Ποτέ δεν είναι αργά – ή πολύ νωρίς – για να μάθουμε τις ικανότητες που μας επιτρέπουν να χτίσουμε υγιείς συντροφικές σχέσεις: αμοιβαιότητα, συναισθηματική ρύθμιση και διορατικότητα.

«Μπορεί να ξέρουμε πώς μοιάζει μια υγιής σχέση, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα πώς να κάνουν μία – και κανείς δεν μπορεί να μας διδάξει πώς να την κάνουμε», δηλώνει η Joanne Davila, καθηγήτρια ψυχολογίας και διευθύντρια κλινικής εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Stony Brook στη Νέα Υόρκη.

Οι οδηγίες για υγιείς σχέσεις υπάρχουν με τη μορφή θεραπείας ζεύγους ή συμβουλευτικής, κάτι που σημαίνει ότι τα περισσότερα ζευγάρια παρουσιάζουν ήδη προβλήματα όταν απευθύνονται σ’ αυτά.

Και τα δύο λοιπόν έρχονται πολύ αργά. Σε μια προσπάθεια να γεφυρώσουν το χάσμα, η Davila και οι συνάδελφοί της μελετούν αυτό που ονομάζουν «συντροφική ικανότητα». Είναι η ικανότητα να λειτουργούμε προσαρμοστικά σε όλες τις πλευρές μιας σχέσης. Σύμφωνα με την Davila και τους συναδέλφους της, υπάρχουν τρεις κύριες δεξιότητες πίσω από την συντροφική ικανότητα.

Η πρώτη είναι η διορατικότητα. Είναι η επίγνωση, η κατανόηση και η μάθηση. Μέσω αυτής, έχουμε καλύτερη ιδέα για το ποιοι είμαστε, τι χρειαζόμαστε, τι θέλουμε και γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε. Για παράδειγμα, ας πούμε ότι είμαστε πολύ ευέξαπτοι απέναντι στον σύντροφό μας.

Αν έχουμε διορατικότητα, μπορούμε να παρατηρήσουμε σε δεύτερο χρόνο ότι ο σύντροφός μας δεν κάνει στην πραγματικότητα τίποτα που να αξίζει αυτή τη συμπεριφορά. Εμείς είμαστε πολύ στρεσαρισμένοι και αυτό που χρειαζόμαστε είναι λίγο χρόνο μόνοι μας για να απομακρύνουμε την ένταση.

Με τη διορατικότητα μπορούμε να «προβλέψουμε» τις θετικές και αρνητικές συνέπειες της συμπεριφοράς μας. Η διορατικότητα μας βοηθά να γνωρίσουμε και τον σύντροφό μας καλύτερα. Ας πούμε ότι ο σύντροφός σας έχει αργήσει σε ένα ραντεβού. Χρησιμοποιώντας τη διορατικότητα, καταλαβαίνουμε τον λόγο και ότι δεν έχει σχέση αναγκαστικά με την ίδια τη σχέση σας.

Η δεύτερη δεξιότητα είναι η αμοιβαιότητα. Είναι το να αναγνωρίζουμε ότι και οι δύο έχουμε ανάγκες και ότι και οι δύο έχουν σημασία. Με την αμοιβαιότητα μπορούμε να αποκαλύψουμε τις δικές μας ανάγκες με ξεκάθαρο, άμεσο τρόπο. Αυτό αυξάνει την πιθανότητα αυτές οι ανάγκες να εκπληρωθούν.

Η Davila παρέχει ένα παράδειγμα για να καταδείξει πώς μπορούμε να επικοινωνούμε τις επιθυμίες μας. «Ας πούμε ότι πρέπει να πάμε σε ένα πραγματικά στρεσογόνο οικογενειακό event, και θα θέλατε ο/η σύντροφός σας να έρθει μαζί σας. Μπορείτε να πείτε άμεσα: «Ξέρεις, αυτό θα είναι στρεσογόνο για μένα. Θα ήθελα πολύ να είσαι εκεί, νιώθω καλά όταν είσαι κ εσύ. Θα μπορούσες να το προγραμματίσεις;»

Φυσικά, αμοιβαιότητα είναι όταν διασφαλίζουμε ότι και οι ανάγκες του άλλου ικανοποιούνται. Για παράδειγμα, ξέρουμε ότι ο/η σύντροφός μας προτιμά να πηγαίνει στο γυμναστήριο μόλις ξυπνά το πρωί – με αυτό τον τρόπο νιώθουμε καλύτερα. Αμοιβαιότητα σημαίνει εδώ ότι είμαστε πρόθυμοι να στηρίξουμε το σύντροφό μας σε αυτό αντί να γκρινιάζουμε ή να απαιτούμε να γίνει μια άλλη εργασία.

Η τρίτη – και τελευταία – δεξιότητα είναι η συναισθηματική ρύθμιση. Είναι το να μπορούμε να ρυθμίσουμε τα συναισθήματά μας σε απόκριση των όσων συμβαίνουν στη σχέση μας. Μέσω αυτής, έχουμε τη δυνατότητα να παραμένουμε ήρεμοι όταν χρειάζεται και να εξετάζουμε το τι συμβαίνει συναισθηματικά τη δεδομένη στιγμή.

Συναισθηματική ρύθμιση σημαίνει ανάπτυξη της ικανότητας να διαχειριζόμαστε τις στιγμές που η ανησυχία και ο θυμός απειλούν να μας κυριεύσουν. Ένα παράδειγμα είναι όταν περιμένουμε μια απάντηση του/της συντρόφου μας σε μήνυμα που έχουμε στείλει.

«Το μήνυμα δεν έρχεται. Εσείς αγχώνεστε όλο και περισσότερο. Κοιτάτε το τηλέφωνο ανά λίγα δευτερόλεπτα. Με την συναισθηματική ρύθμιση, έχετε την ικανότητα να πείτε στον εαυτό σας: Ξέρεις κάτι, πρέπει να ηρεμήσεις – το μήνυμα θα έρθει. Δεν καταφέρνω τίποτα με το να το ελέγχω συνεχώς. Θα το αφήσω μακριά μου και θα επικεντρωθώ για τώρα σε κάτι άλλο».

Η συναισθηματική ρύθμιση είναι μια σημαντική δεξιότητα σε όλα μας τα συναισθήματα – ερωτικά και πλατωνικά – επειδή μας επιτρέπει να αντέξουμε άβολα συναισθήματα ενώ επίσης διατηρούμε αυτοσεβασμό και αφοσιωνόμαστε στις δικές μας ανάγκες.

Joanne Davila, καθηγήτρια ψυχολογίας και διευθύντρια κλινικής εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Stony Brook στη Νέα Υόρκη

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε