Οι διαφορές στην ανατομία του εγκεφάλου πιθανότατα να εξηγούν γιατί ορισμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται να διατηρήσουν ένα συγκεκριμένο διατροφικό πρόγραμμα, ενώ άλλοι τα καταφέρνουν με ευκολία. Αυτό ήταν το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξαν οι ερευνητές, αφού βρήκαν ότι ο όγκος της φαιάς ουσίας σε δύο εγκεφαλικές δομές προέβλεπαν την ικανότητα του ελέγχου όσον αφορά στις διατροφικές επιλογές. Οι δομές αυτές είναι ο πλαγιοραχιαίος προμετωπιαίος φλοιός (dlPFC) και ο μεσοκοιλιακός προμετωπιαίος φλοιός (vmPFC).

Αυτές οι δομές πιστεύεται ότι είναι σημαντικές στην αξιολόγηση των επιλογών και του αυτοελέγχου. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Neuroscience, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα εντοπίζουν εγκεφαλικούς δείκτες που μπορούν να προβλέψουν «τη διαιτητική επιτυχία ή αποτυχία» και παρέχουν πιθανούς θεραπευτικούς στόχους για την παχυσαρκία και για άλλες διατροφικές διαταραχές. Η μελέτη επίσης ενισχύει τον ερευνητικό τομέα, ώστε αυτός να μπορεί να αξιολογεί και να αντιμετωπίζει με καλύτερους τρόπους διατροφικές διαταραχές που εμπλέκουν προβλήματα αυτοελέγχου, όπως η βουλιμία και η ανορεξία.

Η «νευροοικονομία» του φαγητού

Η μελέτη ανήκει στην επιστήμη των «νευροοικονομικών», η οποία αναλύει τις εγκεφαλικές λειτουργίες πίσω από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Οι ερευνητές του πεδίου υποστηρίζουν ότι υπάρχουν δύο μηχανισμοί που κυριαρχούν ως προς την απόφαση του τι να καταναλώσουμε. Αρχικά, αξιολογούμε κάθε χαρακτηριστικό του προϊόντος. Ένα χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, μπορεί να είναι το πόσο γευστικό ή το πόσο υγιεινό είναι.

Ύστερα, επιλέγουμε το προϊόν εκείνο που έχει την υψηλότερη συνολική αξία, αφού λάβουμε υπόψη μας τη σημασία που δίνουμε σε κάθε χαρακτηριστικό του. Ο καθηγητής Plassmann και οι συνάδελφοί του ήθελαν να ερευνήσουν ποιες εγκεφαλικές δομές εμπλέκονται σε τέτοιες επιλογές και αν υπάρχει κάτι σε αυτές που θα μπορούσε να προβλέψει την ικανότητά μας να κάνουμε υγιεινές επιλογές. Μελέτησαν δεδομένα νευροαπεικόνισης του εγκεφάλου υγιών συμμετεχόντων – 45 ανδρών και 78 γυναικών – καθώς, εκείνοι επέλεγαν το φαγητό τους.

Φαιά ουσία και διατροφικός αυτοέλεγχος

Κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων, οι συμμετέχοντες παρατήρησαν εικόνες διατροφικών προϊόντων και τους ζητήθηκε να τα αξιολογήσουν ανάλογα με το πόσο γευστικά και υγιεινά είναι. Τους ζητήθηκε επίσης να επιλέξουν έχοντας ως βάση το πόσο υγιεινά είναι. Όταν συνέκριναν τα δεδομένα των νευροαπεικονίσεων σε σχέση με τις επιλογές, οι επιστήμονες βρήκαν ότι ο όγκος της φαιάς ουσίας στις dlPFC και vmPFC αποτελούσε έναν ικανοποιητικό δείκτη των υγιεινών επιλογών.

Τα ευρήματα αποκάλυψαν ότι οι συμμετέχοντες με μεγαλύτερο όγκο φαιάς ουσίας έτειναν να επιδεικνύουν μεγαλύτερο αυτοέλεγχο. Το έκαναν είτε δίνοντας μεγαλύτερη αξία στο πόσο υγιεινή ήταν η τροφή ή δίνοντας λιγότερη στο πόσο νόστιμη ήταν.

Οι ερευνητές βρήκαν επίσης μια συσχέτιση ανάμεσα στον όγκο της φαιάς ουσίας στις δύο εγκεφαλικές περιοχές και στον διατροφικό αυτοέλεγχο σε μια άλλη βάση δεδομένων με διαφορετικά αντικείμενα και με διαφορετικό είδος εργασίας που προέβλεπε αδυναμία ελέγχου της επιθυμίας για ανθυγιεινές, λιπαρές τροφές.

Βεβαίως, τα ευρήματα δεν δείχνουν ότι οι άνθρωποι είμαστε αναγκασμένοι να δεχτούμε αυτές τις συνθήκες ως έχουν. Ο εγκέφαλος διαθέτει πλαστικότητα, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να προσαρμοστεί. Η φαιά ουσία είναι παρόμοια με τους μύες μας και μπορεί να αναπτυχθεί μέσω της «εξάσκησης».

Πηγές

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε