Ήξερε ότι ήταν στιγμή να το κάνει και δεν επρόκειτο να την σταματήσουν τα επικριτικά βλέμματα κάποιων, αρκετά είχε κάνει υπομονή.

‘’ΣΠΙΤΙ’’

Διάδρομος, πολύ κενός διάδρομος, αυτό το γκρι την έκανε να πλήττει πιο έντονα. Στο τέλος του διάδρομου έβλεπες το δωμάτιο της, κι αυτό ήταν τόσο αδειανό. Πάντα ένιωθε αδειανή όχι μόνο εξαιτίας της διακόσμησης, κυρίως λόγω της μοναξιάς της. Η μαμά και ο μπαμπάς της από τότε που τους θυμάται οι καλύτερες ίσως μηχανές, ειδικά η μαμά της. Δουλειά, σπίτι, ύπνος, επανάληψη. Πάντα ένιωθε κάπως διαφορετική, την φόβιζε αυτό. Ήθελε να αφομοιωθεί σε αυτό το σύνολο ‘’ανθρώπων’’ που ονομαζόταν οικογένεια, σχολείο κ.τ.λ. μα όλο κάτι δεν κολλούσε, αυτή.

Ήταν Σάββατο και ένιωθε όμορφα, δεν γνώριζε γιατί, μα δεν της άρεσε να τα εξηγεί και όλα. Εκείνο το πρωί ξύπνησε απ’ τις 6:30, πολύ νωρίς για τα μέτρα της. Κατέβηκε γρήγορα, γρήγορα τα 77 σκαλοπάτια που ένωναν τον πάνω όροφο με τον κάτω και έτρεξε στο ψυγείο, πεινούσε. Εκεί όμως είδε την μαμά της.

‘’Δεν είναι 8:00.’’ Είπε ήρεμα.

‘’Το γν…ωρίζω.’’ Στραβοκατάπιε.

‘’Τι περιμένεις λοιπόν!;’’

Η μαμά της ήταν σαν ένα καλοκαιρινό μπουρίνι, μπορούσε από απελπιστικά χαλαρή να γίνει υπερβολικά έξαλλή σε κλάσματα δευτερολέπτων.

‘’52! Τι με κοιτάς!’’

Καμιά φορά πάγωνε από φόβο και ξεχνούσε να απαντήσει. Όταν συνειδητοποίησε ότι η μαμά της είχε αρχίσει να πάλι να φωνάζει απλά γύρισε την πλάτη και έτρεξε πίσω στο δωμάτιο της. Πάντα την στεναχωρούσαν οι γονείς της, ήταν σαν ρομπότ, όταν έκανες κάτι εκτός του προγράμματος τους θύμωναν πολύ. Το δωμάτιο της είχε γκρι τοίχους όπως και όλα τα άλλα δωμάτια του σπιτιού, είχε έναν καθρέφτη ακριβώς απέναντι από το μόνο κρεβάτι με τα άσπρα παπλώματα. Η ντουλάπα της ήταν μεγάλη, ήταν κι αυτή λευκή, μέσα είχε 77 ίδια σύνολα, τα είχε βαρεθεί απερίγραπτα μα ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τα φοράει. Το μόνο πράγμα που την ενθουσίαζε για αυτόν τον χώρο ήταν το τετράγωνο παράθυρο πάνω ακριβώς από την κλίνη της, ένα μικρό μα ικανοποιητικό άνοιγμα σε έναν άλλο κόσμο. Καμιά φορά ξάπλωνε ανάσκελά και έβλεπε τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού και άφηνε τις σκέψεις της να βγουν από το παραθύρι της και να ταξιδέψουν σαν αερικά ελεύθερες στο πιο όμορφο άστρο, εκείνο που κανείς δεν θα την έβρισκε, εκείνο που θα μπορούσε να ντύνεται με ρούχα χρωματιστά και να ξυπνάει ότι ώρα ήθελε. Καμιά φορά έκανε παράτολμες σκέψεις, τέτοιες που δεν χωράνε στα αποπνικτικά όρια της κοινωνίας και γνώριζε ότι μόνο στα αστέρια θα τις φώναζε δυνατά.

Παρά τις έντονες προσπάθειες της δεν κατάφερε να κοιμηθεί έως τις 8:00 και πριν το καταλάβει το ξυπνητήρι είχε ήδη αρχίσει. Επανέλαβε τις κινήσεις που είχε κάνει μιάμιση ώρα πριν, με λιγότερο ίσως ενθουσιασμό. Στο σαλόνι κάθονταν ήδη η 53 και ο 54 μαζί με τους γονείς και έτρωγαν. Μια κανάτα χυμό, λίγο βούτυρο, 5 βραστά αυγά, μαρμελάδα φράουλα και φυσικά ψωμί, κάθε μα κάθε πρωί από τότε που θυμάται τον εαυτό της δεν είχαν αλλάξει ούτε στάλα το καθόλου πρωτότυπο πρωινό γεύμα τους.

‘’ Καλημέρα 52.’’

Το χαμόγελο της μητέρας της την προβλημάτιζε αρκετά ιδιαίτερα έπειτα από όσα προηγήθηκαν.

‘’Φάε.’’ Ο μπαμπάς της ήταν πιο πρακτικός άνθρωπος, δεν πλάτειαζε με προλόγους και καλημεριτά. Πήρε το βουτυρομάχαιρο και άλειψε λίγο μαρμελάδα στο στεγνό ψωμί της. Της είχε φύγει η πείνα και η ιλαρότητα που ‘’γαργαλούσε’’ πρωτύτερα το λαιμό της.

‘’Είδατε κανένα όνειρο;’’

Ήξερε ότι η ερώτηση αυτή ήταν ανεπιθύμητη για την οικογένεια της μα ήθελε πολύ να μιλήσει για το δικό της όνειρο. Όλοι σήκωσαν τα κεφάλια τους από το πιάτο τους και την κοίταξαν σοκαρισμένοι.

‘’Εγώ όχι βέβαια.’’

Η μητέρα της απαντούσε σαν αστραπή όταν κάποια ερώτηση την έκανε να νιώθει άβολα.

‘’Ούτε εγώ.’’ Η ανέκφραστη φάτσα του πατέρα της ήταν πάντα πιο σοβαρή το πρωί.

‘’Εγώ είδα!’’

Το διαπεραστικό βλέμμα των γονιών έκοψαν τον μικρό 54, καμία φορά τα μάτια τους μιλούσαν πιο άμεσα από το στόμα τους.

‘’Πλάκα.’’

Γούρλωσε τα μάτια του και περίμενε την αντίδραση των μεγάλων, αυτοί άρχισαν να γελούν δυνατά με ρυθμό ανηφορικό ώσπου η μαμά επέστρεψε το βλέμμα της στο φαΐ και το ίσιο έκανε και ο μπαμπάς. Δεν άντεχε άλλο θα έσκαγε αν δεν το έλεγε πουθενά το όνειρο της.

‘’ Εγώ είδα ότι πήγαμε στο πάρκο και οι πέντε και, και η 53 άρχισε να κλαίει…’’

Όλοι γύρισαν απότομα τα κεφάλια τους μόλις άκουσαν την λέξη αυτή, τόσο απότομα που αν τα κόκκαλα τους ήταν πιο εύθραυστα θα γίνονταν χίλια κομματάκια. Ωστόσο η 52 δεν άφησε το ύφος τους να διακόψει την αφήγηση της. ‘’Ναι, και μετά ήρθε ένα σκυλάκι και άρχισε να γλύφει τα δάκρυα της 53 και η μαμά έβγαλε ένα μεγάλο πανί και κάλυψε το πρόσωπο της 53 και όταν το έβγαλε έλειπαν τα μάτια σου 53! Και μετά ο μπαμπάς πήρε τον σκύλο αγκαλιά και τον φίλησε στο μέτωπο και εκείνος του δάγκωσε την μύτη και μετά ο μπαμπάς ήταν χωρίς μύτη. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά ο 54 ξερίζωσε τα αυτιά του και τα πέταξε στον κάδο… Εσύ μαμά σκαρφάλωσες σε ένα δέντρο στο πάρκο και έκανες το λιοντάρι μα σου έλειπε το στόμα και εγώ ήθελα να τρέξω μα δεν μπορούσα γιατί ήσουν αστεία και όσο παραπάνω γελούσα τόσο πιο αργά έτρεχα!’’ Επικράτησε μια τεράστια σιγή, πολύ άβολη που άφησε την 52 με την απορία αν την είχαν έστω ακούσει ή αν όντως το όνειρο ήταν προφητικό και έχασαν την ακοή τους. Πέρασε μισή ώρα και πλέον είχαν όλοι σηκωθεί χωρίς να έχουν ανταλλάξει καμία λέξη μετά το όνειρο της, αυτό την έκανε να νιώσει ακόμα πιο αναγκασμένη να πνιγεί στην πίσσα του ρομποτισμού που είχε καταλάβει κάθε υπόλειμμά ανθρωπιάς από τις ψυχές των ‘’ανθρώπων’’.

‘’ΣΧΟΛΕΙΟ’’

Δεν ήθελε καθόλου να πηγαίνει σε αυτό το δήθεν παιδευτήριο πνευμάτων, το περίεργο ήταν ότι της άρεσε να διαβάζει και να σκέφτεται μα είχε έρθει στην απελπιστική συνειδητοποίηση ότι το μέρος αυτό μόνο τέτοιου είδους δραστηριότητες δεν επικροτούσε. Όσο για τους συμμαθητές της, ούτε σε εκείνους άρεσε η κατάσταση αυτή, κανένας όμως δεν αντιδρούσε, θα λέγαμε ότι η λέξη αυτή είχε πολύ αλλοιωμένο νόημα στον κόσμο της 52. Όταν έμπαινες στο σχολείο έβλεπες πρώτα δύο μεγάλες πύλες, η μια ήταν για τους ‘’κάλους’’ και η άλλη για τους ‘’κακούς’’ μαθητές. Οι μαθητές της καλής πτέρυγας δεν μιλούσαν στους μαθητές της κακής για να μην κολλήσουν κακημαθήτιδα. Από την άλλη οι μαθητές της κακής πτέρυγας ζήλευαν αυτούς της καλής κι για αυτό οι περισσότεροι ξεκινούσαν το κάπνισμα ή το ποτό από νωρίς για να ξεχαστούν από την αποτυχία που τους στοίχειωνε. Η 52 άνηκε στην πτέρυγα των καλών, οι φίλες της επίσης, το πρόβλημα με τις φίλες της ήταν ότι δεν μπορούσαν να μιλούν εκφραστικά, δεν αισθάνονταν τίποτα, φορούσαν ίδια παπούτσια κι αν δεν μπορούσαν να απαντήσουν σε κάποια ερώτηση έκαναν σα να μη την άκουσαν ποτέ. Καμιά φορά ένιωθε ολομόναχη ακόμα κι αν ήταν μαζί τους. Εκείνο το πρωί η 52 πήγε στο σχολείο επηρεασμένη από όσα είχαν συμβεί. Ένιωθε θυμό μα για αυτήν τα συναισθήματα ήταν κάτι το πρωτόγνωρο καθώς είχε μεγαλώσει σε μια κοινωνία που δεν ασχολούνταν με αυτά.

‘’Καλημέρα 52, καλά είσαι;’’

Είχε κουραστεί να προσποιείτε κάθε μέρα απαντώντας καταφατικά στην ερώτηση της 78.

‘’Όχι.’’

Μπόρεσε να δει το ξάφνιασμα στο πρόσωπο της 78, ωστόσο δεν μπόρεσε να δει καμία προσπάθεια συνέχισης της συζήτησης.

‘’ Είδες τι ανέβηκε χθες;’’

‘’Όχι τι;’’

‘’Ο 15 ανέβασε ένα live στο οποίο προχωρούσε στον δρόμο και είδε μια κυρία να κάθετε στο πεζοδρόμια με μια παλιά κουβέρτα και την έφτυσε στα μούτρα.’’

Ένα σιωπηλό χαχανητό τρυπούσε τα αυτιά της 52. Ήθελε να βάλει τα κλάματα είχε πλέον χάσει πάσα ελπίδα.

‘’ Εσένα πώς σου φάνηκε αυτό;’’ Είχε προσηλωθεί εντελώς στο πρόσωπο της 78, περίμενε απεγνωσμένα μια απάντηση που θα την έσωζε από όλες τις σκέψεις που είχαν κατακλείσει το κεφάλι της. Η σιγή που επικράτησε μέχρι να επεξεργαστεί η 78 την ερώτηση γέμιζε την 52 με πιο πολύ αγωνία.

‘’Ο γλυκός μου ρε, έχει χιούμορ.’’

‘’Τι;’’ Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η φίλη της είχε ξεστομίσει αυτήν την πρόταση.

‘’Ο γλυκός μου ρε, έχει χιούμορ.’’

‘’Τι σε κάνει να θεωρείς ότι αυτό που έκανε είχε έστω και ένα γραμμάριο χιούμορ;’’‘’Τα σχόλια, χάχα, κάνεις σαν τρελή, αν δεν σου φάνηκε αστείο τότε μάλλον είσαι ξενέρωτη.’’

‘’78 δεν θέλω να σε απογοητεύσω μα δεν έχω ξαναδεί πιο πνευματικά ανάπηρο άνθρωπο, και δεν εννοώ εσένα, εσύ είσαι απλά κρίμα γιατί έχεις ξεχάσει τι θα πει άνθρωπος μα αυτόν που αρνείται ακόμα και την ύπαρξη του.’’

Γύρισε την πλάτη της γρήγορα πριν προλάβει να ακούσει την απάντηση της 78 και έτρεξε στην αίθουσα.

Την πρώτη ώρα είχαν παπαγαλία, το μισούσε αυτό το μάθημα παραπάνω από κάθε άλλο, δεν καταλάβαινε γιατί υπήρχε. Κάθε χρόνο έδιναν εξετάσεις τον Ιούνιο για να περάσουν την τάξη και όταν ερχόταν η σειρά της παπαγαλίας απλά γέμιζε το κενό χαρτί με ένα μάτσο πληροφορίες που δεν θα θυμόταν την επομένη , πληροφορίες πιο κενές από το κενό χαρτί. Ήθελε να περάσει στην πτέρυγα των κακών μαθητών γιατί είχαν πιο ωραία μαθήματα μα γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα έκανε την μαμά της έξαλλη.

Κατά την διάρκεια του μαθήματος της ήρθε μια φαεινή ιδέα για το πώς θα ξεφύγει. Όταν χτύπησε το κουδούνι πήγε κρυφά στις τουαλέτες και έβαψε το μέτωπο της κοκκινωπό, έπειτα πήγε στο γραφείο των καθηγητών και ισχυρίστηκε ότι γλίστρησε από τις σκάλες και πως δυσκολευόταν να θυμηθεί. Εκείνοι τότε την ανάγκασαν να πάρει ένα τεστ για να δουν εάν όντως είχε χάσει την μνήμη της. Την εισήγαγαν σε μια τεράστια κενή αίθουσα με δύο καρέκλες και της είπαν να κάτσει, εκείνη έκατσε προσποιούμενη ότι πονούσε, στην απέναντι καρέκλα κάθισε μια κυρία με κοντά άσπρα μαλλιά και ξεκίνησε τις ερωτήσεις.

‘’Πως ονομάζεσαι;’’

‘’62… έ… 52 βασικά.’’

‘’Πόσο χρονών είσαι;’’ Δεν ήθελε να το τραβήξει υπερβολικά, οπότε προτίμησε να απαντάει ειλικρινά στις εύκολες ερωτήσεις. ‘’16.’’

‘’Πως νιώθεις;’’

‘’Φόβο.’’ ‘’Τι;’’

‘’Ε πόνο, πόνο.’’ Έπειτα από λίγη ώρα είχαν πλέον αρχίσει οι δύσκολες ερωτήσεις, στις οποίες απαντούσε ψέματα.

‘’Τέλος πόσο κάνει 100-87/3 εις την εβδόμη * 4 – Χ = 0;’’

‘’Χμ… 52;’’

‘’Ευχαριστούμε πολύ.’’

‘’Τι; δεν θα μου πείτε πώς τα πήγα;’’ Η τρομακτικά ανέκφραστη κυρία αγνόησε επιδεικτικά την ερώτηση της. Παρόλα αυτά η 52 ήταν αισιόδοξη, γνώριζε ότι είχε πετύχει τον στόχο της.

‘’ΣΠΙΤΙ’’

Όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα ένιωθε κρύο ίδρωτα να την έχει καλύψει, έπειτα από το χθεσινό όλα θα άλλαζαν εάν όντως πήγαινε στην πτέρυγα των κακών. Δεν ήξερε αν είχε μετανιώσει την αυθαίρετη πράξη της ή εάν απλώς φοβόταν την μαμά της. Δεν άργησε να ακούσει την πρώτη τσιρίδα.

‘’52! Έλα αμέσως κάτω!’’ Ο κρύος ιδρώτας είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε ζεστή λάβα που έλιωνε το μυαλό της, ένιωθε ότι είχε σκάσει από την ζέστη και ότι κάποιος την εμπόδιζε να αναπνεύσει σωστά << Είσαι άχρηστη!>> μια δυνατή φωνή είχε αρχίσει να βουίζει στα αυτιά της μα ήταν η δική της. Κατέβηκε αργά και αθόρυβα τις σκάλες ώσπου αντίκρισε την έξαλλή φάτσα της μαμάς της.

‘’Τι;’’ Την ρώτησε γεμάτη ψεύτικη άγνοια στο πρόσωπο της.

‘’Τι είναι αυτό;’’ Όταν είδε τι της έδειχνε κοκκίνησε πολύ και έχασε την μιλιά της.

‘’Σε ρωτάω!’’ Η φωνή της είχε πιάσει υπερβολικά υψηλές συχνότητες και τρυπούσε τα αυτιά της 52.

‘’Ένα e-mail.’’ Η βουή των λεγομένων της μαμάς της αρχίσαν να διαπερνούν το αυτί της χωρίς να ακούει, το βλέμμα της είχε αποπάρει ένα μοτίβο πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Όλα τα γυάλινα ποτήρια ήταν αφημένα συμμετρικά το ένα δίπλα στο άλλο και είχαν την ίδια ποσότητα νερού εκτός από ένα, αυτό ήταν πιο μπροστά από τα άλλα και είχε παραπάνω νερό μέσα του. Ξάφνου ένας κρύος αέρας αναζωογόνησε την σκέψη της και το φοβισμένο της μυαλό. Ήταν πλέον δυνατή, ήταν πλέον έτοιμη και δεν φοβόταν.

‘’Απάντησε μου τώρα αλλιώς θα σε βάλω στο δωμάτιο της απομόνωσης!’’

‘’Τι να σου πω πρώτα; Το πόσο δεν με νοιάζει, ή το πόσο όμορφα νιώθω για το γεγονός ότι θα πάω στην πιο ελεύθερη πτέρυγα; Γιατί ξέρεις μαμά εκτός από μηχανή είσαι και άνθρωπος και εμένα η ανθρώπινη πλευρά μου δεν μου επιτρέπει να προσποιούμε ότι όλα είναι καλά γιατί δεν είναι! Είσαι τυφλή δεν βλέπεις τι γίνεται;’’

‘’Εμένα τα δικά μου μάτια βλέπουν πολύ πιο καθαρά και τώρα βλέπω πόσο έχεις πέσει…’’

‘’Για αυτό είσαι τυφλή γιατί δεν είναι τα μάτια αυτά που θα σε κάνουν να δεις στα αλήθεια.’’ Πρώτη φορά είδε την μαμά της να γίνεται μπορντό, δεν ήξερε τι από όλα την εξόργισαν πιο πολύ.

Οι επόμενες 5 μέρες στο δωμάτιο της απομόνωσης πέρασαν πολύ αργά όμως παρά το απόλυτο τίποτα του χώρου η ψυχή της γέμισε με το πιο πολύ κάτι που είχε γεμίσει πότε. Η τεράστια μαύρη τηλεόραση που είχε την κεντρική θέση στο δωμάτιο δούλεψε μάλλον αντιφατικά ως προς τον στόχο της μαμάς της. Ήταν σαν το μυαλό της 52 να είχε ανοσία στην μαζοποίηση. Το τρίτο πρωί ένα πρωινάδικο που έβλεπε για πρώτη φορά υπήρξε η αφορμή για να νιώσει πολύ έντονη ταραχή μετά από πολύ καιρό. Η παρουσιάστρια ντυμένη με το ροζ μίνι είχε καλέσει την μητέρα ενός νεαρού που είχε μυστηριωδώς χάσει την ζωή του. Η μητέρα συντετριμμένη και ανίκανη να φτιάξει ολοκληρωμένες προτάσεις χωρίς να χάνεται από τα πολλά αντικαταθλιπτικά κοιτούσε την παρουσιάστρια που διηγούνταν την ιστορία του νέου.

‘’Έπειτα από πολλές έρευνες οι αστυνομικοί μας κατάφεραν να βρουν αυτό το γράμμα από τον μικρό ας ρίξουμε μία ματιά, <<Τον τελευταίο καιρό δεν μπορώ να κλείσω μάτι, δεν ανήκω εδώ θέλω να φύγω. Το πρωί έκανα μια προσπάθεια δεν πέτυχε. Τα χάπια μου τελείωσαν, δεν ξέρω τι να κάνω άλλο πια, δεν ανήκω εδώ, τρέχω να βρω την έξοδο μα είναι αδιέξοδος. Δαιμόνια είναι μα δεν ξορκίζονται, δέσμιος εγώ δε βλέπω το φως, όταν ακούω τις φωνές να μου λένε σκάσε! Μη σκέφτεσαι ! Μη μιλάς! Μη να.. να… θεις, καταπίνω μαχαίρια που μου κόβουν την καρδιά κι άλλο.>> Με συγχωρείται δεν είναι καλά γραμμένο, κρίμα δεν θα μάθουμε τι εννοούσε εδώ. Όπως όμως είναι φανερό ο μικρός 1143 έπεσε θύμα απαγωγών και αυτό ήταν το τελευταίο γράμμα πριν τον κρεμάσουν στο δέντρο της αυλής του, καλά που το είχε στην τσέπη του. Όμως επειδή εμείς νοιαζόμαστε για τους καλεσμένους μας βρήκαμε τρεις ύποπτους! Παρακαλώ αστυνομία φέρτε τους.>> Αυτό που ακολούθησε ήταν το οργισμένο κοινό να φτύνει τους τρεις άτυχους και ο πατέρας να προσπαθεί να τους σπάσει στο ξύλο. Κανένας τους δεν μιλούσε την γλώσσα και έμοιαζαν υπερβολικά μπερδεμένοι και αβοήθητοι. Μα τι ακριβώς, άρχισε να κλαίει για πρώτη φορά με τόσο θυμό και λύπη μαζί. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο νεαρός δεν έπεσε θύμα κανενός άλλου παρά του ίδιου του του εαυτού. Η 52 τόσο καιρό προσπαθούσε να αρνηθεί ότι ζει σε έναν τόσο διεστραμμένο κόσμο, κατηγορούσε την άγνοια των πολλών μα τώρα είχε καταλάβει ότι η αιτία ήταν μάλλον η δύναμη και το θράσος λίγων. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η προωθητική διαφήμιση των παυσίπονων χαπιών που ακολούθησε στην τιμή του αγοριού που στο γράμμα του απευθυνόταν προφανώς σε αυτά, <<Για να μην πεθάνει ποτέ ξανά κάποιος με ημικρανία>> η παρουσιάστρια έκλεισε έτσι το θέμα. Ήταν σαν το κουμπί των συναισθημάτων της 52 να δούλευε πλέον πλήρως ακόμα κι αν ήταν τόσο φορτισμένο.

Τρίτη 30 Μαρτίου

Όλοι ήταν καθισμένοι στις πλαστικές σχολικές καρέκλες. Την ημέρα πριν αλλάξει σχολεία η 52 είχε να συμμετάσχει στην απονομή των αριστείων. Οι περισσότεροι περήφανοι γονείς ήταν περισσότερο προσηλωμένοι στις κάμερες τους ξεχνώντας να χειροκροτούν ή να συνειδητοποιήσουν ότι το παιδί τους είχε πάρει το αριστείο εδώ και ώρα. Οι γονείς της 52 μπροστά, μπροστά στην σκηνή για να βλέπουν με ευκολία την τελευταία τιμητική απονομή της κόρης τους. Η 52 ωστόσο δεν ένιωθε λυπημένη, ούτε αγχωμένη. Ήξερε ότι ήταν στιγμή να το κάνει και δεν επρόκειτο να την σταματήσουν τα επικριτικά βλέμματα κάποιων, αρκετά είχε κάνει υπομονή. Επιτέλους είχε έρθει η σειρά της.

‘’52’’ Φώναξε ο ομιλητής δυνατά και σηκώθηκε να ετοιμάσει το αριστείο.

Η 52 σηκώθηκε αργά, αργά από την θέση της και κατευθύνθηκε προς την σκηνή.

‘’ Θα ήθελες να πεις κάτι;’’

‘’Βεβαίως’’ αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της.

‘’Ορίστε.’’ Είχε πια το μικρόφωνο στα χέρια της .

‘’Λυπάμαι, λυπάμαι για όλους εδώ μέσα που δεν ευθύνονται για το χάος. Μα σήμερα δεν με νοιάζει ποιοι θα φοβηθούν να ακούσουν και ποιοι θα κλείσουν τα αυτιά τους, σήμερα θα μιλήσω κι ας μην το θέλετε! Ναι, υπάρχει πρόβλημα, ανακάλυψα ότι μας λένε ψέματα, δεν είμαστε καθόλου μηχανές! Μόνο άνθρωποι είμαστε, γυμνοί, ελεεινοί, ταπεινοί, πονηροί, καλοί, κακοί άνθρωποι. Η απαγορευμένη λέξη είναι αυτή που μας κάνει να αρρωσταίνουμε , διότι, ακριβώς επειδή έχουμε πειστεί ότι δεν υπάρχει γίναμε αναίσθητοι, πρόβατα και βαρετοί! Ναι έχετε συναισθήματα! Εγώ νιώθω οργή που τόσο καιρό κατάπινα τα συναισθήματα μου σαν το σάλιο γιατί τώρα έχουν ξεχειλίσει και με πνίγουν!’’

Ξάφνου έβγαλε κάτι μεγάλους κουβάδες με μπογιές πίσω από το τραπέζι με τα βραβεία ενώ παράλληλα έσχισε το δικό της. Άρχισε να χύνει τις μπογιές παντού.

’’ Σας προκαλώ να παραδεχτείτε ότι είστε κι εσείς άνθρωποι! Όχι άλλο θέατρο! Ελάτε και λερωθείτε αν τολμάτε, αν έχετε νιώσει μόνοι, αβοήθητοι, τρομαγμένοι, θυμωμένοι, ερωτευμένοι, ανίκανοι ή ικανοί! Εγώ έχω νιώσει όλα αυτά και δεν ντρέπομαι, αρκούμαι και μόνο στην ιδέα ότι το μόνο αντίθετο που έχω με εσάς είναι ότι το παραδέχτηκα. Αν λοιπόν δεν έχετε ακόμα πειστεί σας λέω ότι δεν θα βρείτε ποτέ άλλη τέτοια ευκαιρία, ίσως είναι η μόνη φορά που μπορείτε να λέγεστε άνθρωποι, αξιοποιήστε την!’’

Επικράτησε σιγή για μια ακόμα φορά. Τότε ένα κορίτσι από το βάθος έβαλε τα κλάματα και δεν άργησε να συνεπάρει και πολλούς άλλους ήταν η αδερφή του 1143 που είχε πρόσφατα αυτοκτονήσει. ‘’Εσείς φύεται που πέθανε ο αδερφός μου!’’ Φώναξε με σπαρακτική φωνή.

‘’Αν και μόνο αν ποτέ τον είχε ρωτήσει κάποιος πως νιώθει, τώρα μπορεί να ήταν εδώ!’’ Τα μάτια των περισσότερων χαμήλωσαν το βλέμμα ενώ παράλληλα ένας νέος πήγε πρώτος και πασάλειψε το πρόσωπο του με πράσινη μπογιά.

Από εκείνη την ημέρα καθιερώθηκε η ημέρα των βαμμένων προσώπων προς τιμήν όλων των καταπιεσμένων συναισθημάτων που πλέον οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να εκφράζουν. Κάθε χρώμα συμβόλιζε κάποιο συναίσθημα ενώ οι άνθρωποι μπορούσαν επίσης να φτιάξουν δικά τους χρώματα ανάλογα με το πως ένιωθαν. Όλος περιέργως η μέρα αυτή έγινε η αγαπημένη πολλών.

Ευγενία Δερμιτζόγλου


Το παραπάνω κείμενο ψηφίστηκε ως ένα από τα τρία καλύτερα διηγήματα του 5ου Διαγωνισμού Δημιουργικής Γραφής που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το Harmony and Creativity. Δείτε την τελική ανακοίνωση και τα αποτελέσματα εδώ

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε