Κοιτάζω γύρω μου, όλα μουντά. Περίεργο, δε το καταλαβαίνω αυτό, η ημέρα είναι υπέροχη. Ο κόσμος γύρω μου γελάει, τους βλέπω, περνάνε καλά. Κάθομαι σε ένα παγκάκι κάπου στο κέντρο και παρατηρώ πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα, ψάχνοντας να βρω τι φταίει. Κάτι βλέπω εγώ λάθος, κάνω κάτι που δε πρέπει; Ίσως σκέφτομαι διαφορετικά από τους άλλους. Ίσως δε μπορούνε να με καταλάβουνε. Ναι αυτό είναι, πρέπει να είναι αυτό, γιατί αλλιώς…

Σηκώνω από δίπλα μου το ζεστό καφέ να πιω λίγο και αμέσως η ζεστασιά του με διαπερνάει. Σε δευτερόλεπτα με διακατέχει ένα αίσθημα χαράς, που φεύγει τόσο γρήγορα όσο ήρθε, γιατί ένα κρύο αεράκι ήρθε να το σβήσει απότομα. Και εγώ συνεχίζω από κει που έμεινα. Δεν είναι περίεργο να αισθάνεσαι μόνος ανάμεσα σε τόσο κόσμο;

Για λίγο η ομίχλη που με είχε σκεπάσει από τις σκέψεις μου, διαλύεται καθώς φτάνει στα αυτιά μου μια γλυκιά μελωδία, από έναν μουσικό του δρόμου λίγα μέτρα παρακάτω. Μόλις είχε αρχίσει να παίζει με το βιολί του και είχαν μαζευτεί ήδη τρία τέσσερα άτομα να τον θαυμάσουν, ενώ εγώ τον κοίταγα επίμονα στα χέρια, καθώς παρατηρούσα ότι αυτό που είχε στη ψυχή έβγαινε με τη βοήθειά τους.

Και ύστερα ήρθε το άγγιγμα. Κάποιος είχε σπάσει το φράγμα που είχα κλείσει και είχε εισχωρήσει κρυφά χωρίς να τον πάρω χαμπάρι. Γύρισα και ήταν εκείνη που περίμενα τόση ώρα, εκείνη που είχαμε πει να βρεθούμε για να περάσουμε τη μέρα μας μαζί. Με αγκάλιασε, με φίλησε, κάθισε δίπλα μου και άφησε τον καφέ της δίπλα στο δικό μου. Τα χρώματα ζωντάνεψαν, λες και κάποιος πήρε τη παλέτα με τα χρώματα και αποφάσισε να φτιάξει ένα καινούριο σκηνικό.

Και τότε ήταν που επιτέλους το κατάλαβα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου καθώς συνειδητοποίησα πως το μόνο που ήθελα ήταν εκείνη δίπλα μου. Μιλάγαμε για ώρα και παρατηρούσαμε μαζί τον κόσμο, γελάγαμε και εμείς και ήταν σαν να ήμασταν όλοι μια μεγάλη παρέα. Έπαψα να νιώθω μόνος. Ίσως αυτό είναι που θέλει κάθε άνθρωπος σε αυτό το κόσμο, κάποιον να τον καταλαβαίνει, να μοιράζεται τις σκέψεις του, να είναι εκεί σε λύπες και χαρές.

Καθώς την κοιτούσα κατάλαβα πως αυτή ήταν η καλύτερη σπατάλη χρόνου που θα μπορούσα να κάνω. Δε χρειάστηκε δεύτερη σκέψη, αφού με γέμιζε! Άγγιζε το μέσα μου. Συνεχίσαμε να μιλάμε καθώς έπεφτε ο ήλιος και η ώρα περνούσε. Οι ατμοί απ’ τους ζεστούς καφέδες ενώνονταν και χάνονταν στον αέρα.

Παναγιώτης Στάθης

Συγγραφέας Παναγιώτης Στάθης

Από τότε που θυμάμαι δεν έχω σταματήσει να σκέφτομαι, ανήσυχο μυαλό από πάντα. Λάτρης της μουσικής και των καλών βιβλίων. Φανατικός της ιδέας ότι ο άνθρωπος πρέπει να εξελίσσεται και να μην τα παρατάει. «Γίνε εσύ η αλλαγή που θες να δεις στη ζωή σου».

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε