Μπορεί να εργάζεστε για, ή να βρίσκεστε κοντά σε κάποιον που πιστεύετε ότι έχει το «σύνδρομο του θεού». Ακόμα κι αν συμφωνείτε να μοιράζεστε την προσπάθεια σε μια σημαντική εργασία, συνειδητοποιείτε ότι αυτό το άτομο απλά παίρνει τον πλήρη έλεγχο και ολοκληρώνει την εργασία χωρίς να σας περιμένει.

Πρόκειται για μια απλή περίπτωση ναρκισσισμού; Η ιστορία δεν είναι και τόσο απλή, επειδή το άτομο είναι γενικά αρκετά φιλικό και δεν εκφράζει έντονο ανταγωνισμό για να πετύχει αναγνώριση. Αντιθέτως, ίσως, το άτομο αυτό έχει συνηθίσει να κάνει τα πάντα μόνο του, και αντί να έχει το σύνδρομο του θεού, νιώθει πιο άνετα να λειτουργεί μόνο του. Το πρόβλημα είναι ότι εσείς έρχεστε δεύτεροι και δεν θα έχετε ποτέ την ευκαιρία να γίνετε μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Με κάποιους τρόπους, το να έχουμε έναν/μία σύντροφο ή έναν συνάδελφο που κάνει τα πάντα για εμάς μας επιτρέπει να περνάμε χρόνο κάνοντας άλλα πράγματα. Στην πραγματικότητα, όμως, θα θέλαμε να έχουμε λόγο στο τελικό «προϊόν» όποιο κι αν είναι αυτό.

Αν είναι στη δουλειά, ίσως δεν συμφωνούμε με τα βήματα που λαμβάνει ο συνάδελφος. Αν αυτό συμβαίνει στη σχέση, μπορεί να νιώθουμε τυχεροί γι’ αυτό, αλλά τελικά και πάλι δεν έχουμε καμία συμμετοχή και λόγο σε ό,τι συμβαίνει. Ίσως να είχαμε προτείνει να κάνουμε μια δουλειά στο σπίτι, αλλά μόλις γυρίσαμε είδαμε ότι αυτή έχει ήδη γίνει.

Το χειρότερο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι όταν αυτοί οι άνθρωποι, ενώ ζητούν τη βοήθεια και τη συνεισφορά μας, τελικά αναλαμβάνουν τα πάντα μόνοι τους. Αργότερα, μπορεί να παραπονεθούν για το ότι έκαναν τα πάντα μόνοι τους, οπότε σε αυτό το σημείο θυματοποιούνται. Αυτό μας προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση και εκνευρισμό.

Όσο συνηθισμένο κι αν είναι αυτό το πρόβλημα, θα εκπλαγείτε μαθαίνοντας ότι η ψυχολογία δεν το έχει εξετάσει σε βάθος· ούτε αυτό, αλλά ούτε και τις συνέπειες αυτής της συνήθειας στους ανθρώπους γύρω τους. Ωστόσο μια νέα έρευνα από την ψυχολόγο Cecilie Schou Andreassen (2019) στο Πανεπιστήμιο του Bergen μας παρέχει ορισμένες απαντήσεις.

Εστιάζοντας στην εργασιομανία, Οι Νορβηγοί επιστήμονες εξετάζουν γιατί οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να δράσουν περισσότερο απ’ όσο αναμένεται από εκείνους, να κάνουν έξτρα προσπάθεια και να πράττουν μόνοι τους τελικά.

Η αίσθηση ότι χρειάζεται να κάνετε τα πάντα μόνοι σας θα μπορούσε σίγουρα να συνδέεται με την τάση να πιέζουμε τον εαυτό μας. Ορισμένοι από τους παράγοντες προσωπικότητας που συνεισφέρουν στην εργασιομανία μπορεί να ενσωματώνουν κι αυτή την τάση για solo δράση, συμπεριλαμβανομένων του ναρκισσισμού, της τελειομανίας, του μοτίβου συμπεριφορά τύπου Α, ακόμα και του νευρωτισμού.

Το εργασιακό περιβάλλον μπορεί επίσης να εντείνει την εργασιομανία, αν υπάρχουν υψηλές απαιτήσεις και συστήματα ανταμοιβής, χτισμένα πάνω σε ένα μοντέλο ατομικής απόδοσης. Άλλα χαρακτηριστικά που μπορεί να συνεισφέρουν στην εργασιομανία περιλαμβάνουν τον τύπο ηγεσίας, και συγκεκριμένα αν ο εργοδότης δείχνει κακοποιητική συμπεριφορά προς τους εργαζομένους.

Στο δείγμα της έρευνας, σχεδόν το 7% ταίριαζε με τα κριτήρια της εργασιομανίας, αλλά ανάμεσα στους συμμετέχοντες, τα σκορ στην κλίμακα της εργασιομανίας συσχετίζονταν με αρνητικές εργασιακές συνθήκες. Ο εργασιομανής εθίζεται στην εργασία σε μια προσπάθεια να αποδράσει από το άβολο στρες. Ένα τοξικό εργασιακό κλίμα μπορεί να συνεισφέρει όπως προείπαμε στην εργασιομανία, αλλά ο εργασιομανής μπορεί να δημιουργήσει από μόνος του αυτό το κλίμα λόγω δυσκολιών στην επικοινωνία και στην κοινωνικοποίηση.

Επιστρέφοντας στη σχέση ανάμεσα στην εργασιομανία και στο πνεύμα της solo δράσης, η Νορβηγική έρευνα υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι υιοθετούν αυτή την προσέγγιση στη ζωή, όταν δεν διαθέτουν ακριβή καθοδήγηση στο πώς αλλιώς μπορούν να συμπεριφερθούν όταν χρειάζεται να ολοκληρώσουν μια εργασία.

Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να νιώθουν, είτε σε μια ερωτική σχέση, είτε στην καριέρα τους, ότι για να πετύχουν, χρειάζεται να πιέσουν τον εαυτό τους και να παρακάμψουν όλους τους άλλους. Χωρίς να γνωρίζουν άλλο τρόπο, αναλαμβάνουν περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε, και όταν τα καταφέρνουν, λαμβάνουν αναγνώριση και ανταμοιβή για την αφοσίωσή τους.

Είναι μάλιστα πιθανό αυτή η συμπεριφορά να παίρνει μορφή νωρίς στη ζωή, όταν οι γονείς ή οι δάσκαλοι ενίσχυαν την πεποίθησή τους ότι για να λάβουν αναγνώριση, αγάπη και εκτίμηση, έπρεπε να δείχνουν ότι μπορούν μόνοι τους να τα καταφέρουν.

Για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε τους ανθρώπους που πράττουν σαν να μην σας χρειάζονται, προσπαθήστε να βρείτε λίγο χρόνο για να κάνετε μια ειλικρινή συζήτηση για το πώς αυτό σας κάνει να νιώθετε. Προσπαθήστε να σπάσετε τον «εθιστικό» κύκλο του να κάνουν τα πάντα μόνοι τους, ώστε να σας συμπεριλάβουν στην επόμενη κίνηση. Άλλωστε, η πικρή αντίδραση δεν θα καταφέρει τίποτα, παρά ένα αρνητικό κλίμα μεταξύ σας.

Susan Krauss Whtibourne, ψυχολόγος

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε