Ήμουν ένας άνθρωπος που φοβόμουν να ανοιχτώ, έδινα μεγάλη σημασία στη γνώμη των άλλων, μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που οι γονείς μου ήταν ιδιαίτερα επικριτικοί τόσο απέναντί μου όσο και με ανθρώπους που δεν συμπαθούσαν, δεν ήταν του κύκλου τους. Λογικό λοιπόν να γίνω ευαίσθητη στην κριτική των άλλων ανθρώπων και να φοβάμαι την έκθεση συναισθημάτων και απόψεων.

Έτσι λοιπόν μεγάλωσα και έκανα τα δικά μου παιδιά. Κλειστός χαρακτήρας, εγωκεντρικός, επικεντρωνόμουν σε ό,τι ήξερα ότι θα έχει ένα καλό αποτέλεσμα, δεν ρίσκαρα, δεν τολμούσα καινούρια πράγματα, ήθελα να σιγουρέψω πρώτα το θετικό αποτέλεσμα και μετά να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Αυτό όμως σπανίως γινόταν, ποιος άνθρωπος μπορούσε να μου εγγυηθεί εκ των προτέρων ότι, το αποτέλεσμα μιας πράξης που σκεφτόμουν να κάνω, θα είναι θετικό για μένα, δεν θα με εκθέσει στα μάτια του κόσμου. Να την πάλι η διαβολεμένη έκθεση! Ο κόσμος!

Έτσι κατέληγα να μην κάνω τίποτε που θα με βγάλει έξω από τα πλαίσια που είχα χαράξει για τον εαυτό μου. Γιατί πιστέψτε πως όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, χαράζουμε πλαίσια γύρω μας λες και ράβουμε τις εμπειρίες μας σαν ένα κοστούμι στα μέτρα μας. Αυτό όμως μας περιορίζει φοβερά, μας καθηλώνει σε μία συμβατική ζωή.

Τα παιδιά μου μεγάλωναν και εγώ επίσης. Πέρασα την κρίση της μέσης ηλικίας και εκεί γύρω στα 40  άρχισα να αναζητώ διεξόδους από το κλουβί που είχα κλείσει τον εαυτό μου: μακριά από ανθρώπους, μόνο επαγγελματικές σχέσεις, φίλους δεν είχα, περιστασιακά μόνο ανθρώπους για να βγαίνω που και που για καφέ, περιστασιακά λέω γιατί και αυτήν την ανάγκη μου την είχα καταπιέσει στο βωμό του προτύπου «καλή μητέρα»= αυτή που κλείνεται σπίτι και ασχολείται με τα παιδιά. Έτσι με βόλευε βέβαια. Είπαμε οι διαπροσωπικές σχέσεις ήταν τοπίο αχαρτογράφητο και επομένως ριψοκίνδυνο για την συναισθηματική μου ισορροπία.

Κάποια στιγμή χτύπησε ο συναγερμός. Η στιγμή να κάνω την υπέρβαση του φόβου μου είχε φτάσει. Η ανάγκη να βγω από το σπίτι κυριολεκτικά και μεταφορικά είχε γίνει πολύ έντονη και επιτακτική. Γιατί λέω μεταφορικά; Γιατί το σπίτι μου δεν ήταν αυτή η ωραία μονοκατοικία σε ένα χωριό κάπου στα βόρεια της Ελλάδας αλλά και και μία άσχημη μονο…κατοικία του εαυτού μου που δεν άνοιγε την πόρτα της σε άλλους ανθρώπους, ακόμη και συγγενείς.

Ίσως με βοήθησε η γυμναστική, ίσως ο υγιεινός τρόπος ζωής που επέλεξα να κάνω για να χάσω κάποια κιλά, ίσως τα βιβλία αυτοβελτίωσης και αυτοβοήθειας, ίσως ο υποστηρικτικός άντρας μου, ίσως τα παιδιά μου που έβλεπα να πλάθονται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση δική μου και έβλεπα ότι δεν τους άξιζε γιατί τους στερούσα επιλογές, ίσως γιατί είχε φτάσει η ώρα να κάνω την προσωπική μου υπέρβαση.

Όπως κάθε υπέρβαση, πιστεύω είχε και η δική μου τα πισωγυρίσματά της. Απογοητεύσεις αλλά και ευχάριστες εκπλήξεις. Η μεγαλύτερη έκπληξη όμως ήταν η διαπίστωση ότι αξίζω να με αγαπήσουν και άλλοι άνθρωποι πέρα από τα παιδιά μου ή τους γονείς μου που είναι αυτονόητο. Αξίζω να γίνω ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους. Μπορώ να τους δώσω πράγματα. Μπορώ να τους βοηθήσω  και έτσι μπορώ να εισπράξω την εκτίμησή τους. Όταν λέω βοήθεια εννοώ κυρίως συναισθηματική, υποστήριξη, μια καλή κουβέντα, ένα χαμόγελο, ευχάριστη ατμόσφαιρα στην παρέα, συμβουλή, κομπλιμέντο και άλλα παρόμοια. Και δίπλα σ’ αυτά κάποιες κακές γλώσσες που κατά κάποιον τρόπο ευθύνονταν για τα πισωγυρίσματα και τις απογοητεύσεις.

Και η έκθεση, ο φόβος του ευάλωτου, του τρωτού; Που πήγε; Εξαφανίστηκε εντελώς; ΟΧΙ βέβαια. Και δεν ήταν απαραίτητο όπως κατάλαβα πολύ αργότερα. Στην αρχή η προσπάθεια να πλησιάσω ανθρώπους χτυπούσε σε ανθρώπους –τοίχους- τείχη καμιά φορά. Και εγώ χτυπούσα και χαλούσα το ωραίο πρόσωπό μου! Και να την η απογοήτευση και η αίσθηση της τρωτότητας ξανά. Όμως στην πορεία κατάλαβα πως δεν χρειάζεται να έχω και τόσο καλοδιατηρημένο πρόσωπο, ότι η απογοήτευση και τα σημάδια της, τα δάκρυα στα μάτια, οι συσπάσεις του προσώπου είναι λυτρωτικά και εξαγνιστικά. Καθαρίζουν το μυαλό, τις σκέψεις. Διώχνουν την επιδίωξη της τελειότητας.

Και να μόλις τώρα είπα την μαγική λέξη. Τελειότητα! Μόλις συνειδητοποίησα πως δεν χρειάζεται να είμαι τέλεια, άρχισα να μην φοβάμαι και τόσο. Άρχισα να μην φοβάμαι τους άλλους ανθρώπους και τη γνώμη ή την κρίση τους, άρχισα να τους καταλαβαίνω περισσότερο, να γίνομαι ένα με αυτούς, να νιώθω τη μαγική λέξη «ενσυναίσθηση». Να νιώθω πως εγώ και οι άλλοι μοιραζόμαστε τον ίδιο φόβο: το φόβο πως θα μας κρίνουν, τι θα πουν για εμάς, απλά σε κάποιους εμφανίζεται αυτός ο φόβος συγκαλυμμένος ή αντιδραστικός.

Είμαι περήφανη για την συνειδητοποίηση του φόβου μου, είμαι περήφανη που τον μοιράζομαι με άλλους, που κάνω τα πρώτα ανοίγματα στους άλλους, που προσπαθώ να καταλάβω καλύτερα τον εαυτό μου και τους άλλους, που η αυτοεκτίμησή μου ανεβαίνει όσο ανεβαίνει και η εκτίμηση των άλλων, που δίνω στις κακές γλώσσες τη θέση και την ερμηνεία που χρειάζεται να δώσω, που ανακαλύπτω πως στην τελική δεν είναι και τόσο κακές γιατί ο καθρέφτης που διαλέγω να καθρεφτιστώ πλέον είναι αυτός που με δείχνει πιο ψηλή, πιο αδύνατη, πιο ελκυστική, πιο ευδιάθετη, πιο αποφασιστική, πιο τολμηρή. Και κάτι ακόμη…

Τόλμησα να γράψω δημόσια πρώτη φορά στη ζωή μου! Μόνο που ακόμη δεν τολμώ να γράψω προσωπικά, παρόλα αυτά τολμώ να το πω και αυτό.

Μ.Τ

Powered by Διόπτρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε