Του Διδάκτορα Εγκληματολογικής Ψυχολογίας Βασίλη Γατσά

[quote_center]Δεν υπάρχει πιο άγριο θηρίο από τον άνθρωπο, όταν κατέχει δύναμη ίση με τα πάθη του.[/quote_center]

Πλούταρχος

Η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια και γενικά με τον τζόγο, αντιμετωπίζεται σήμερα, ως μια σοβαρή διαταραχή που καταστρέφει όχι μόνο το άτομο που επιδίδεται σ’ αυτό, αλλά και τους ανθρώπους με τους οποίους αυτό σχετίζεται στενά. Από το 1989, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, έχει αναγνωρίσει την παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια σαν μια ασθένεια παρορμητικού ελέγχου. Πρόκειται για μια ασθένεια που είναι χρόνια και προοδευτική. Οι Έλληνες δαπανούν κατά κεφαλήν 590 δολάρια ετησίως στο τζόγο, όταν ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι τα 190 δολάρια! Επίσης η Ελλάδα κατέχει το τραγικό ρεκόρ, ο ένας στους πέντε δεν ασχολείται με το τζόγο! Το ποσοστό των εθισμένων παικτών στο τζόγο είναι-σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών-στο 5-7% του γενικού πληθυσμού σε μία χώρα. Το παρήγορο στην περίπτωση αυτή είναι ότι, μπορεί να διαγνωσθεί και να θεραπευτεί, με κατάλληλη στήριξη από το οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά και με την βοήθεια ειδικών (ψυχολόγων κ.λ.π.), είναι δυνατόν ο εθισμένος παίκτης αν το θελήσει, μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του και να λειτουργήσει φυσιολογικά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι επιδίδονται στο τζόγο για διασκέδαση, χαλάρωση και για να ξεφύγουν από τις πιέσεις της καθημερινής τους ζωής. Για. άλλους ο τζόγος αποτελεί μια μορφή ρίσκου. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρες προκλήσεις στη ζωή τους που να προσφέρουν επιβεβαίωση τον ανδρισμού τους -εκτός, ίσως, από το να ρισκάρουν τα χρήματα τους σε ένα τυχερό παιχνίδι.

Πολλοί νέοι σχολικής ηλικίας αναζητούν προκλήσεις συμμετέχοντας σε ομαδικά αθλήματα. Μερικοί επιδίδονται στον ανταγωνισμό επειδή αυτό τους αρέσει. Άλλοι επειδή επιμένει ο ένας ή και οι δυο γονείς τους. Όποιος κι αν είναι ο λόγος, σκοπός είναι να κερδίσουν. Αργότερα, όταν ο αθλητής πάψει πλέον να ασχολείται με το άθλημα, μπορεί ακόμη να συμμετάσχει στο παιχνίδι στοιχηματίζοντας σε αυτό. Μερικοί όμως νιώθουν ότι συμμετέχουν στο παιχνίδι μόνο αν το στοίχημα είναι αρκετά μεγάλο ώστε να τους ανεβάζει την αδρεναλίνη – όπως τότε που έπαιζαν οι ίδιοι για να κερδίσουν.

Όμως ένας τζογαδόρος δεν είναι απαραιτήτως πρώην αθλητής. Πολλοί τζογαδόροι δεν έχουν συμμετάσχει ποτέ σε ανταγωνιστικά αθλήματα, αλλά νιώθουν τον ενθουσιασμό του τζόγου όποτε βρίσκονται και αυτοί σε «δράση». Ο τζόγος είναι «δράση» – η συναρπαστική αίσθηση ενός μεγάλου ρίσκου. Κι όμως πολλοί από αυτούς δεν θα τολμούσαν ποτέ κάτι πολύ ριψοκίνδυνο. Όταν όμως το μόνο ρίσκο είναι τα χρήματα, θα αποδεχτούν την πρόκληση, πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα για να θεωρηθούν από τους άλλους ριψοκίνδυνοι, γενναίοι.

Οι άνθρωποι επιδίδονται στο τζόγο επειδή το διασκεδάζουν, επειδή ποτέ δεν είναι αναγκασμένοι να παίξουν περισσότερα από όσα επιθυμούν, επειδή συχνά οι άλλοι τους θαυμάζουν όταν στοιχηματίζουν μεγάλα ποσά, και επειδή πρόκειται για μια μορφή ρίσκου που δεν μπορεί να τους βλάψει – εκτός αν η επίδρασή τους τζόγο γίνει εθισμός.

Αναφορικά με τα αίτια που οδηγούν στον εθισμό, αυτά έχουν πολλαπλή αιτιολόγηση και αναφέρονται τα ίδια που οδηγούν κάποιον στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά, όπως οικονομικά, πολιτισμικά, κοινωνικά και κυρίως ψυχολογικά. Πολλοί έχουν επιχειρήσει να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό κατά καιρούς. Στις δεκαετίες του «20» και του «30», οι Φροϋδικοί αναλυτές θεωρούσαν το τζόγο σαν ένα είδος παιχνιδιού στο οποίο επιδίδονταν άνθρωποι που δεν ήθελαν να μεγαλώσουν. Το αποτέλεσμα της ανωριμότητας τους ήταν μια έντονη επιθυμία για ευχαρίστηση και άμεση ικανοποίηση στην ενήλικη ζωή. Οι πρώτοι αναλυτές πίστευαν ότι οι τζογαδόροι έβρισκαν στο τζόγο την ευχαρίστηση που αναζητούσαν.

Αργότερα, μερικοί συμπεριφοριστές ψυχολόγοι θεώρησαν το τζόγο ως μια συμπεριφορά αυτό-ενίσχυσης διότι προκαλεί ενθουσιασμό, διέγερση και ένταση. Πίστευαν ότι ο τζογαδόρος επέστρεφε και συνέχιζε να τζογάρει προκειμένου να ανακουφίσει τα αισθήματα ενοχής που του προκαλούσε η παθολογική του επίδοση στο τζόγο. Οι συμπεριφοριστές υποστηρίζουν ότι ο τζόγος είναι μια συμπεριφορά που μαθαίνεται και ότι κάποιος μπορεί να την ξεμάθει.

Μερικοί θεωρητικοί πιστεύουν ότι οι παθολογικοί τζογαδόροι έχουν μια προσωπικότητα που δημιουργεί προδιάθεση για δραστηριότητες τέτοιου τύπου. Όταν ήταν νέοι έβρισκαν ανακούφιση ξεφεύγοντας στη φαντασία. Αργότερα την έβρισκαν κάθε φορά που βρισκόταν σε «δράση». Υποστηρίζεται ότι, οι παθολογικοί τζογαδόροι έχουν χαμηλά επίπεδα ενδορφινών στον εγκέφαλό τους. Οι ενδορφίνες, είναι χημικές ουσίες που παράγει το σώμα μας φυσιολογικά, που προκαλούν κάποιου είδους φυσική ¨ανάταση¨. Οι άνθρωποι που έχουν χαμηλά επίπεδα ενδορφινών μπορεί να στραφούν σε μια δραστηριότητα που προκαλεί διόραση, όπως ο τζόγος, για να δώσει αυτή την ανάταση. Η άποψη αυτή θα εξηγούσε γιατί μερικοί τζογαδόροι εθίζονται στον τζόγο από την πρώτη κιόλας τους εμπειρία.

Κάθε άνθρωπος έχει βασικές συναισθηματικές ανάγκες: για αγάπη, αποδοχή, αναγνώριση και αυτό-εκτίμηση. Όταν οι ανάγκες αυτές δεν ικανοποιούνται, το άτομο βιώνει αισθήματα ανεπάρκειας, απόρριψης ανημποριάς και αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της ζωής. Οι περισσότεροι αναφέρουν ότι μεγάλωσαν με όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα και ότι όταν έπαιζαν και κέρδιζαν, είχαν τη δυνατότητα να ¨αγοράσουν¨ φίλους, αγάπη και αυτό-εκτίμηση. Επιπλέον, τα κέρδη τους έκαναν να νιώθουν ισχυροί και παντοδύναμοι.

Οι επιπτώσεις του τζόγου για τη γυναίκα του τζογαδόρου, εκτός από οικονομικές και συναισθηματικές, είναι και σεξουαλικές. Η σωματική, σεξουαλική οικειότητα που μπορεί να είχε το ζευγάρι παύει να υπάρχει. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ένταση που δημιουργείτε μεταξύ τους. Έχει να κάνει και με το γεγονός ότι όταν ο τζογαδόρος κερδίζει είναι τόσο συνεπαρμένος που δεν χρειάζεται σεξ και όταν χάνει, πέφτει σε τέτοια κατάθλιψη που δεν το επιθυμεί!

Για μία σύζυγο η πιο θλιβερή πλευρά του εθισμού στο τζόγο είναι η εξής: δεν γνωρίζει ότι ο σύζυγός της πάσχει από μια συναισθηματική ασθένεια. Από τη δική της πλευρά, είναι τελείως απρόσιτος. Δεν είναι ποτέ διαθέσιμος για αυτήν, όσο κι αν τον χρειάζεται και αν εκφράζει αυτή την ανάγκη. Του μιλά και εκείνος δεν δείχνει να ακούει. Δεν ξέρει ότι, στο μυαλό του, εκείνος βρίσκεται σε «δράση». Με τον καιρό μαθαίνει ότι δεν μπορεί να βασιστεί πάνω του. Η επικοινωνία μεταξύ τους χάνεται εντελώς. Ο εθισμός του στον τζόγο τον κάνει εντελώς αδιάφορο για οτιδήποτε εκείνη έχει να του πει. Και η επιθυμία της για επικοινωνία χάνεται γιατί ξέρει ότι είναι παθολογικός ψεύτης.

Καθώς ένας παθολογικός τζογαδόρος δεν είναι ατρόμητος, τι ακριβώς φοβάται; Έχοντας περάσει όλη του τη ζωή νιώθοντας ανεπαρκής, φοβάται την κριτική. Έχοντας χαμηλή αυτοεκτίμηση φοβάται την απόρριψη. Καθώς δεν έχει αυτοπεποίθηση φοβάται μήπως πάρει λάθος αποφάσεις. Έχοντας ζήσει με την ανικανότητα φοβάται τις συγκρούσεις, Όμως αυτό που φοβάται πάνω από όλα είναι η οικειότητα – μια κατάσταση εντελώς άγνωστη για το τζογαδόρο. Το πιθανότερο είναι να μην έχει νιώσει ποτέ οικειότητα δεν έχει ιδέα περί τίνος πρόκειται και όταν αισθανθεί ότι πλησιάζει κάποιον υπερβολικά, αποτραβιέται. Ο τζογαδόρος έχει συνηθίσει να αποτραβιέται και να απομονώνεται σε όλη του τη ζωή. Νιώθει άνετα με αυτό. Μπορεί να το αντέξει.

Σε αντίθεση με τους άντρες τζογαδόρους, οι γυναίκες σπάνια οδηγούνται στο τζόγο λόγω κάποιου τραύματος της παιδικής ηλικίας. Επίσης, οι γυναίκες συνήθως αρχίζουν το τζόγο σε μεγαλύτερη ηλικία από ότι αντίστοιχα οι άντρες. Φαίνεται να το κάνουν απλώς για να ξεφύγουν από την πραγματικότητα της καθημερινότητας τους. Μπορεί όμως να μη θεωρούν αυτό που κάνουν ως «τζόγο».

Σε μερικές κουλτούρες, ο τζόγος είναι μια οικογενειακή ασχολία όπως το να πάνε μια εκδρομή. Για μερικά ζευγάρια, είναι κάτι που κάνουν οι άντρες, μετά από κάθε οικογενειακή συνάθροιση, ενώ οι γυναίκες καθαρίζουν το τραπέζι και πλένουν τα πιάτα. Γίνεται αυτόματα. Το να κάθονται και να παίζουν χαρτιά ακολουθεί φυσικά μετά το επιδόρπιο.

Ένας νέος που μεγαλώνει σε μια τέτοια κουλτούρα δεν μαθαίνει απλώς να παίζει χαρτιά από νωρίς αλλά θεωρεί τη δραστηριότητα αυτή ως ένα μέσο για να βρεθεί με άλλους άντρες να μιλήσουν, να χαλαρώσουν και να κάνουν παρέα. Κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι το να είναι καλός στα χαρτιά του χαρίζει την εκτίμηση και αποδοχή των άλλων ανδρών στην οικογένεια. Μπορεί ακόμη να τον κάνει πιο αποδεκτό και στην οικογένεια της γυναίκας του, κάτι που ευχαριστεί κι εκείνη πολύ.

Αν όμως η χαρτοπαιξία του άντρα της γίνει παθολογική, η γυναίκα νιώθει έντονη ντροπή. Θα αρχίσει κι εκείνη να κρατά μυστικά προκειμένου να κρύψει αυτό που συμβαίνει από τούς συγγενείς της, που ξέρει ότι δεν θα καταλάβαιναν ποτέ. Επιλέγοντας κάτι τέτοιο, μπορεί να καταπνίξει την αποδοκιμασία και την κριτική τους, όμως συγχρόνως χάνει ένα σύστημα συναισθηματικής υποστήριξης ιδιαίτερα, σημαντικό για αυτήν.

Σε αντίθεση με τον αλκοολισμό, δεν καταναλώνεται κάποια ουσία σωματικά. Όμως ο παθολογικός τζογαδόρος είναι εθισμένος στο αίσθημα της «δράσης», στο να είναι «ανεβασμένος(!)». Είναι εξαρτημένος από την αίσθηση της αδρεναλίνης που τον διακατέχει.

Όταν στοιχηματίζει και εν αναμονή των αποτελεσμάτων, η πίεση του ανεβαίνει, η καρδία του χτυπά πιο γρήγορα, και το επιδιωκόμενο αίσθημα ανάτασης (απομάκρυνσης από την πραγματικότητα) είναι παρόν και σίγουρο. Καθώς πλησιάζει η ώρα να μάθει τα αποτελέσματα του στοιχήματος, το αίσθημα της διέγερσης γίνεται ευφορικό. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν πρόκειται να κερδίσει πολλά. Τα μεγάλη κέρδη δίνουν στο τζογαδόρο τη δυνατότητα να αγοράσει την ίδια αίσθηση την επόμενη μέρα.

Όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες μορφές εθισμού, ο εθισμός στο τζόγο είναι κάτι χρόνιο που κτίζεται σταδιακά. Καθώς αναπτύσσεται, ο τζογαδόρος έχει την ανάγκη να τζογάρει όλο και πιο συχνά και για μεγαλύτερες περιόδους. Χρειάζεται να παίζει όλο και μεγαλύτερα ποσά για να νιώσει την ίδια διέγερση. Ο παθολογικός τζόγος, όπως ο αλκοολισμός, προκαλεί πολλά σωματικά προβλήματα. Οι παθολογικοί τζογαδόροι πάσχουν από χρόνιους πονοκεφάλους ή ημικρανίες, πόνους στο στήθος. καρδιολογικά προβλήματα, στομαχικά προβλήματα, δερματίτιδες και σοβαρή κατάθλιψη. Οι δύο στους τρεις έχουν αυτοκτονικό ιδεασμό και το 40% των παθολογικών παικτών, κάνουν κατάχρηση στο αλκοόλ.

Συνήθως όταν αρρωσταίνει ένας σύζυγος, η γυναίκα του είναι η πρώτη που θα μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για την ασθένεια. Θέλει να συμπαρασταθεί και να βοηθήσει. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει πάντα όταν η ασθένεια είναι ο παθολογικός τζόγος.

Η σύζυγος μπορεί να βλέπει το πρόβλημα του εθισμού απλοϊκά, και να απορρίπτει την ιδέα ότι μια δραστηριότητα μπορεί να γίνει αρρώστια ή μπορεί να αντιστέκεται στην έννοια του εθισμού επειδή έχει δει τον άντρα της να ελέγχει την επίδοση του στο τζόγο σε πολλές περιπτώσεις. Επίσης μπορεί να πιστεύει ότι, αν αυτή η δραστηριότητα μπορούσε να αποβεί τόσο καταστροφική, θα απαγορευόταν από το νόμο(στην περίπτωση του νόμιμου τζόγου).

Ο παθολογικός «τζόγος», επηρεάζει τους παίκτες, τις οικογένειες τους, τους εργοδότες τους και την κοινωνία ολόκληρη. Το πάθος τους εξαθλιώνει και καθώς βρίσκονται στη φάση εξάρτησης, αφιερώνουν ελάχιστο ή και καθόλου χρόνο στις οικογένειες τους. Δαπανούν δε, περισσότερα από όσο αντέχει ο οικογενειακός προϋπολογισμός, σε σημείο μάλιστα, να φθάνουν στο σημείο να εκποιούν, μερικές φορές, όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, ακόμη και να διαπράττουν κλοπή μέσα στο ίδιο τους σπίτι και γενικά το πάθος, επηρεάζει αρνητικά κάθε πτυχή της ζωής τους.

Στη φάση της ήττας και φυσικά των οικονομικών απωλειών, καυχιούνται συχνά για τις επιτυχίες του παρελθόντος, παίζουν μόνοι τους, σκέφτονται περισσότερο χρόνο τη χαρτοπαιξία και δανείζονται χρήματα με κάθε πρόσφορο τρόπο (θεμιτό ή όχι). Απάτες και υπεξαιρέσεις στα ταμεία των επιχειρήσεων είναι συνήθης σ’ αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι είναι ικανοί (έχουν καταγραφεί τέτοια περιστατικά στο αστυνομικό δελτίο) να εξωθήσουν τις συντρόφους, ακόμη και τις συζύγους τους στην πορνεία. Αρχίζουν να λένε ψέματα στις οικογένειες και στους φίλους τους και γίνονται περισσότερο ερειστικοί, ανήσυχοι και μοναχικοί. Η οικογενειακή τους ζωή γίνεται τραγική, οι καυγάδες και η βία σε βάρους κυρίως της συζύγου τους, που κάνει απέλπιδα προσπάθεια να τον σταματήσει (πολλές φορές καταγγέλλοντας η ίδια στη αστυνομία τα παράνομα στέκια χαρτοπαιξίας), βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και φυσικά δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους. Αρχίζουν να κυνηγούν τις απώλειες, στοιχηματίζοντας όλο και περισσότερα χρήματα, πιστεύοντας ότι μπορούν να καταφέρουν να κερδίσουν το χαμένο έδαφος… να «ρεφάρουν», μ’ αποτέλεσμα να χάνουν περισσότερα.

Εν δυνάμει όλοι μας μπορούμε να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτόν τον εθισμό. Υπάρχουν όμως κάποιοι παράγοντες κινδύνου που κάνουν κάποια άτομα πιο ευάλωτα. Πολύ σημαντικός είναι ο παράγοντας της κληρονομικότητας, αλλά και το πλαίσιο, οικογενειακό και κοινωνικό, στο οποίο μεγαλώνει το άτομο. Στην Ελλάδα επίσης, υπάρχει και το πρόβλημα της μεγάλης προσφοράς και διάθεσης χώρων νόμιμων και μη, που ασχολούνται με τα τυχερά παιχνίδια και η έλλειψη κανόνων (που να τηρούνται) για την παρουσία και το παιχνίδι ανηλίκων.

Η θεραπεία για τον εθισμό στα τυχερά παιχνίδια διαρκεί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα προγράμματα αποκατάστασης προσαρμόζονται στο άτομο ή δημιουργούνται ομάδες αυτοβοήθειας για με αυτό το θέμα. Το άτομο παίρνει μέρος σε ατομικές και ομαδικές συναντήσεις, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι καταστροφικές συνέπειες αυτού του εθισμού. Αρκετές φορές παίρνουν μέρος στην διαδικασία θεραπείας άτομα του οικογενειακού ή προσωπικού περιβάλλοντος. Η πρόληψη στον τομέα αυτό θα μπορούσε να είναι ένα πραγματικό σημείο καμπής όπως θα μπορούσε να συμβεί με όλες τις εξαρτήσεις. Αν υπήρχε πρόληψη και σωστή ενημέρωση ένα 40 – 60 % δεν θα είχε εμφανίσει αυτό τον εθισμό.

Βασική συνιστώσα στη λύση του προβλήματος αποτελεί η οικογένεια των εθισμένων παικτών, που η μέχρι τώρα εμπειρία μου δείχνει ότι η αντιμετώπιση των εθισμένων παικτών, ήταν η πολυεπίπεδη απαξιωτική της στάση απέναντι στο εθισμένο παίκτη, προκειμένου να τον αποτρέψει, από την καταστροφική του συνήθεια. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να θέσω ένα προβληματισμό σε όλες αυτές τις οικογένειες, χωρίς φυσικά να έχω καμιά πρόθεση να τις ενοχοποιήσω: «Όταν καταπιέζεται η αγάπη, τη θέση της παίρνει το μίσος», όπως έλεγε ένας συγγραφέας και θα προσέθετα και οι καταστρεπτικές συνήθειες όπως είναι ο τζόγος, μέσα από τις οποίες αντλεί κάποιος αίσθημα προσωπικής αξίας και κάποιο νόημα ζωής.

Ο καθένας ας ψάξει τον εαυτό του και τη στάση του απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους πριν τους στείλει στη «πυρά», αφού τους αγαπά και θέλει να τους βοηθήσει πραγματικά, στηρίζοντας την προσπάθεια τους για υγιή αντιμετώπιση του πάθους τους και λύτρωση ολόκληρης της οικογένειας.

ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΗΣΙΜΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

[arrow_list]

  • Ένα άτομο που πάσχει από αυτόν τον εθισμό έχει τουλάχιστον τρία από τα παρακάτω συμπτώματα:
  • Άγχος και ανησυχία
  • Αποχή από κοινωνικές και σεξουαλικές επαφές
  • Τάσεις εκδίκησης
  • Τάση να λένε ψέματα
  • Απώλεια ελέγχου
  • Τάσεις να ενεργήσουν παράνομα
  • Αγάπη για τον κίνδυνο και το ρίσκο
  • Τάση να βασίζονται σε άλλους ανθρώπους.
  • Η αύξηση της συχνότητας της επίδοσης σε τυχερά παιχνίδια.
  • Η αύξηση των χρηματικών ποσών που δαπανώνται σε τυχερά παιχνίδια.
  • Η αύξηση του χρόνου που δαπανάται «παίζοντας» σε βάρος της δουλειάς ή της οικογένειας.
  • Η συνεχή ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια ή η συνεχής αναζήτηση τρόπων απόκτησης χρημάτων για αυτά.
  • Το ιδιαίτερα έντονο συναίσθημα καθώς και η αίσθηση ότι βρίσκεται σε «δράση».
  • Η συνεχής ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια παρά τις αρνητικές συνέπειες τους όπως: μεγάλες χρηματικές απώλειες, οικονομικά προβλήματα, προβλήματα στη δουλειά, ή προβλήματα που αφορούν την οικογένεια.
  • Το παιχνίδι ως μέσο αντιστάθμισης της μοναξιάς, του θυμού, του άγχους, της κατάθλιψης.
  • Η επιτακτική ανάγκη για ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια- ποντάροντας όλο και μεγαλύτερα χρηματικά ποσά ή η ανάληψη μεγαλύτερων ρίσκων για την εξόφληση χρεών.
  • Ο δανεισμός χρημάτων με στόχο την ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια, η ανάληψη δανείων ή η υπερφόρτωση πιστωτικών καρτών
  • Η καυχησιολογία για τις νίκες και η αποσιώπηση των ηττών.
  • Οι συχνές αλλαγές στη διάθεση που γίνονται έντονες όταν σημειώνονται νίκες και λιγότερο έντονες στις ήττες.[/arrow_list]

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε