Ο 20ός αιώνας υπήρξε το πιο πυκνό πολιτικό εργαστήριο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η ήπειρος γνώρισε δύο παγκόσμιους πολέμους, ολοκληρωτικά καθεστώτα, γενοκτονίες, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και τη γέννηση του κοινωνικού κράτους και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ελλάδα ακολούθησε μια παράλληλη, συχνά δραματική διαδρομή: Κατοχή, Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, πολιτική αστάθεια, Χούντα των Συνταγματαρχών, Μεταπολίτευση και ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η γνώση αυτών των γεγονότων δεν απουσιάζει. Αυτό που απουσιάζει είναι η εσωτερίκευση των μηχανισμών που τα παρήγαγαν. Οι κοινωνίες θυμούνται τα αποτελέσματα, αλλά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τις διαδικασίες. Αν χρειαστεί να επιλέξουμε δέκα πράγματα που δεν μαθαίνουν οι άνθρωποι από την ιστορία —και γιατί— μπορούμε να τα συνοψίσουμε ως εξής:
Advertisment
1. Δεν μαθαίνουν ότι η δημοκρατία είναι εύθραυστη
Η κατάρρευση της Δημοκρατία της Βαϊμάρης έδειξε ότι ακόμη και ένα από τα πιο προοδευτικά συντάγματα της εποχής μπορούσε να διαβρωθεί από πόλωση, οικονομική αστάθεια και θεσμική καχυποψία. Η εκτροπή πραγματοποιήθηκε μέσω νόμιμων διαδικασιών.
Στην Ελλάδα, η δικτατορία του 1967 κατέδειξε ότι οι φόβοι περί «εθνικού κινδύνου» μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα αναστολής της δημοκρατικής ομαλότητας.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Η δημοκρατία βιώνεται ως δεδομένη καθώς η σταθερότητα καλλιεργεί αίσθηση μονιμότητας. Όσο οι θεσμοί λειτουργούν χωρίς εμφανή κρίση, θεωρούν ότι είναι αυτονόητοι και αυτοπροστατευόμενοι. Δεν αναγνωρίζουν ότι η δημοκρατία εξαρτάται από συνεχή συμμετοχή, εμπιστοσύνη και σεβασμό κανόνων. Έτσι, τα πρώτα σημάδια φθοράς αντιμετωπίζονται ως «υπερβολές» και όχι ως προειδοποιήσεις.
Advertisment
2. Δεν μαθαίνουν ότι οι θεσμοί αδειάζουν πριν καταρρεύσουν
Η ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί σπάνια καταργούνται απότομα. Πρώτα περιορίζονται οι αρμοδιότητές τους, μεταβάλλεται η ισορροπία εξουσιών και αποδυναμώνονται οι μηχανισμοί ελέγχου. Στον Μεσοπόλεμο, η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, οι παρεμβάσεις στον Τύπο και η πίεση στη δικαιοσύνη δεν εμφανίστηκαν ως κατάλυση της δημοκρατίας, αλλά ως μέτρα «σταθεροποίησης». Το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο πλαίσιο όπου οι θεσμοί διατηρούσαν τη μορφή τους, αλλά είχαν χάσει την ουσία τους.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή η φθορά εξελίσσεται σταδιακά και παρουσιάζεται ως αναγκαία μεταρρύθμιση. Δεν υπάρχει μια καθαρή στιγμή ρήξης που να κινητοποιεί άμεση αντίδραση. Η συνέχεια της καθημερινής λειτουργίας δημιουργεί την εντύπωση ότι το σύστημα παραμένει ίδιο, ενώ στην πραγματικότητα οι ισορροπίες έχουν ήδη μεταβληθεί.
3. Δεν μαθαίνουν ότι ο εθνικισμός και ο φόβος λειτουργούν ως πολιτικά εργαλεία
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος γεννήθηκε από αφηγήσεις εθνικής ταπείνωσης και ανάγκης «αποκατάστασης». Πολιτικές ηγεσίες αξιοποίησαν τον φόβο και την αίσθηση αδικίας για να συσπειρώσουν κοινωνίες και να νομιμοποιήσουν επιθετικές επιλογές.
Στην ελληνική περίπτωση, ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος έδειξε πώς η ιδεολογική διαφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως απειλή για την ίδια την ύπαρξη του έθνους. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά χαρακτήρα «ζωής ή θανάτου», η σύγκρουση γίνεται αναπόφευκτη.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή ο φόβος απλοποιεί την πραγματικότητα. Προσφέρει σαφείς διαχωρισμούς ανάμεσα σε «εμάς» και «εκείνους» και δημιουργεί αίσθηση συσπείρωσης και βεβαιότητας. Οι απλές, συναισθηματικές αφηγήσεις γίνονται πιο ελκυστικές από τη σύνθετη ανάλυση των αιτιών και των συνεπειών.
4. Δεν μαθαίνουν ότι η πολιτική βία προετοιμάζεται μέσα από τη γλώσσα
Καμία σοβαρή πολιτική σύγκρουση δεν ξεκινά ξαφνικά. Προηγείται μια περίοδος ρητορικής κλιμάκωσης, κατά την οποία ο αντίπαλος παρουσιάζεται ως «εχθρός», «προδότης» ή «απειλή για το έθνος». Η απονομιμοποίηση του αντιπάλου, μετατοπίζει τα όρια του αποδεκτού και καθιστά πιο εύκολη τη δικαιολόγηση περιορισμών δικαιωμάτων ή πράξεων βίας.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή αντιμετωπίζουν τον δημόσιο λόγο ως απλή υπερβολή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι σκληρές εκφράσεις θεωρούνται μέρος του παιχνιδιού και όχι ένδειξη μετατόπισης των ορίων. Έτσι, η σημασία της γλώσσας υποτιμάται μέχρι τη στιγμή που οι λέξεις μετατρέπονται σε πράξεις.
5. Δεν μαθαίνουν ότι οι οικονομικές κρίσεις αποτελούν πολιτικά σταυροδρόμια
Η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 μετασχημάτισε ριζικά τον ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη, ενισχύοντας αυταρχικά καθεστώτα και αποδυναμώνοντας φιλελεύθερες δημοκρατίες. Αντίστοιχα, η ελληνική κρίση μετά το 2010 αναδιάταξε το κομματικό σύστημα, ενίσχυσε ριζοσπαστικές δυνάμεις και δοκίμασε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή αντιμετωπίζουν την οικονομία ως τεχνικό ζήτημα αριθμών, ελλειμμάτων και δεικτών, αποσυνδεδεμένο από την πολιτική. Δεν αντιλαμβάνονται ότι κάθε οικονομική επιλογή αναδιανέμει ισχύ και εμπιστοσύνη. Οι πολιτικές συνέπειες γίνονται ορατές μόνο όταν το πολιτικό σύστημα έχει ήδη μεταβληθεί.
6. Δεν μαθαίνουν ότι η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπεται σε κανονικότητα
Στον Μεσοπόλεμο, η επίκληση της ασφάλειας και της προστασίας του κράτους χρησιμοποιήθηκε για τη διεύρυνση εκτελεστικών εξουσιών και την επιβολή περιορισμών που αρχικά παρουσιάστηκαν ως προσωρινοί. Με τον χρόνο, τα μέτρα αυτά παγιώθηκαν και η εξαίρεση απέκτησε μόνιμη θεσμική μορφή.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή σε συνθήκες φόβου ή κρίσης προτεραιότητα αποκτά η άμεση αίσθηση ασφάλειας. Οι πολίτες εστιάζουν στο παρόν πρόβλημα και αποδέχονται προσωρινούς περιορισμούς χωρίς να εξετάζουν πώς αυτοί μπορούν να γίνουν διαρκείς. Η μακροπρόθεσμη επίδραση στους θεσμούς γίνεται αντιληπτή όταν έχει ήδη εδραιωθεί.
7. Δεν μαθαίνουν ότι η ευημερία γεννά πολιτική αδράνεια
Οι μεταπολεμικές δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης στη δυτική Ευρώπη δημιούργησαν αίσθηση σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Η ευημερία ενίσχυσε τη νομιμοποίηση των θεσμών, αλλά ταυτόχρονα μείωσε την ένταση της πολιτικής συμμετοχής. Όταν οι μεγάλες απειλές απομακρύνονται, η δημόσια εγρήγορση εξασθενεί.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή η ευημερία καλλιεργεί αίσθηση ασφάλειας και συνέχειας. Όταν η καθημερινότητα λειτουργεί ομαλά, η ενασχόληση με τα κοινά φαίνεται λιγότερο επείγουσα. Η δημοκρατία όμως, δεν συντηρείται αυτόματα· απαιτεί ενεργή συμμετοχή ακόμη και σε περιόδους ηρεμίας.
8. Δεν μαθαίνουν ότι η διαχείριση της μνήμης καθορίζει το μέλλον
Η ευρωπαϊκή μεταπολεμική τάξη στηρίχθηκε στην αναγνώριση των εγκλημάτων του πολέμου και στη θεσμική δέσμευση ότι αυτά δεν θα επαναληφθούν. Η δημόσια μνήμη λειτούργησε ως θεμέλιο δημοκρατικής αυτογνωσίας. Στην Ελλάδα, η μνήμη της Κατοχής και του Εμφυλίου επηρέασε βαθιά τις πολιτικές ταυτότητες και τη δημόσια συζήτηση για δεκαετίες.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή η μνήμη συχνά χρησιμοποιείται για ενίσχυση ταυτοτήτων και πολιτικών θέσεων, όχι για κριτική αποτίμηση του παρελθόντος. Οι κοινωνίες τείνουν να θυμούνται ό,τι επιβεβαιώνει τη δική τους αφήγηση και να παραμερίζουν ό,τι τη δυσκολεύει. Έτσι, η κατανόηση μένει μερική και το μέλλον διαμορφώνεται πάνω σε επιλεκτική ιστορική βάση.
9. Δεν μαθαίνουν ότι η ευρωπαϊκή συνεργασία οικοδομήθηκε ως απάντηση στην καταστροφή
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν προέκυψε από αφηρημένο ιδεαλισμό, αλλά από την εμπειρία δύο παγκόσμιων πολέμων που κατέστρεψαν την ήπειρο. Η οικονομική και θεσμική αλληλεξάρτηση σχεδιάστηκε ως μηχανισμός αποτροπής νέας σύγκρουσης, μετατρέποντας την αντιπαλότητα σε συνεργασία.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή η ειρήνη, όταν διαρκεί, εκλαμβάνεται ως φυσική κατάσταση και όχι ως αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συχνά αντιμετωπίζονται ως μακρινή γραφειοκρατία, χωρίς σύνδεση με το ιστορικό τους πλαίσιο. Έτσι, αποδυναμώνεται η κατανόηση του αρχικού τους σκοπού: η διασφάλιση της ειρήνης μέσα από δεσμούς συνεργασίας.
10. Δεν μαθαίνουν ότι οι ίδιοι αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα της ιστορίας
Οι μεγάλες καμπές του 20ού αιώνα δεν προέκυψαν μόνο από αποφάσεις ηγετών ή από διεθνείς συσχετισμούς. Στηρίχθηκαν σε κοινωνικές στάσεις: σε ανοχή απέναντι στην αυθαιρεσία, σε αδιαφορία μπροστά στη σταδιακή φθορά θεσμών, ή αντίθετα, σε ενεργή αντίσταση και συμμετοχή. Οι πολίτες, με τις επιλογές και τις σιωπές τους, διαμόρφωσαν την πορεία των καθεστώτων.
Γιατί δεν το μαθαίνουν;
Επειδή είναι ευκολότερο να αποδίδεται η ευθύνη σε ηγέτες, «ισχυρά κέντρα» ή διεθνείς συγκυρίες. Η μετατόπιση της ευθύνης προς εξωτερικούς παράγοντες μειώνει το προσωπικό βάρος της συμμετοχής. Η αναγνώριση ότι οι ίδιες οι κοινωνίες συνδιαμορφώνουν την ιστορία απαιτεί αυτοκριτική και διαρκή πολιτική εγρήγορση.
Η ευθύνη του πολίτη
Η ιστορία δεν αποτελεί αποθήκη παραδειγμάτων προς θαυμασμό ούτε τελετουργική μνήμη προς επανάληψη. Αποτελεί μηχανισμό κατανόησης της ισχύος, της ευθύνης και της επιλογής. Ο 20ός αιώνας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι οι θεσμοί διαβρώνονται πριν καταρρεύσουν, ότι οι κρίσεις μετατρέπονται σε καμπές, ότι ο φόβος γίνεται πολιτική ενέργεια όταν συναντά κοινωνική ανασφάλεια.
Το ουσιαστικό δίδαγμα δεν βρίσκεται στα γεγονότα καθαυτά, αλλά στη δομή τους. Η ιστορία αποκαλύπτει πως τίποτε δεν είναι αναπόφευκτο. Οι δημοκρατίες δεν χάνονται από ιστορική «μοίρα», αλλά από επιλογές — από μικρές παραχωρήσεις, από σιωπές, από την αποδοχή της σταδιακής μετατόπισης ως κανονικότητας.
Το ερώτημα για το παρόν δεν αφορά τη γνώση ημερομηνιών ή προσώπων. Αφορά τη συνείδηση ότι κάθε κοινωνία παράγει το πολιτικό της αποτέλεσμα μέσα από καθημερινές στάσεις. Η ιστορία λειτουργεί ως καθρέφτης που επιστρέφει την ευθύνη στους ίδιους τους πολίτες.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι να θυμόμαστε το παρελθόν. Είναι να αναγνωρίζουμε εγκαίρως τα μοτίβα του στο παρόν και να δρούμε πριν αυτά μετατραπούν σε νέα τραγωδία.
Πηγές
- Timothy Snyder, On Tyranny: Twenty Lessons from the Twentieth Century, 2017.
- Tony Judt, Postwar: A History of Europe Since 1945, 2005.
- Mark Mazower, Dark Continent: Europe’s Twentieth Century, 1998.
- Hagen Fleischer, Στέμμα και Σβάστικα, 1988.
- Stathis Kalyvas, The Logic of Violence in Civil War, 2006.


































