Γάλλος συγγραφέας, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και φιλόσοφος, ιδρυτής του Theatre du Travair, ο Αλμπέρ Καμύ τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, αν και υπήρξε ένας από τους πνευματικούς του αντιπάλους, είπε σχετικά με αυτή τη διάκριση, ότι ήταν ένα από τα πιο δίκαια βραβεία που δόθηκαν ποτέ.

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας, μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, από πατέρα Γάλλο χωρικό και μητέρα Ισπανίδα. Είχε άλλον ένα μεγαλύτερο αδελφό. Ο πατέρας του, μετά την επιστράτευσή του και εξαιτίας του τραυματισμού του στη μάχη του Μάρνη, κατά την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1914, όταν ο Καμύ ήταν ενός έτους. Μετά το θάνατο του πατέρα, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι. Έτσι, ο Καμύ γνώρισε τον πατέρα του μόνο από μια φωτογραφία. Με τη μητέρα του ήταν στενά συνδεδεμένος. Σε εκείνη αφιέρωνε τα βιβλία του, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά «σε αυτήν που δεν θα μπορέσει να τα διαβάσει ποτέ», δεδομένου ότι η μητέρα του ήταν αγράμματη.

Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε πολύ νωρίς. Μετά το Λύκειο, παίρνει πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη Φιλολογία της Φιλοσοφικής Σχολής αλλά δεν κατάφερε να πάρει την πιστοποίηση που ήθελε για να ασχοληθεί με την εκπαίδευση, γιατί, εκείνη την περίοδο, στα 1930 και στην ηλικία των 17 χρόνων, είχε την πρώτη του κρίση από τη φυματίωση.

Για λόγους υγείας, εγκαταλείπει το πατρικό του, μένει για λίγο με κάποιο θείο του και στη συνέχεια, αποφασίζει να ζήσει μόνος. Για να βιοπορισθεί, αναγκάζεται να κάνει διάφορες δουλειές ενώ παράλληλα παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα. Είναι η εποχή που ξεκινά να γράφει και το 1932, το περιοδικό Sud φιλοξενεί πλέον, τα κείμενά του. Ο Καμύ είναι μόλις 19 ετών. Λίγο αργότερα, θα ιδρύσει το Θέατρο της Εργασίας (Theatre du Travail) που θα μετονομασθεί σε Θέατρο της Ομάδας, το 1937. Στο μεταξύ, εγκαταλείπει το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, δυο χρόνια μετά την εγγραφή του, λόγω του ιδεολογικού απολυταρχισμού του Κόμματος, όπως αιτιολόγησε ο ίδιος ο Καμύ.

Το 1940 εργάζεται σε εφημερίδα και μια έρευνά του με τίτλο «Μιζέρια της Καμπυλίας» ξεσηκώνει αντιδράσεις. Η κυβέρνηση της Αλγερίας κλείνει την εφημερίδα και φροντίζει ώστε ο Καμύ να μην ξαναβρεί δουλειά. Τότε είναι που φεύγει από την Αλγερία και εγκαθίσταται μόνιμα στο Παρίσι και πιάνει δουλειά στην εφημερίδα Paris Soir.

Ο βιογράφος του γράφει για τη σχέση του με τη δημοσιογραφία: «Πολλοί συγγραφείς γεννιούνται από τη δημοσιογραφία. Άλλοι τόσοι θάβονται από αυτήν. Ο Καμύ ξεκινάει μια αντίστροφη κίνηση. Ξέρει ήδη να στήνει το σκηνικό, να τοποθετεί τα πρόσωπα. Το δίπλωμα της φιλοσοφίας του είναι χρήσιμο: αναζητεί το νόημα κάτω από τα γεγονότα». Την ίδια εποχή δημοσιεύεται «ο Ξένος» και ο «μύθος του Σίσυφου», έργα που ο ίδιος ο Καμύ ταξινόμησε στον «κύκλο του παραλόγου», που θα συμπληρωθεί αργότερα, με τα θεατρικά «η παρεξήγηση» και «ο Καλιγούλας». Το 1943 προσλαμβάνεται ως αναγνώστης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard.

Η κατοχή της Γαλλίας από τους Ναζί βρίσκει τον Καμύ να μάχεται ενεργά για την αντίσταση καθώς γράφει και έχει την αρχισυνταξία, για την παράνομη εφημερίδα Combat, την οποία εγκατέλειψε το 1947 λόγω διαφωνίας του με τη συντακτική ομάδα. Την ίδια χρονιά δημοσιεύεται «η πανούκλα» και ακολουθεί το έργο του «οι δίκαιοι» και «ο επαναστατημένος άνθρωπος», έργα που συνθέτουν τον «κύκλο της εξέγερσης». Από τα πολλά άλλα έργα του, ξεχωρίζουν «ο ευτυχισμένος θάνατος», «η πτώση», «η εξορία και το βασίλειο», «το καλοκαίρι», «η καλή και η ανάποδη», «γράμματα σ΄ένα φίλο Γερμανό», «Σημειωματάρια» κ.α.

Ο Καμύ δεν αποδέχτηκε το σουρεαλισμό, χαρακτηρίζοντάς τον παρωχημένο πνευματικό κίνημα. Αντιλαμβάνεται το παράλογο με την έννοια του αντιφατικού, του μη λογικού. Δεν θεωρεί λογικό εκείνον που σκέφτεται, αλλά εκείνον που αισθάνεται λογικά, αναφέροντας σ’ ένα από τα πρώτα του άρθρα ότι «η Τέχνη δεν αντέχει τη λογική». Αρνήθηκε να εκφράσει ομολογία πίστης στο Θεό, στην ιστορία και στη λογική. Στάθηκε απέναντι στο Χριστιανισμό, το Μαρξισμό και τον Υπαρξισμό, και σε οποιοδήποτε ηθικό σύστημα που ζητά την τυφλή υποταγή. Πίστευε πως ο άνθρωπος, ελεύθερος από αυτά τα δεσμά, κύριος του εαυτού του, μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται και να δίνει ο ίδιος, το νόημα που θέλει στη ζωή του.

Ο Αλμπέρ Καμύ επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές. Πρώτη φορά ήταν τον Αύγουστο του 1939, όπου ταξίδεψε στα νησιά του Αιγαίου που λάτρεψε. Το 1955 το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών τον προσκάλεσε ως κεντρικό ομιλητή, σε κάποιο συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού και ο Καμύ αποδέχτηκε την πρόσκληση. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού. Η σύζυγός του Άννα τον περιγράφει σαν ένα άνθρωπο πολύ γοητευτικό, μιλά για νύκτες με ατελείωτα τσιγάρα και συζητήσεις, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι χάρις στον Καμύ, το σπίτι τους, ένα σπίτι-μουσείο είχε μετατραπεί σε μια κυψέλη σκέψης.

Το 1959 ο Καμύ επιστρέφει στην Ελλάδα για τρίτη φορά και ταξιδεύει στα ελληνικά νησιά, με το σκάφος του φίλου του Michel Gallimard, μαζί με ένα νεαρό έλληνα ζωγράφο, το Μάριο Πράσινο, από τον οποίο ζητά να του ζωγραφίζει κάθε ελληνικό νησί που επισκέπτονται. Φτάνοντας στη Λέσβο κάποιο πρωί, ερωτεύεται το νησί, με την πρώτη ματιά. Γράφοντας ένα γράμμα στο φίλο του Άγγελο Κατακουζηνό, αναφέρει: «Άγγελε, φίλε μου. Ανακάλυψα το μέρος στο οποίο θέλω να ζήσω. Πρόκειται για ένα πανέμορφο νησί, σχεδόν αρσενικό θα έλεγα. Θέλω να ζήσω εκεί, δίπλα στην θάλασσα, ατενίζοντας τα κύματα του Αιγαίου, αυτά τα κύματα που κουβαλούν επάνω τους τα αρώματα της πατρίδας μου, της Αλγερίας.

Έχω ήδη εντοπίσει ένα μικρό σπίτι κοντά στην θάλασσα από το οποίο θα μπορώ να αποχαιρετώ τον ήλιο που δύει πάνω από το Αιγαίο, και ίσως έτσι καταφέρω να συνηθίσω την ιδέα του αποχωρισμού. Μπορώ να με φανταστώ πάνω σε μία μικρή βάρκα, να ταξιδεύω σαν τρελός μέσα στα κύματα. Όμως αγαπητέ μου φίλε, δεν με μάγεψε μόνο η ομορφιά του νησιού, αλλά και η ομορφιά των κατοίκων του. Θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους που από μακριά φαίνονται στεγνοί, όπως τα δέντρα της ελιάς που καλλιεργούν, αλλά αν τους παρατηρήσεις από κοντά είναι γεμάτοι πλούσιους φυσικούς χυμούς, και λάμπουν, όπως λάμπει το ασήμι στα φύλλα των ελαιόδεντρων».

Δυστυχώς, ο Αλμπέρ Καμύ, δεν μπόρεσε να επιστρέψει στη Λέσβο που τόσο αγάπησε. Λίγους μήνες μετά το ταξίδι του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στις 4 Ιανουαρίου 1960, σκοτώνεται ακαριαία σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης και φίλος του Michel Gallimard παρεκκλίνοντας από την πορεία του, πέφτει επάνω σε ένα δένδρο. Ο Michel Gallimard μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, τραυματισμένος σοβαρά και υπέκυψε μετά από 5 ημέρες.

Αν και οι εφημερίδες έκαναν λόγο για υπερβολική ταχύτητα, αδιαθεσία του οδηγού και διάφορα άλλα, ο συγγραφέας Ρενέ Ετιάμπλ διαβεβαίωσε ότι είχε στα χέρια του αδιάσειστα στοιχεία και αποδείξεις πως το αυτοκίνητο που έστειλε στο θάνατο τους δυο επιβάτες του ήταν ένα κινητό «φέρετρο». Καμία εφημερίδα δεν δέχτηκε να τις δημοσιεύσει. Είναι τραγική ειρωνεία ότι ο Καμύ έλεγε στους φίλους του πως «δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα». Ο Καμύ τάφηκε στο Lourmarin της Vaucluse, στη Νότια Γαλλία όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Πηγές

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε