Ξυπνάτε, κάνετε μπάνιο, ντύνεστε, τρέχετε για να προλάβετε το λεωφορείο, φτάνετε αργοπορημένοι στη δουλειά, αποφεύγετε τον εργοδότη σας, κάθεστε στο γραφείο, ανοίγετε τον υπολογιστή σας, ελέγχετε τα mails, δεν απαντάτε σε κανέναν, χρονοτριβείτε βάζοντας καφέ και περιμένετε πότε θα έρθει η ώρα να επιστρέψετε σπίτι.

Επιστρέφετε σπίτι, κάνετε μπάνιο, χαζεύετε στην τηλεόραση ή στο διαδίκτυο με το κινητό σας, τρώτε, πηγαίνετε για ύπνο και ξανά από την αρχή. Αυτή τη φορά λέτε καλημέρα στο συνάδελφο του απέναντι γραφείου. Εκείνος απαντά και εμπλουτίζει την καλημέρα του με ένα συνηθισμένο ανέκδοτο, που επαναλαμβάνει σχεδόν κάθε πρωί.

Μουρμουρίζετε ξενερωμένοι κάτι μέσα από τα δόντια σας. Κάθεστε στο γραφείο σας, προσθέτετε κι άλλο καφέ στην κούπα σας. Όπως πάντα, νιώθετε κουρασμένοι, αλλά πίνετε έτσι κι αλλιώς, επειδή πρέπει. Είναι μέρος της ρουτίνας και σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξετε τη ρουτίνα σας.

Επιστρέφετε σπίτι, αποφασίζετε ότι έχετε κερδίσει επάξια μια μικρή απόλαυση, οπότε παραγγέλνετε μια πίτσα, ολόκληρη για τον εαυτό σας. Καθώς βρίσκεστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, μόνοι, μισώντας τον εαυτό σας όλο και περισσότερο με κάθε μπουκιά, βαθιά μέσα σας γνωρίζετε ότι δεν κάνατε απολύτως τίποτα για να αξίζετε αυτή την πίτσα.

Και η επόμενη μέρα φτάνει. Ξυπνάτε, κάνετε μπάνιο, φτάνετε αργά και πάλι, βάζετε βιαστικά μια γεμάτη κούπα καφέ και λέτε ένα ξερό «καλημέρα» στον συνάδελφο, ευχόμενοι να μην επαναλάβει το ίδιο ανέκδοτο. Αργότερα ζητάτε από τον συνάδελφο έναν φάκελο με στοιχεία. Εκεί λέει άλλο ένα βαρετό ανέκδοτο.

Γελάει, μουρμουρίζετε κάτι πάλι μέσα από τα δόντια σας. Και ξανά το ίδιο. Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Ορισμένες φορές, προσπαθείτε να ταράξετε λίγο τα νερά. Αντί για καφέ, κάνετε έκπληξη στον εαυτό σας με ένα μάφιν. Αλλά κάθε βράδυ που έρχεται, κάνετε στον εαυτό σας την ίδια ερώτηση: πότε θα συμβεί κάτι;
Πότε η ζωή θα κάνει το επόμενο βήμα; Πότε θα έρθετε αντιμέτωποι με κάτι καινούριο; Πότε θα ερωτευθείτε; Πότε θα έρθει η περιπέτεια να σας βρει; Πότε θα αλλάξουν τα πράγματα;

Τα σαββατοκύριακα βγαίνετε με τους φίλους σας. Ένας ελάχιστος περισπασμός από το τυπικό σας, μονότονο πρόγραμμα. Είναι ωραία. Αλλά ακόμα και με την παρέα των πιο κοντινών σας φίλων, νιώθετε ότι δεν έχετε απολύτως τίποτα να πείτε. Είναι θλιβερό.

Ακούτε για την εβδομάδα τους, μαθαίνουν για τη δική σας. Τους διηγείστε ότι αυτή την εβδομάδα χάλασε ο εκτυπωτής. Γνέφουν με το κεφάλι τους, πίνοντας με περίεργο τρόπο το ποτό τους, επειδή δεν έχουν τίποτα να προσθέσουν σε αυτή τη βαρετή ιστορία. Κάνετε το ίδιο, προσπαθώντας να καταπνίξετε τη σκέψη ότι βαριούνται όσο κι εσείς και ότι αυτή η μπύρα είναι το ίδιο απαίσια και αδιάφορη, όπως και η ζωή σας.

Δεν έχετε καμία καλή ιστορία να διηγηθείτε. Έχετε πάρει ελάχιστα μαθήματα τελευταία και τίποτα το οποίο αξίζει να αναπολήσετε. Τα κάνατε όλα σωστά, όμως και πάλι νιώθετε ότι δεν είστε πλήρεις. Γεμίζετε το χρόνο σας, αλλά και πάλι τον νιώθετε σπαταλημένο, ξοδεμένο.

Είναι απαίσια όλα αυτά. Έτσι τα νιώθετε. Αναρωτιέστε πότε η ζωή θα σας φέρει κάτι νέο; Αλλά αναρωτηθήκατε πότε εσείς θα φέρετε κάτι νέο στη ζωή σας; Επίσης, εκτός από αυτό, έχετε αναρωτηθεί πόσο δεδομένα και αυτονόητα είναι όλα αυτά για έναν άλλο άνθρωπο; Η υγεία, η δουλειά σας, οι φίλοι σας, το σπίτι σας, εκείνο το κομμάτι πίτσας; Νιώθετε κάποια ευγνωμοσύνη γι’ αυτά που θεωρείτε βαρετά;

Σίγουρα, όλοι βαριόμαστε μια τέτοια ρουτίνα, όταν κρατά τόσο πολύ, όταν νιώθουμε ότι δεν έχει τίποτα νέο να μας προτείνει. Η αλήθεια είναι ότι για να έρθει το νέο, το συναρπαστικό, χρειάζεται να νιώσετε ευγνωμοσύνη για όλα όσα έχετε μέχρι τώρα, να βρείτε τρόπους να τα απολαμβάνετε και να δημιουργήσετε εσείς, μόνοι σας, το χώρο για κάτι καινούριο.

Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε