που ύστερα με τη σειρά της εξωτερικεύεται και προβάλλεται στις τρέχουσες εξωτερικές σχέσεις (συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης με τον ψυχοθεραπευτή).

Όταν σκεφτόμαστε τη σχεσιακότητα με αυτό τον σύνθετο τρόπο, ως μια συνύφανση και ένα καθρέφτισμα ανάμεσα στις εσωτερικεύσεις και στις εξωτερικεύσεις, τότε οι τεχνικές μπορούν να γίνουν εργαλεία για εμβάθυνση, ενίσχυση και εντατικοποίηση της εσωτερικής και/ή εξωτερικής επαφής. Η σύλληψή μας για την ψυχοθεραπευτική θέση επίσης γίνεται πιο σύνθετη και περιλαμβάνει την ένταση ανάμεσα στον ψυχοθεραπευτή ως άτομο και στον ψυχοθεραπευτή ως ρόλο- ένας ρόλος που μπορεί και χρειάζεται να περιλαμβάνει τη χρήση τεχνικών.

3. Αντλείτε από τη ψυχανάλυση, όπως και από τη σωματική ψυχοθεραπεία, αλλά και από άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις… Τι κερδίζουμε από μια σύνθετη προσέγγιση στην τεχνική της καρέκλας και στην ψυχοθεραπεία γενικά; Υπάρχει κίνδυνος να καταλήξουμε τελικά να γνωρίζουμε λίγο απ’ όλα, αλλά χωρίς πραγματικό βάθος ή εξειδίκευση;

Από τις απαρχές της προσπάθειας για μία σύνθεση στη ψυχοθεραπεία τη δεκαετία του ’90, είχε γίνει κατανοητό ότι προσπαθώντας να συνθέσουμε τις παραδοσιακές θεραπευτικές προσεγγίσεις, ερχόμασταν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο του εκλεκτικού κατακερματισμού. Αυτό υπήρξε ένα πραγματικό πρόβλημα για τα τελευταία 25 χρόνια. Διεξήγαγα σεμινάρια στη Μ. Βρετανία για τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα της σύνθεσης ακριβώς εξαιτίας αυτών των προβλημάτων.

Κάποιες μορφές ψυχοθεραπευτικών συνθέσεων παραμένουν επιφανειακές, επειδή παραβλέπουν τις παραδοσιακές συγκρούσεις και αντιθέσεις, οι οποίες δεν έγιναν χωρίς λόγο. Υπήρχαν βαθύτατοι φιλοσοφικοί και μετα- ψυχολογικοί λόγοι για τους οποίους είχαμε τους «πολέμους μεθόδων», όπως αναφέρονταν στην Αγγλία. Όμως, υπάρχει ένας τρόπος ενσωμάτωσης των συγκρούσεων ανάμεσα στα διάφορα ιστορικά παραδείγματα, ειδικά ανάμεσα στις ανθρωπιστικές και ψυχαναλυτικές παραδόσεις.

Η βασική ιδέα της σύνθεσης, που διατηρεί τις συγκρουσιακές και ασυμβίβαστες απαρχές των παραδόσεων, χωρίς να τις μειώνει, ή να τις παραβλέπει, είναι η επικύρωση των αντίστοιχων απόψεων, μοντέλων και πλεονεκτημάτων και η αναγνώριση της διαφορετικότητάς τους ως αντανάκλαση των συγκρούσεων στο άτομο και στον συλλογικό ψυχικό κόσμο.

Ύστερα, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις αντικρουόμενες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις μέσα μας ως βαρόμετρα ή ως διαπασών για τις αντίστοιχες συγκρούσεις στον ψυχισμό του πελάτη μας. Όπως ακριβώς ο ψυχισμός του θεραπευόμενου είναι ιστορικά κατασκευασμένος μέσω κληρονομούμενων συγκρούσεων, έτσι και ο ψυχοθεραπευτικός κλάδος είναι ιστορικά κατασκευασμένος μέσω συγκρούσεων. Ο ατομικός και συλλογικός ψυχισμός αντανακλούν ο ένας τον άλλο και εμείς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις παραλλήλους ανάμεσά τους, ώστε να εμβαθύνουμε την κατανόησή μας: μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον ένα, για να καταλάβουμε τον άλλο.

Στην ψυχαναλυτική γλώσσα μπορούμε να πούμε: οι συγκρούσεις στην αντιμεταβίβαση του ψυχοθεραπευτή μας δίνουν πληροφορίες για τις συγκρούσεις στον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου. Αυτό σημαίνει ότι δεν προσπαθούμε να βραχυκυκλώσουμε ή να ελαχιστοποιήσουμε τις συγκρούσεις ή δεν προσπαθούμε να πιέσουμε για κάποια αφηρημένη επίλυση ή να ανταγωνιστούμε την αλήθεια του άλλου, αλλά τις χρησιμοποιούμε ως όργανα ψυχολογικής αντίληψης.

4. Είστε κι εσείς σχεσιακός. Τι σημαίνει αυτό, τι προσφέρει; Δεν είναι όλη η ψυχοθεραπεία στο σύνολό της σχεσιακή, έτσι κι αλλιώς; Υπάρχουν άλλες σχεσιακές προσεγγίσεις, όπως εκείνη του Yalom. Τι κάνει τη δική σας μοναδική;

Η ιδέα του σχεσιακού είναι λίγο πολύ στη μόδα, τόσο πολύ που αρχίζει να χάνει το νόημά της και κινδυνεύει να γίνει απλά άλλο ένα σλόγκαν, άλλη μια πιασάρικη έκφραση. Στην Αγγλία, έκανα εργαστήρια για ψυχοθεραπευτές με τον τίτλο «Τι εννοούμε όταν λέμε «σχεσιακός»;», επειδή εκεί ακριβώς φαίνεται να επικρατεί έντονη σύγχυση.

Φαίνεται να υπάρχει μια επιφανειακή επικρατούσα άποψη ότι το να είναι κανείς «σχεσιακός» είναι καλό. Ωστόσο, αυτή η εμφανής συμφωνία καταρρέει στο πρώτο εμπόδιο: όταν ρωτάμε τι εννοούν οι άνθρωποι με τον όρο «σχεσιακός», γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι οι ψυχοθεραπευτές από διαφορετικές παραδόσεις έχουν τελείως διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες ιδέες. Για κάποιους σημαίνει να είναι κανείς ενσυναισθητικός, συντονισμένος και διορθωτικός· για άλλους σημαίνει να είναι κανείς αυθεντικός, συνεννοήσιμος και αληθινός· για άλλους σημαίνει μια σχεδόν ιατρική συνεργασία ανάμεσα σε δύο ενήλικες, ενώ για κάποιους άλλους το να είναι κανείς σχεσιακός χρειάζεται να συμπεριλάβει ασυνείδητες διεργασίες. Μπορούμε να δούμε ότι οι παραδοσιακές διακρίσεις και τα χάσματα ανάμεσα στις προσεγγίσεις εδώ αναπαράγονται, με τον καθένα να προσεγγίζει την ιδέα της σχεσιακότητας με την δική του προ- εγκαθιδρυμένη θέση και τρόπο εργασίας.

Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, δεν προσπαθώ να είμαι μοναδικός, αλλά μάλλον το αντίθετο: προσπαθώ να αγκαλιάσω, να ενσωματώσω και να επικυρώσω όλες τις διαφορετικές σχεσιακές σχέσεις και μεθόδους, χωρίς να μένω κολλημένος σε καμία από αυτές. Αυτή η ιδέα της «πολλαπλότητας των σχεσιακών τρόπων» αρχικά διαμορφώθηκε από μία Αγγλίδα ψυχοθεραπεύτρια το 1991, την Petruska Clarkson και εγώ την αναπτύσσω περαιτέρω σε αυτό που ονομάζω «μοντέλο διαμάντι», το οποίο επίσης συνθέτει την ιδέα μιας ψυχολογίας ενός ατόμου, ενός και μισού ατόμου και δύο ατόμων (που διαμορφώθηκε από μια Αμερικανίδα ψυχοθεραπεύτρια ονόματι Martha Stark).

Για μένα, η σχεσιακότητα δεν είναι απλά άλλο ένα ψυχοθεραπευτικό μοντέλο, θεωρία ή τεχνική, αλλά μια ολόκληρη δομή που στρέφει την προσοχή μας στην υποβόσκουσα σχεσιακή στάση του ψυχοθεραπευτή, η οποία δημιουργεί έναν συγκεκριμένο σχεσιακό χώρο ανάμεσα στον θεραπευόμενο και στον θεραπευτή. Η στάση δεν είναι κυρίως μια λειτουργία για το τι συμβαίνει στο αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο του ψυχοθεραπευτή και προηγείται της εφαρμογής θεωριών και τεχνικών. Ως σχεσιακός ψυχοθεραπευτής, θέλω η σχεσιακή θέση μου να είναι όσο πιο ρευστή και αλληλεπιδραστική γίνεται, παρά να οδηγείται δογματικά σε μια συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική παράδοση. Θέλω η σχεσιακή μου στάση να είναι ανοιχτή και ευαίσθητη στο ασυνείδητο του πελάτη, οπότε δεν πρέπει να είναι σταθερή, στατική και μονολιθική.

5. Μπορεί η άδεια καρέκλα να με βοηθήσει με τη σχέση μου; Κι αν ναι, πώς μπορεί να το κάνει και είναι αυτή η μόνη της χρήση;

Όπως προανέφερα, η τεχνική της άδειας καρέκλας μπορεί να εφαρμοστεί τόσο στις εξωτερικές, όσο και στις εσωτερικές μας σχέσεις. Στο ένα τέλος του φάσματος μπορεί να είναι πολύ πρακτική, σχεδόν σαν ένα εξερευνητικό παιχνίδι ρόλων διαφορετικών πιθανών απαντήσεων σε ένα πραγματικό άτομο (όπως η εξάσκηση για μια επαγγελματική συνέντευξη). Εντούτοις, γίνεται πιο ισχυρή και ψυχολογικά ευρύτερη, όταν προσέχουμε τα παράλληλα στοιχεία ανάμεσα στις εσωτερικές και στις εξωτερικές σχέσεις. Η τεχνική των δύο καρεκλών μπορεί σίγουρα να βοηθήσει να αναγνωρίσουμε συνειδητά τις προβολές μας, και όχι μόνο μια ιδέα, μια «αίσθηση».

Και επειδή οι προβολές αποτελούν μεγάλο μέρος των δυσλειτουργιών στις σχέσεις μας, δεσμεύομαι όταν λέω ότι όντως η τεχνική αυτή μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση των ερωτικών μας σχέσεων. Αλλά όπως προείπα: η τεχνική της άδειας καρέκλας μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξίσου για εσωτερικές σχέσεις και αναμφίβολα η πιο σημαντική σχέση είναι αυτή με τον εαυτό μας. Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους και λένε πράγματα όπως «Ξέρω ακριβώς τι είμαι!». Η ζωή μπορεί να γίνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα, όταν εγκαταλείψουμε τον απαράδεκτο (κατ’ εμέ) αυτό ισχυρισμό και εξετάσουμε την πιθανότητα η αυτοεικόνα και η ιδέα για τον εαυτό μας να είναι μια επιφανειακή προσέγγιση του τι σημαίνει ένας μυστηριώδης και άγνωστος εαυτός. Ο διάλογος με αυτόν είναι απεριόριστα ενδιαφέρων και αενάως εξελισσόμενος και μπορούμε σε αυτή τη διαδρομή να χρησιμοποιήσουμε και την τεχνική της άδειας καρέκλας.

6. Γιατί έχουμε εξαρχής την ανάγκη να κάνουμε σχέσεις;

Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση. Σύμφωνα με την παλιά καλή παράδοση της Gestalt, θα πρότεινα να αναδιαμορφώσουμε την ερώτηση του «γιατί» σε ερώτηση του «πώς». Θυμήθηκα έναν ερημίτη που αναρωτήθηκε, μετά από πολλά χρόνια απομόνωσης, αν τελικά ένιωθε μόνος. Η απάντησή του ήταν: «κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, όταν βρισκόμουν στη σπηλιά μου χωρίς να συναντώ ανθρώπους, κατέληξα στο ότι είναι αδύνατο να είναι κανείς μόνος».

Όπως μας λένε οι νευροεπιστήμες και η παρατήρηση βρεφών, η ανθρώπινη συνείδηση διαμορφώνεται και δομείται κοινωνικά μέσα σε σχέσεις. Ο Winnicott συνήθιζε να λέει: «ένα μωρό δεν υπάρχει μόνο του». Εννοούσε ότι υπάρχει εξαρχής μια σχέση μητέρας-μωρού. Ή όπως οι υπαρξιστές το θέτουν: «η σχέση είναι ένα εκ των προτέρων υπαρξιστικό προδοσμένο. Είναι οντολογικά αδύνατο να μην έχουμε σχέσεις».

Αυτό το λέμε χωρίς να αρνούμαστε ή να μειώνουμε τον πόνο που πολλοί άνθρωποι νιώθουν και περιγράφουν ως μοναξιά. Διαφορετικά επίπεδα και είδη τραύματος μπορεί να μας κάνουν να νιώσουμε τρομερά απομονωμένοι, που όντως τελικά καταλήγουμε να νιώθουμε εντελώς μόνοι.

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε