«Εάν δεν ήταν τα παιδιά, δεν θα ήμασταν μαζί» δηλώνει βάση ερευνητικών δεδομένων ένα στα τρία ζευγάρια στην κοινωνία μας, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό την υπευθυνότητά τους απέναντι στα παιδιά. Ύστερα, ακούμε τους γονείς να υποστηρίζουν ότι τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν το κενό στην σχέση τους αφού δεν μαλώνουν μπροστά τους και όλα δείχνουν «μια χαρά» στα μάτια των μικρών. Ποια είναι η αλήθεια όμως;

Τι συμβαίνει στον ψυχισμό των παιδιών που βιώνουν καθημερινά την ανύπαρκτη σχέση των γονέων τους;

Αυτό που σε ένα πρώτο επίπεδο  χρειάζεται να ξεχωρίσουν οι γονείς είναι τη συζυγική σχέση από την γονεϊκή . Είναι δυο σχέσεις οι οποίες χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση και σε καμία των περιπτώσεων δεν ταυτίζονται. Αυτός ο διαχωρισμός είναι δύσκολος σε μια παιδοκεντρική οικογένεια όπως είναι η ελληνική όπου με την γέννηση του παιδιού, το ζευγάρι παύει να είναι σύζυγοι και χωρίζεται σε μητέρα και πατέρα.

Με την πάροδο του χρόνου, η συντροφική σχέση φθείρεται, γίνεται αόρατη και εξαντλείται. Χάνεται η επικοινωνία στο ζευγάρι, μειώνεται η έλξη και η επιθυμία σύνδεσης και η ζωή παίρνει μια γκρίζα απόχρωση κάτω από την υποχρεωτική πλέον συμβίωση. Οι γονείς φτάνουν να συνδέονται μεταξύ τους μόνο μέσα από τα παιδιά τους, κάτι που τους οδηγεί ασυνείδητα  να χρησιμοποιούν τα παιδιά για να καλύψουν τα συναισθηματικά κενά που βιώνουν στην παρούσα σχέση και έτσι να συντηρούν τα ακάλυπτα κομμάτια της.

Θα «κολλήσουν» με τα παιδιά τους, θα τα ερωτευτούν, θα τα αγαπάνε υπερβολικά, θα τα φροντίζουν υπερβολικά, θα τα προστατεύουν υπερβολικά, θα τα κάνουν υποκατάστατο του ανύπαρκτου συντρόφου τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, εάν παραμείνουν παντρεμένοι.

Αυτή είναι η λεγόμενη τριγωνοποίηση στην οικογένεια , όπου το παιδί παίρνει λάθος θέση στο οικογενειακό σύστημα, γίνεται σύζυγος της μαμάς η σύντροφος του πατέρα, σηκώνοντας όλο το βάρος της αποτυχημένης σχέσης των γονιών του. Με δυο λόγια, καλείται να παίξει τους ρόλους των γονέων γιατί οι ίδιοι οι γονείς αδυνατούν να εκπληρώσουν.  Έτσι, οι γονείς χωρίς να το καταλάβουν παγιδεύουν τα παιδιά τους σε δυσλειτουργικά τρίγωνα.

Η ανύπαρκτη σχέση δεν αφήνει περιθώριο επιλογής – οι ρόλοι στην οικογένεια μπερδεύονται και αντιστρέφονται! Το «μαζί για τα παιδιά» στην ουσία δεν είναι αγάπη και υπευθυνότητα απέναντι στα παιδιά όπως φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά φόβος και αδυναμία από την πλευρά των γονέων να αναλάβουν τις ευθύνες τους ως ενήλικες απέναντι σε μια νοσηρή κατάσταση.  Είναι η λύση που βρίσκουν ο ανώριμος πατέρας και η η ανώριμη μητέρα μοιράζοντας τις ευθύνες τους στα παιδιά τους, δίνοντάς τους έτσι ένα ασήκωτο φορτίο, ενώ ταυτόχρονα νιώθουν και δείχνουν να θυσιάζονται για αυτά.

Ένα παιχνίδι χωρίς λογική όπου όλοι οι συμμετέχοντες, μικροί και μεγάλοι, χάνουν και βουλιάζουν στην προσωπική τους δυστυχία χωρίς καν να αντιλαμβάνονται το μέγεθός της που γίνεται πολύ ορατό με την πάροδο του χρόνου. Η ερώτηση είναι ποιος από όλους το χρειάζεται αυτό τελικά;  Tα παιδιά για τα οποία γίνεται όλο αυτό;

Η απάντηση είναι –  σίγουρα όχι, και αυτό γιατί τους στερούμε έτσι ένα βασικό δικαίωμα και αυτό είναι να είναι παιδιά και όχι δεκανίκι των γονιών τους. Τα παιδιά τα οποία ζουν σε ένα σπίτι στο οποίο οι γονείς είναι  συναισθηματικά αποστασιοποιημένοι, ένα σπίτι χωρίς χάδι, τρυφερότητα, χωρίς έρωτα ανάμεσα στη μαμά και τον μπαμπά, αισθάνονται ότι είναι βάρος, βιώνουν κενό, νιώθουν ότι αυτά φταίνε που οι γονείς τους δεν είναι ευτυχισμένοι.

Ποια είναι τα αποτελέσματα πάνω στην ψυχολογία τους;

Μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τις ανάγκες των άλλων, όχι όμως να διεκδικούν τις δικές τους ανάγκες. Είναι τα «καλά παιδιά» που μπορεί να  δείχνουν ώριμα και δυνατά, αλλά μέσα τους είναι «στεγνά», πιεσμένα, εγκλωβισμένα και εξαρτημένα.

Ως ενήλικες, είναι εκείνα τα άτομα με αγχώδεις διαταραχές που δουλεύουν σκληρά, αναλαμβάνουν πολλές ευθύνες,  υποτιμούν  τον εαυτό τους γιατί νιώθουν πάντα λάθος και ποτέ αρκετοί, βιώνουν συνέχεια ενοχές και υποσυνείδητα θεωρούν ότι τους αξίζει η τιμωρία γιατί «χαντάκωσαν» δυο ανθρώπους, τους πιο αγαπημένους τους ανθρώπους…

Θυσιάζονται για τους άλλους, δεν χαίρονται τη ζωή βιώνοντας επαναλαμβανόμενα μέσα τους ότι ήταν και είναι το εμπόδιο για να είναι οι γονείς τους καλά, πιστεύοντας ότι η μαμά και ο μπαμπάς θα ήταν ευτυχισμένοι, εάν αυτά δεν υπήρχαν, αρά θεωρούν τον εαυτό τους τον λόγο δυστυχίας τους. Έτσι, τα παιδιά γίνονται «κολόνα», επιλέγοντας να είναι δυνατά  για την ζωή των άλλων και αδύναμα για τη δική τους ζωή, αυτοθυσιάζονται για τους γονείς και αργότερα για τους συντρόφους τους, επιλέγοντας πολλές φορές να τα δώσουν όλα, να εξαντληθούν και να καταρρεύσουν.

Μέσα τους, αναζητάνε να συνδεθούν διαφορετικά με τους γονείς τους, να  πετάξουν από πάνω τους το βάρος της ευθύνης της αποτυχημένης γονεϊκής σχέσης, αλλά θέλοντας να παραμείνουν πιστοί στους γονείς μένουν σε αυτήν την θέση γιατί πιστεύουν ότι τους το οφείλουν και πρέπει να τους  στηρίζουν με τον τρόπο αυτό μέχρι τον θάνατο τους. Πιστεύουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να θυσιάζονται.

Ταυτόχρονα, νιώθουν θυμωμένοι με τους γονείς τους που δημιούργησαν μέσα τους αυτά τα αρνητικά συναισθήματα για κάτι που δεν τους ζήτησαν ποτέ – όπως το να είναι μαζί εξαιτίας τους. Μεγαλώνοντας, ενώ θα τα ακούσουμε να  λένε στους γονείς τους να χωρίσουν εάν δεν είναι καλά μαζί, μέσα τους θα υποφέρουν από αόρατους φόβους μην γίνει αυτό, γιατί νιώθουν ακόμα την ευθύνη για την γονεϊκή σχέση και εάν χωρίσουν, αυτή η αποτυχία θα οφείλεται πάλι σε αυτούς.

Είναι οι άνθρωποι που θα παλεύουν με αντιφατικά συναισθήματα απέναντι στους γονείς τους  και στον εαυτό τους και νιώθουν χαμένοι στην ζωή και στις ερωτικές τους σχέσεις. Είναι τα μεγάλα μικρά μπερδεμένα ενήλικα παιδιά, τα οποία θα αναπαράγουν τέτοιες οικογενειακές σχέσεις γιατί αυτό το πρότυπο είχαν στην ζωή τους. Το αποτέλεσμα της θυσίας των γονέων για τα παιδιά τους σε μια τέτοια οικογένεια είναι να πλάσουν παιδιά που ως ενήλικες δεν θα ξέρουν ποιοι είναι. Θα γίνονται ό,τι θέλει ο άλλος, θα αναβάλλουν την ζωή τους για ένα αόριστο μέλλον.

Ποια είναι η λύση; Πως μπορούν όλοι να βγουν από αυτή την ψυχολογική κατάσταση;

Τη λύση θα την βρει κάθε οικογένεια μόνη της. Το πρώτο βήμα που είναι απαραίτητο, είναι να αναγνωρίσει το πρόβλημα για να μπορέσει σε ένα δεύτερο επίπεδο να το δουλέψει.

Για να είναι καλά όλα τα μέλη, οι λύσεις είναι δυο – είτε οι γονείς θα μείνουν στο γάμο (κι αυτό μόνο στην περίπτωση που αγαπιούνται ερωτικά), δηλαδή θα μείνουν  για τον εαυτό τους και το σύντροφό τους, θα ασχοληθούν με τη σχέση τους και θα μάθουν να είναι ευτυχισμένοι με αυτό που έχουν, είτε θα πάρουν την ευθύνη του χωρισμού και θα απελευθερώσουν τα παιδιά τους από το βάρος της ληγμένης σχέσης που τους έχουν αναθέσει.

Σίγουρα το χρέος μας απέναντι στα παιδιά είναι να τα διδάξουμε ειλικρίνεια και αληθινή αγάπη. Να τα διδάξουμε την ευτυχία, αλλά για να φτάσουμε σε αυτήν θα χρειαστεί να μην την φοβόμαστε.  Το καλύτερο δώρο για ένα παιδί είναι να δει τον γονέα του ευτυχισμένο! Μόνο έτσι μπορεί να ισορροπήσει μέσα του και να κλείσει τις πληγές του!

Αξίζει να απελευθερώσουμε τα παιδιά μας, να αναλάβουμε τις ευθύνες για τη ζωή μας και τα συναισθήματά μας και να προχωρήσουμε είτε μέσα στον γάμο είτε έξω από αυτόν σε μια ποιοτική ζωή που αξίζει σε μικρούς και μεγάλους. Σε κάθε περίπτωση εάν ανήκουμε σε τέτοιο είδος σχέσης θα πρέπει να προχωρήσουμε στις αλλαγές γιατί ο χρόνος σε τέτοιες καταστάσεις μετράει αντίστροφα!

Sylvia Gogiyska – Κλινική Υπνοθεραπεύτρια με εξειδίκευση στην Βιοθυμική  Ψυχοθεραπεία, Συστημική – Οικογενειακή Σύμβουλος, Συντονίστρια Ομάδων Αυτογνωσίας Εφήβων – Ενηλίκων – Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε