Η μάθηση βασίζεται στη μίμηση

Οι βιολογικοί οργανισμοί διαθέτουν μηχανισμούς προσαρμογής στο περιβάλλον, τους οποίους μεταδίδουν, κληρονομούν στους απογόνους τους. Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί στο πόσο ισχυρά μεταδίδεται η πληροφορία.

Οι βιολογικοί οργανισμοί διαθέτουν μηχανισμούς προσαρμογής στο περιβάλλον, τους οποίους μεταδίδουν, κληρονομούν στους απογόνους τους. Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί στο πόσο ισχυρά μεταδίδεται η πληροφορία. Στην εξελικτική διαδικασία δημιουργούνται νέα επίπεδα πολυπλοκότητας, στον ίδιο οργανισμό, που περιέχουν όλο και περισσότερη ποσότητα πληροφορίας αλλά και ευλυγισίας για περισσότερες εναλλακτικές επιλογές απέναντι στο περιβάλλον. Για παράδειγμα η ανάπτυξη του μετωπιαίου φλοιού στον ανθρώπινο εγκέφαλο που εξυπηρετεί τις νοητικές λειτουργίες ή η ανάπτυξη των κέντρων του λεγόμενου συναισθηματικού εγκεφάλου στα θηλαστικά, δημιούργησαν οργανισμούς, συστήματα, που περιέχουν μεγαλύτερη ποσότητα πληροφορίας απ’ ότι οι μονοκύτταροι ή άλλοι ατελέστεροι οργανισμοί, όπως και πολύ περισσότερες εναλλακτικές δυνατότητες, επιλογές δράσης. Στις λειτουργίες των κυττάρων έχουμε κληρονομημένες δυνατότητες, επειδή και τα πλαίσια λειτουργίας τους είναι συγκεκριμένα. Στις νοητικές λειτουργίες η ποσότητα της πληροφορίας, ως δυνητικές εναλλακτικές επιλογές δράσης απέναντι στο περιβάλλον, που έχει συσσωρευθεί εξελικτικά, είναι τεράστια.

Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί “ισχυρής” ή λιγότερο “ισχυρής” μετάδοσης της κληρονομούμενης πληροφορίας ή δυνατότητας, που μεταβιβάζεται κληρονομικά. Θα λέγαμε ότι για λόγους οικονομίας της φύσης, όταν είναι μεγάλη η ποσότητα των πληροφοριών που πρέπει να μεταβιβασθούν, ένα μέρος μεταβιβάζεται ισχυρά ή λιγότερο ισχυρά και το μεγαλύτερο μέρος υπάρχει δυνητικά και αφήνεται η μορφή που θα πάρει, στην αλληλεπίδρασή της με το περιβάλλον. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταβιβάζεται κατά κάποιο τρόπο η βάση του προγράμματος και αφήνεται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον η περαιτέρω υλοποίηση αυτού του προγράμματος, η οποία γίνεται μετά τη γέννηση. Αυτή η εξέλιξη έδωσε πολύ περισσότερα περιθώρια για ευλυγισία και καλύτερη προσαρμογή.

Η μάθηση αφορά αυτή τη διαδικασία που η πληροφορία περιέχεται ως δυνατότητα και εξαρτάται περισσότερο από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον για το ποια μορφή θα πάρει. Αυτό βέβαια είναι αρκετά γενικό αλλά αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία βασίζεται και η έννοια της μάθησης στον άνθρωπο, ως κατάκτηση νέων δεξιοτήτων και γνώσης. Για παράδειγμα τα νευρωνικά κυκλώματα πάνω στα οποία βασίζεται η εκμάθηση της γλώσσας, που κατανέμονται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, υπάρχουν εκ γενετής. Από την αλληλεπίδραση με το ανθρώπινο περιβάλλον το παιδί θα μάθει να μιλάει και μάλιστα με συγκεκριμένους κανόνες, ανεξάρτητα σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο καθοδήγησης ή και μη καθοδήγησης από το περιβάλλον, αρκεί να υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Το πόσο όμως θα καλλιεργήσει τη γλώσσα και θα τη χειρίζεται καλύτερα, εξαρτάται από τους διαφορετικούς τρόπους αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και τα κίνητρα, επιθυμίες, που έχουν δημιουργηθεί. Ή η αντίληψη για παράδειγμα των εννοιών της ποσότητας, του χώρου, του χρόνου, υπάρχουν μέσα στις ισχυρά μεταβιβαζόμενες ικανότητες, οι οποίες εμφανίζονται σε πρώιμα χρονικά παράθυρα της ανάπτυξης και πάνω στις οποίες και σε υποστήριξη από τον υπόλοιπο εγκέφαλο, στηρίζεται η παραπέρα ανάπτυξή των σχέσεών μας με το φυσικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της γνώσης.

Η μάθηση δεν ταυτίζεται με την νόηση, είναι στην ουσία ένα εργαλείο της, την εξυπηρετεί.
Οι νοητικές λειτουργίες δηλαδή εξυπηρετούν την καλύτερη προσαρμογή του οργανισμού στο περιβάλλον.
Αν δούμε ατελείς οργανισμούς, θα δούμε ότι κληρονομούν όλους τους μηχανισμούς τους αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον ολοκληρωμένους. Σ’ αυτούς η μάθηση γίνεται όχι στα χρονικά περιθώρια ενός οργανισμού αλλά σε βάθος πολλών γενεών μέσα από την εξελικτική πίεση, με παθητικό χαρακτήρα. Η μάθηση αφορά το είδος. Για παράδειγμα τα πουλιά που ζουν σε λίμνες και έχουν αναπτύξει μακρύ ράμφος για να μπορούν να τρώνε διάφορα σκουλήκια, ψάρια μέσα από το νερό ή οι κάκτοι στην έρημο που έχουν παχύ φύλλωμα για να συγκρατούν το λιγοστό νερό και να μην εξατμίζεται ή τα ζώα της ερήμου που έχουν αναπτύξει ανατομικούς μηχανισμούς στους νεφρούς τους αλλά και ορμονικούς, ώστε να μην αφυδατώνονται, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μια μορφή γνώσης, με μια ευρεία έννοια του όρου, ώστε να προσαρμόζονται στο περιβάλλον που ζουν. Αυτό είναι αποτέλεσμα μακρών επιλεκτικών διαδικασιών που συμβαίνουν μακροχρόνια στο αντίστοιχο είδος. Δηλαδή ανάμεσα σε πολλά είδη κάκτων επιβίωσαν αυτά που είχαν το παχύτερο τοίχωμα. Το ίδιο με τα πουλιά, επιβίωσαν αυτά που είχαν μακρύτερο ράμφος επειδή βρίσκανε ευκολότερα την τροφή τους. Αποτελούν οι παραπάνω διαδικασίες μια μορφή μάθησης, αν το δούμε ιστορικά, σε βάθος χρόνου και το αναφέρουμε επειδή δείχνει μια βασική πλευρά της μάθησης, ότι με μια ευρεία έννοια στηρίζεται πάνω σε επιλεκτικές διαδικασίες. (Πιθανόν, με μια ακόμη πολύ πιο ευρεία έννοια, ανάλογοι επιλεκτικοί μηχανισμοί να λειτουργούν και στο επίπεδο της ανόργανης ύλης. Από τις πολλές δυνατότητες που υπάρχουν σε μία κβαντική κατάσταση, στον χορό των υποατομικών σωματιδίων ή κυματομορφών, να επικρατεί αυτή που στις συνθήκες των συγκεκριμένων αλληλοσυσχετίσεων της, να μπορεί να έχει κάποια σταθερότητα και είναι ικανή με αυτό τον τρόπο να υπάρξει).
Αυτοί οι επιλεκτικοί μηχανισμοί μάθησης φαίνεται ότι λειτουργούν και στο εσωτερικό των οργανισμών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η εξέλιξη έχει εφοδιάσει τον ανθρώπινο οργανισμό με ένα μεγάλο πλήθος αντισωμάτων και κυττάρων με μνήμη για την παραγωγή αυτών των αντισωμάτων, για όλα τα πιθανά αντιγόνα, έτσι όπως τα έχει αντιμετωπίσει στην διάρκεια της εξέλιξης. Παράλληλα υπάρχει και ένας βαθμός ευλυγισίας στην δομή των ανοσοσφαιρινών(ανοσοσφαιρίνες είναι τα αντισώματα), ώστε να προσαρμόζονται σε παραλλαγές παρόμοιων αντιγόνων. Δηλαδή το αντιγόνο που προσβάλει τον οργανισμό, επιλέγει το αντίστοιχο αντίσωμά του, που ήδη προϋπάρχει μέσα του στα κύτταρα μνήμης, που όταν χρειασθεί μπορεί να πολλαπλασιασθούν και να το παράγουν σε μεγάλες ποσότητες. Δηλαδή η αναγνώριση των αντιγόνων από τα αντισώματα είναι μια αμφίδρομη διαδικασία και αποτελεί μια μορφή γνώσης για τον οργανισμό.

Οι επιλεκτικές αυτές διαδικασίες λειτουργούν με ένα τροποποιημένο φυσικά τρόπο και στη νόηση ανώτερης τάξης που κατέκτησε ο άνθρωπος παρ’ όλο που αποτελούν ένα φαινόμενο ασύγκριτα πολυπλοκότερο, επειδή παρεμβάλλεται η συνείδηση που μπορεί να τους δώσει έναν ενεργητικό χαρακτήρα και να να μην είναι μια απλά παθητική επιλογή της καταλληλότερης συμπεριφοράς ή τρόπου δράσης, από τις πολλές εναλλακτικές δυνατότητες που έχει δημιουργήσει ο οργανισμός με τη συμβολή και της νοητικής επεξεργασίας.
Πράγματι η επιλογή του καταλληλότερου τρόπου δράσης φαίνεται να στηρίζεται σε επιλεκτικές διαδικασίες ανάμεσα σε διαφορετικές εναλλακτικές δυνατότητες. Αλλά με τη μάθηση με την έννοια της απόκτησης νέων δεξιοτήτων, γνώσεων, τι γίνεται; Θα δούμε ότι και εδώ λειτουργούν με έναν άλλο τρόπο οι επιλεκτικές διαδιακασίες, έχοντας άλλη κατεύθυνση, όπου η επιλογή αφορά κυρίως τον οργανισμό που “επιλέγει” μια συμπεριφορά, τρόπο δράσης, γνώση, που υπάρχει στο περιβάλλον και την ενσωματώνει ο ίδιος, πάνω σε ένα έδαφος νευρωνικών κυκλωμάτων που μπορούν να δεχθούν τη νέα γνώση.

Πως γίνεται σε νευροβιολογικό επίπεδο αυτή η διαδικασία της επικοινωνίας και της ενσωμάτωσης τρόπων δράσης;
Σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξης, οι επιλεκτικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία της προσαρμογής και της ‘’γνώσης’’ που αποκτιέται με αυτό τον τρόπο από τους οργανισμούς, συνυπάρχουν με την ανάπτυξη ενός συστήματος νευρώνων που έχουν ανακαλυφθεί τη δεκαετία του 90, τους κατοπτρικούς νευρώνες, με τους οποίους η μάθηση, σε μεγάλο βαθμό, γίνεται μέσω της μίμησης συμπεριφορών, τρόπων δράσης των άλλων. Επιλογή δηλαδή από το περιβάλλον. Η μάθηση, όπως αναφέρθηκε, χρειάζεται όταν εκτός από τις κληρονομημένες ικανότητες, υπάρχουν επιπλέον δυνατότητες που μπορούν να εκφρασθούν, να υλοποιηθούν. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταβιβάζεται κατά κάποιο τρόπο η βάση του προγράμματος και αφήνεται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον η περαιτέρω υλοποίηση αυτού του προγράμματος. Αυτή η εξέλιξη έδωσε πολύ περισσότερα περιθώρια για ευλυγισία και καλύτερη προσαρμογή. Φαίνεται ότι σε αυτή τη διαδικασία παίζουν το ρόλο τους οι κατοπτρικοί νευρώνες.
Ας μιλήσουμε όμως λίγο περισσότερο γι αυτή τη σημαντική ανακάλυψη, τους κατοπτρικούς νευρώνες.
Την δεκαετία του 80 και του 90, μία ερευνητική ομάδα στο πανεπιστήμιο της Πάρμα στην Ιταλία, με επικεφαλής τον καθηγητή Giacomo Rizzolatti, δουλεύοντας με πιθήκους macacus, ανακάλυψε την ύπαρξη των λεγόμενων κατοπτρικών νευρώνων στον κινητικό και τον αισθητηριακό φλοιό. Οι νευρώνες αυτοί πυροδοτούνται και όταν οι πίθηκοι κάνουν μία κίνηση για να πιάσουν για παράδειγμα το φαγητό τους αλλά και όταν βλέπουν έναν άλλο πίθηκο ή και τον άνθρωπο να κάνει κάτι ανάλογο. Αυτό σημαίνει ότι και στις δύο περιπτώσεις γίνεται μια αναπαράσταση της κίνησης, ώστε να κινητοποιηθει ανάλογα ή όχι, ο αντίστοιχος κινητικός μηχανισμός.

Οι νευρώνες αυτοί έχουν μελετηθεί περισσότερο στους πιθήκους. Στον άνθρωπο, αν και η συγκεκριμένη μελέτη τους δεν είναι εύκολη όπως είναι κατανοητό, απ’ ότι φαίνεται εξελίχθηκαν πολύ περισσότερο και συνδέθηκαν με πολύ περισσότερα κινητικά, αισθητηριακά κέντρα, μνημονικές εγχαράξεις, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για κινητοποίηση περισσότερων συνειρμικών περιοχών και η μίμηση να πάρει πιο σύνθετο και επεξεργασμένο χαρακτήρα. Οι συνδέσεις αυτές των κατοπτρικών νευρώνων και η πυροδότηση, αντίστοιχων συνειρμικών περιοχών, που ανάλογα με το εξελικτικό στάδιο είναι λιγότερες ή πολύ περισσότερες, ώστε να είναι δυνατή η μικρότερη ή μεγαλύτερη επεξεργασία του αρχικού ερεθίσματος, δίνουν το μέτρο της κλιμάκωσης αυτών των ενεργειών. Από μια απλή μιμητική πράξη που κάνει ένας πίθηκος ή ένα μωρό παιδί που του βγάζουμε τη γλώσσα και μας την βγάζει και αυτό, μέχρι τη μάθηση σύνθετων δεξιοτήτων ή την αναγνώριση των προθέσεων των άλλων αλλά και την ανάπτυξη της γλώσσας, στην εξέλιξη των οποίων ίσως συνέβαλαν. Πιστεύεται όμως ότι τέτοιοι νευρώνες υπάρχουν και σε κατώτερες εξελικτικές βαθμίδες, για παράδειγμα σε πολλά είδη πτηνών. Η ενεργοποίηση αυτών των νευρώνων στον άνθρωπο φαίνεται να γίνεται από την ηλικία των 12 μηνών, που από τότε αρχίζουν να μιμούνται τις κινήσεις των άλλων.

Ένας μεγάλος σύγχρονος νευρολόγος, ο Vilayanur Ramachandran, τη θεωρεί τη μεγαλύτερη ανακάλυψη των τελευταίων χρόνων, που θα παίξει ρόλο για την κατανόηση της ανάπτυξης της ανθρώπινης νοημοσύνης και ψυχολογίας, ανάλογο με την ανακάλυψη του DNA για την βιολογία. Η ανάπτυξη των κατοπτρικών νευρώνων και η μάθηση σαν μίμηση, θεωρεί ότι αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη στα μεγάλα άλματα προς τα εμπρός στην ανθρώπινη εξέλιξη. Εξηγούν επίσης γι αυτόν και την επιγενετική κληρονομικότητα όπως επίσης και την πολιτιστική κληρονομιά και πως αυτή μεταδίδεται, δίνοντας στην εξέλιξη μια ευρύτερη διάσταση από αυτήν που στηρίζεται καθαρά στο γονίδιο. Η διάδοση των όποιων ανακαλύψεων γινόταν μέσα από την μίμηση και η επίδραση που αυτό είχε στην περαιτέρω ανάπτυξη των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, πυροδοτούσε μια διαδικασία που οδήγησε στη σύγχρονη ανθρώπινη συνείδηση. Στην εμφάνιση της γλώσσας, πάνω σε ένα προϋπάρχον έδαφος στον εγκέφαλο και μιας βελτιωμένης φωνητικής συσκευής, μέσω της μίμησης των ήχων μπορεί να εξηγηθεί η ανάπτυξη των βελτιωμένων σε ποσότητα και ποιότητα φωνητικών συμπλεγμάτων στον άνθρωπο, η παράλληλη εξέλιξη αντίστοιχων δομών στον εγκέφαλο αλλά και η σταδιακή μάθηση της ομιλίας μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα στην παιδική ηλικία.
(Επίσης ο (Ουκρανικής καταγωγής) Καναδός ψυχολόγος Albert Bandura, είχε υποστηρίξει από τη δεκαετία του 70 και του 80, την άποψη ότι ο βασικός μηχανισμός της μάθησης είναι η μίμηση συμπεριφορών, γνώσεων, από το κοινωνικό περιβάλλον).

Στον εγκέφαλο των ερπετών λειτουργούν άμεσα αντανακλαστικά τόξα, για διάφορες επιλογές δράσης. Μια διαδικασία όμως μάθησης υπάρχει και εδώ και στο βαθμό που υπάρχει διαδικασία μάθησης το πιο πιθανό είναι ότι αυτή γίνεται μέσω κατοπτρικών νευρώνων.
Οι κατοπτρικοί νευρώνες δηλαδή λειτουργούν από ένα πιο στοιχειώδες επίπεδο
από το να μιμηθούν μια κίνηση, όπως για παράδειγμα στο κελάηδημα των πουλιών ή στις μιμητικές πράξεις των νεαρών πιθήκων, όπου και έχουν μελετηθεί, μέχρι την αναπαράσταση μετάδοση συναισθημάτων και τη μεταβίβαση σκέψεων μέσω της κινητοποίησης μικρότερων ή μεγαλύτερων συνειρμικών περιοχών.
Στη μετάδοση σκέψεων, επειδή παρεμβάλλεται ο ανεπτυγμένος μετωπιαίος φλοιός, που λόγω της αφηρημένης νόησης έχει δημιουργήσει πολύ περισσότερες εναλλακτικές λύσεις και μπορεί να βάλει βέτο, να αναστείλει δράσεις, η μετάδοση των σκέψεων παίρνει ένα πολύ πιο πολύπλοκο χαρακτήρα. Η δυνατότητα κριτικής προσέγγισης, από τον εαυτό που έχει αποκτήσει αυτονομία, διαφοροποιεί αυτόν τον τομέα της μετάδοσης από τους υπόλοιπους, απλών κινήσεων ή συναισθημάτων των οποίων η πρόσληψη γίνεται χωρίς επεξεργασία, σε συνθήκες σχετικής καταστολής της δράσης του μετωπιαίου φλοιού.
Δηλαδή η μάθηση μέσω της μίμησης στον άνθρωπο μπορεί να γίνει είτε με μια παθητική διαδικασία, όπου γίνεται μεταβίβαση μιας συμπεριφοράς, σκέψης ή συναισθημάτων κλπ, χωρίς επεξεργασία από τον δέκτη είτε με παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού να γίνει επεξεργασία της πρόσληψης. Για παράδειγμα στα παιδιά που δεν έχει ωριμάσει ο μετωπιαίος φλοιός και ο έλεγχος που μπορεί να ασκήσει στον συναισθηματικό εγκέφαλο, αυτή η επεξεργασία είναι ατελής. Τα παιδιά είναι παθητικοί δέκτες στην ουσία συμπεριφορών ή γνώσεων που προσλαμβάνουν από το περιβάλλον.

Εδώ όμως προκύπτει ένα ερώτημα. Θεωρητικά είναι άπειρα τα ερεθίσματα από το περιβάλλον. Ποια προσλαμβάνονται από αυτά; Εδώ πρέπει να υποθέσουμε την παρεμβολή κάποιας μικρότερης ή μεγαλύτερης συνάφειας στη σχέση αυτών που (αλληλο)επηρεάζονται, ανάμεσα σε νευρωνικά δίκτυα που θέλουν και μπορούν να (αλληλο)επηρεασθούν. Έτσι η πρόσληψη συμπεριφορών γίνεται στα παιδιά από εκείνους που θεωρούν σημαντικούς γι αυτούς. Γονείς, από τους οποίους αισθάνονται και εξαρτημένοι ή άλλα σημαντικά γι αυτά πρόσωπα. Ο επηρεασμός όμως γίνεται όχι μόνο από αυτούς αλλά και από το γενικότερο περιβάλλον, την τηλεόραση, φίλους κλπ. Αυτοί καλύπτουν είτε τα αισθήματα ασφάλειας που έχουν ανάγκη είτε έχει σχέση με τις συνειδητές ή ασυνείδητες επιθυμίες που έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν για την παραπέρα ανάπτυξή τους. Αυτό μπορούμε να το δούμε και στους ενήλικες όπου επηρεαζόμαστε από άτομα που συνειδητά ή ασυνείδητα θέλουμε να επηρεαστούμε επειδή θεωρούμε ότι αυτό ωφελεί την ανάπτυξη του εαυτού. Όπως και για να υπάρχει επηρεασμός πρέπει να υπάρχει κάποια επαφή, κοινές συμπεριφορές, αναγνωρίσιμες, χωρίς τεράστιες διαφορές, αν και αυτό δεν είναι απόλυτο επειδή η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συγκρότησης πάντα αφήνει περιθώρια ώστε να υπάρξουν σημεία επαφής για επηρεασμό.

Στους ενήλικες η παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού που ελέγχει τον συναισθηματικό εγκέφαλο αλλά και κάνει επεξεργασία των προσλαμβανόμενων ερεθισμάτων, η μάθηση μπορεί να βασίζεται στην πρόσληψη μέσω της μίμησης αλλά η επεξεργασία από τον μετωπιαίο φλοιό κρίνει τι θα γίνει αποδεκτό και τι όχι προσαρμόζοντας την μέσω της λογικής συνοχής με το σύστημα αξιών, γνώσεων που έχει διαμορφώσει. Όμως όταν ο μετωπιαίος φλοιός για κάποιο λόγο είναι κατεσταλμένος, από ένα ισχυρό συναίσθημα, μια απειλή ή κάτι άλλο, ή σε συνθήκες συμμετοχής σε μια ομάδα, όπου για διάφορους λόγους πρυτανεύει το πνεύμα της ομάδας ή όταν η εικόνα του εαυτού εξαρτάται ισχυρά από τη γνώμη των άλλων σε προσωπικότητες παθητικές-παιδικές, τότε μπορεί εύκολα να μεταδοθούν συναισθήματα, σκέψεις χωρίς ή με μικρή επεξεργασία από την λογική, τον μετωπιαίο φλοιό δηλαδή.
(Κάτι παρόμοιο γίνεται με τον υπνωτισμό, την υποβολή ή την αυθυποβολή.
Στον υπνωτισμό με κάποιο τρόπο αποσπάται η προσοχή σε ένα ουδέτερο ερέθισμα, το συνειδητό χαλαρώνει, ώστε να δοθεί η ευκαιρία κατάληψης του υποσυνείδητου ή να μείνει το πεδίο ελεύθερο για να περάσουν τα μηνύματα στον δέκτη. Ή όταν μια ισχυρή εντύπωση επηρεάζει το υποσυνείδητο, η δραστηριότητα της συνείδησης τείνει να εξαφανισθεί.

Στην υποβολή έχουμε παρόμοιους μηχανισμούς. Πρέπει να υπάρχει ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός, μια ομάδα, που τα θεωρούμε σημαντικά, καθώς και η ιδέα που υποβάλλεται να έχει σχέση με δικές μας επιθυμίες, συνειδητές ή ασυνείδητες ή φόβους για την ασφάλειά μας που πιστεύουμε ότι θα αποτραπούν υιοθετώντας τις αντίστοιχες ιδέες, ώστε να υπάρχουν αντίστοιχα κίνητρα για να δεχθούμε αυτό που μας υποβάλλεται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρές επιθυμίες ή φόβοι, το συναίσθημα που τις περιβάλλει είναι αρκετά ισχυρό ώστε να παρεμποδίσει τη δραστηριότητα του μετωπιαίου φλοιού και την επαρκή λογική εξεργασία.
Στην αυθυποβολή η ιδέα από την οποία επηρεαζόμαστε υπάρχει ήδη στη δεξαμενή της σκέψης που υπάρχει μέσα μας, αλλά αποκτά κάτω από ειδικές συνθήκες μεγαλύτερη σημασία και επηρεάζει, καταλαμβάνοντας το υποσυνείδητο, όλο τον τρόπο σκέψης.
Γίνεται δηλαδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μίμηση της υποβαλλόμενης συμπεριφοράς, χωρίς την παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού και της λογικής επεξεργασίας που μπορεί να την υποβάλλει, επιδρώντας σε πολύ ισχυρές περιοχές του υποσυνείδητου.
Η υποβολή όπως και η αυθυποβολή, είναι ένας πανίσχυρος μηχανισμός που μπορεί να λειτουργήσει είτε θετικά, δημιουργώντας και το γνωστό φαινόμενο placebo, είτε αρνητικά ως αρνητική υποβολή που κινητοποιεί τους μηχανισμούς του φόβου και του αντίστοιχου στρες. Γι αυτά όμως ίσως κάνουμε αναφορά σε κάποια άλλη ανάρτηση.
Επίσης σε παρόμοιους μηχανισμούς στηρίζεται και η συναισθηματική μεταδοτικότητα για την οποίαν έχει γίνει αναφορά σε άλλη ανάρτηση).

Η αναζήτηση συνεχώς νέας γνώσης πως εξηγείται; Με βάση αυτά που αναφέρθηκαν, η απάντηση πρέπει να είναι η εξελικτική πίεση για καλύτερη προσαρμογή στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του περιβάλλοντος. Εξ άλλου και οι άνθρωποι αλλάζουν όταν δημιουργηθεί κρίση στον ακολουθούμενο τρόπο δράσης τους, που βλέπουν ότι δεν τους εξυπηρετεί πια ή ότι στρέφεται σε βάρος τους.

Αλλά και τα ίδια τα νευρωνικά κυκλώματα φαίνεται να έχουν με κάποιο τρόπο την τάση της ολοκλήρωσης τους, της συνέχισης δηλαδή της αποκάλυψης τους. Αναζητούν την πληροφορία, τη γνώση δηλαδή, για αυτή τη συνέχεια. O homo sapiens, ονομάσθηκε “το ανικανοποίητο είδος”, για αυτή την τάση να αναζητά πάντα νέες πληροφορίες, να μαθαίνει από αυτές, να εδραιώνει αυτή τη γνώση και να συνεχίζει. Ως ένα βαθμό ή καλύτερα από ένα σημείο και πέρα, αυτό φαίνεται να οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος κατακτώντας τη γλώσσα και τη συνείδηση ανωτέρου επιπέδου που τον χαρακτηρίζει, άλλαξε σε μεγάλο βαθμό και τον νοητικό προσανατολισμό του. Ενώ μέχρι τότε η νόηση αποσκοπούσε στενά στην προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον, επειδή ο ανταγωνισμός και η προσαρμογή αφορούσε την επιβίωση σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον, από τη δημιουργία των κοινωνιών, την κατάκτηση της γλώσσας, την απόκτηση δηλαδή της ανθρώπινης νόησης όπως την ξέρουμε, ο ανταγωνισμός και η προσαρμογή έγινε κυρίως ενδοειδική διαδικασία, στρέφεται μέσα στην κοινωνία ή ανάμεσα στις ομάδες μεταξύ τους οπότε πήρε και διαφορετικό προσανατολισμό. Η ανάγκη έτσι της προσαρμογής στις απαιτήσεις της ομάδας μπορεί να πάρει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις ανάγκες για παράδειγμα του πως θα προφυλαχθούμε από το κρύο ή από τα άγρια θηρία. Άρα οι ανάγκες του ενδοειδικού πια ανταγωνισμού και προσαρμογής, προσανατολίζουν και σε άλλους δρόμους τη νοητική ανάπτυξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι προηγούμενες ανάγκες εξαφανίζονται, απλά ιεραρχούνται διαφορετικά. Έτσι ανέπτυξε ικανότητες που αν τις δει κάποιος από τη στενή σκοπιά των εξελικτικών αναγκών σε σχέση με την προσαρμογή στη φύση, φαίνονται άσκοπες, περιττές και ανεξήγητες, όπως για παράδειγμα την τέχνη, τις επιστήμες κλπ, γίνονται όμως απόλυτα κατανοητές αν τις δούμε αυτές τις δραστηριότητες από τη σκοπιά της κοινωνικής συνείδησης και των νέων αναγκών που προκύπτουν από αυτή τη συνάφεια και αλληλεπίδραση μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως και την ανάγκη συνεχούς διεύρυνσης αυτών των γνώσεων που προκύπτει από αυτόν τον ανταγωνισμό.

Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε