Όταν ήμουν στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα το 1959 με την υποτροφία Φουλμπράιτ, μερικοί φοιτητές της πτέρυγάς μου ήρθαν ένα βράδυ στο δωμάτιο και μου είπαν: “Ενδιαφέρεσαι για τον Γκάντι. Θα ‘πρεπε να ακούσεις κάποιον που μιλά απόψε. Έλα”.

Επειδή ήμουν ακόμα νέος στη χώρα, δεν είχα καν ακούσει για τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, αλλά πήγα και κάθισα μαζί τους στην πρώτη σειρά. Στην αίθουσα έγινε το αδιαχώρητο. Ύστερα σηκώθηκε ένας μαύρος, ανέβηκε στο βήμα και άρχισε να μιλά.

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου: έλεγε τα ίδια πράγματα με τον Γκάντι, όχι βέβαια τα ίδια λόγια, αλλά μιλούσε με την αλάθητη πεποίθηση της ζωντανής προσωπικής εμπειρίας.

Αργότερα ανακάλυψα πως είχε πάει στην Ινδία για να μάθει τους πειραματισμούς του Γκάντι με τη μη βία.

Σε ένα έξοχο κομμάτι μιας πρόσφατης βιογραφίας, ο Κινγκ αναφέρεται σε μια νύχτα του 1956, όταν το έργο του, η οικογένειά του, η ίδια η ζωή του απειλούνταν από τις δυνάμεις της καταπίεσης.

Ενώ η γυναίκα και τα παιδιά του κοιμούνταν, εκείνος καθόταν απελπισμένος στο τραπέζι της κουζίνας κρατώντας το κεφάλι με τα χέρια του, έτοιμος να εγκαταλείψει τον αγώνα.

Μέσα από τα βάθη της συνειδητότητάς του προσευχήθηκε μεγαλόφωνα: “Κύριε, βρίσκομαι εδώ κάτω προσπαθώντας να κάνω το καλό… Αλλά, Κύριε, πρέπει να ομολογήσω ότι τώρα νιώθω αδύναμος. Διστάζω. Χάνω το θάρρος μου”.

Και μια φωνή μέσα του ψιθύρισε καθαρά: ” Πάλεψε για τη δικαιοσύνη. Πάλεψε για την αλήθεια. Και να, εγώ θα είμαι μαζί σου έως το τέλος του κόσμου”.

Εκείνη τη στιγμή, λέει ο Κινγκ, οι φόβοι της αποτυχίας και του θανάτου εξαφανίστηκαν. Και από εκείνη τη νύχτα, το έργο του άρχισε να αποδίδει θαυμάσιους καρπούς.

Μπορεί να μην έχουμε κληθεί ν’ αντιμετωπίσουμε παρόμοιες προκλήσεις, αλλά όποτε έχουμε δυσκολίες ν’ αντιμετωπίσουμε κάποιον, μας δίνεται μια πολύτιμη ευκαιρία ν’ αρχίσουμε τη γεώτρηση για έλεος.

“Μόνο όταν συναντάς αντίσταση, δοκιμάζεται η μη βία”, έγραφε ο Γκάντι.

Ομολογώ πως με προβλημάτιζε επί δεκαετίες ή έκφραση “πατσίζω”. Αν θέλεις πραγματικά να πατσίσεις με κάποιον πρέπει να συγχωρείς περισσότερο.

Όταν η καλοσύνη ανταλλάσσεται με την αδικία, τότε “πατσίζεις”. Αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν ανταποδοτική τακτοποίηση δεν είναι παρά διατήρηση της εκκρεμότητας.

Ο σοφός γέροντας Βενιαμίν Φραγκλίνος έλεγε: “Εκτός από το να ξέρεις πότε πρέπει ν’ αρπάξεις μια ευκαιρία, είναι εξ ίσου σπουδαίο στη ζωή να ξέρεις πότε πρέπει να παραιτείσαι από ένα πλεονέκτημα”.

“Η αμοιβαία υπομονή”, έγραφε ο Γκάντι, “είναι μη βία. Μόλις λοιπόν αποδεχτείς πως η μη βία είναι ο νόμος της ζωής, πρέπει να τον εφαρμόσεις προς εκείνους οι οποίοι σε αντιμετωπίζουν με βία και ο νόμος αυτός πρέπει να ισχύει εξ ίσου για τα έθνη όπως και για τα άτομα”.

Ύστερα προσθέτει: “Αναμφίβολα χρειάζεται εκπαίδευση. Και στην αρχή τα αποτελέσματα είναι πάντα περιορισμένα”.

Πρέπει να πω ότι, μολονότι μεγάλωσα στην Ινδία του Γκάντι, και τα δικά μου αποτελέσματα ήταν περιορισμένα στην αρχή.

Το χωριό μου στη νότια Ινδία δεν είχε γυμνάσιο, μέχρι που έγινα έφηβος, κι έτσι υπήρχαν μερικοί μεγαλύτεροι συμμαθητές στην τάξη οι οποίοι είχαν τελειώσει πριν από μερικά χρόνια τις μικρότερες τάξεις.

Κάποιοι από αυτούς είχαν διπλάσια ηλικία από μένα και διπλάσιο, όπως φαινόταν, παράστημα.

Έχοντας μείνει εκτός σχολείου για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, οι περισσότεροι δεν έδειχναν να είναι σε θέση να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα ή να κάνουν προσθέσεις, και κάπως φθονούσαν έναν πιτσιρικά όπως ήμουν εγώ, που ήταν τόσο καλός στα μαθήματα.

Όταν κάναμε διαγώνισμα στην τάξη, εκείνοι που κάθονταν πίσω μου ήθελαν να δουν τι έγραφα. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσουν, αρκούσε μια ματιά τους και το καταλάβαινα.

Ήξεραν πως ήμουν καλόκαρδος και όταν περνούσα από το δρόμο τους επιστρέφοντας στο σπίτι από το σχολείο, έβγαιναν στη βεράντα περιμένοντάς με και πειράζοντάς με για την εμφάνισή μου. Άρχιζαν από τα μαλλιά, που έφταναν μέχρι τα πόδια μου – πράγμα που με ενοχλούσε.

Η μητέρα μου με παρηγορούσε: “Είσαι ένα περιποιημένο αγόρι”, με διαβεβαίωνε. “Τι ξέρουν αυτοί; Μην τους ακούς”.

Αυτό με ικανοποιούσε αλλά δεν με βοηθούσε πολύ, γι’ αυτό πήγαινα στη γιαγιά μου: “Γιαγιά, τι να κάνω;”

“Υπάρχουν δυο τρόποι για ν’ αντιμετωπίσεις αυτή την κατάσταση”, μου έλεγε. “Ο ένας είναι να θυμάσαι πως όσα λένε δεν είναι αλήθεια. Να επαναλαμβάνεις το μάντραμ σου και να τους αγνοείς. Μετά από λίγο, όταν θα δουν ότι δεν ενοχλείσαι, θα σταματήσουν”.

Ούτε αυτό όμως ήταν εκείνο που ζητούσα. “Ποιος είναι ο άλλος τρόπος γιαγιά;” “Ο άλλος τρόπος”, έλεγε, “είναι να το αναλάβω εγώ για λογαριασμό σου”.
“Ας δοκιμάσουμε αυτό”, απάντησα.

Έτσι κι έγινε. Η γιαγιά μου δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία της, αλλά είχε ένα τρόπο να μιλά που έκανε και τους πιο θαρραλέους να προτιμούν ν’ αντιμετωπίσουν ένα σπαθί.

Μέχρι τώρα δεν ξέρω τι είπε σ’ εκείνα τα παιδιά, αλλά στη συνέχεια υπήρχε ένας μεγάλος σεβασμός στη συμπεριφορά τους και δεν μ’ ενόχλησαν ποτέ ξανά.

Αφηγούμαι τέτοιες προσωπικές ιστορίες όποτε κάποιοι μου λένε: “Είναι εύκολο για σένα να λες συγχώρα και υπόμεινε, αυτό είναι η φύση σου”.

Καθόλου. Δεν γεννήθηκα σαν τη γιαγιά μου που δεν ενδίδει στις επικρίσεις. Τα σκληρά, χλευαστικά λόγια με πληγώνουν βαθιά.

Το ενδιαφέρον είναι πως έχω έναν εξάδελφο ο οποίος έλυσε αυτό το πρόβλημα με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Του άρεσε να δημιουργεί μπελάδες, επειδή ήξερε ότι μπορούσε να τα καταφέρει.

Ενώ, λοιπόν, εγώ άλλαζα δρόμο για να αποφεύγω τα μεγαλύτερα παιδιά, ο εξάδελφός μου κατέβαινε με ύφος στο δρόμο αψηφώντας τους και κάνοντάς τους να λουφάξουν. Κι εκείνοι δεν τον ενοχλούσαν ποτέ.

“Η πρακτική της μη βίας στα καθημερινά, εγκόσμια πράγματα έγκειται στο να γνωρίζεις την πραγματική τους αξία. Έγκειται στο να φέρεις τον ουρανό πάνω στη γη”.

Ο Γκάντι ισχυρίζεται, με όλη την ταπεινοφροσύνη του, ότι δεν ζει πάνω στη γη αλλά στον ουρανό. Και είναι ένας ουρανός στον οποίο μπορούμε όλοι να κατοικούμε, αρκεί να μη χάνουμε τη δύναμη της βούλησής μας μπροστά σε οποιαδήποτε πρόκληση.

“Η Αρχέγονη Καλοσύνη” Έκναθ Ησγουάραν εκδόσεις Καστανιώτη

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε