Το αγόρι και το ποδήλατο | Ιωάννης Φουντεδάκης

Ξύπνησε, ακόμη μια μέρα, όπως όλες τις προηγούμενες, χωρίς διάθεση, χωρίς κέφι, χωρίς χαμόγελο. Τέντωσε το κορμί του και έγειρε στο πλάι για να

Το αγόρι και το ποδήλατο

Ξύπνησε, ακόμη μια μέρα, όπως όλες τις προηγούμενες, χωρίς διάθεση, χωρίς κέφι, χωρίς χαμόγελο.

Τέντωσε το κορμί του και έγειρε στο πλάι για να σηκωθεί.

Δεν ήθελε, όμως κόντευε απόγευμα. Κοίταξε γύρω του και είδε τα ίδια πράγματα. Σηκώθηκε αργά. Κίνησε για την κουζίνα. Κάθισε λίγο πίνοντας ένα ποτήρι νερό και αποφάσισε να βγει έξω στην αυλή.

Δεν ήξερε τι θέλει απλά δεν άντεχε άλλο μέσα στο σπίτι.

Στην αυλή δεν ήταν κανείς. Κοίταξε τα λουλούδια, κοίταξε τα δέντρα και τελικά το βλέμμα του στάθηκε στην μικρή αποθήκη λίγο πιο πέρα από το σπίτι, δίπλα στον πέτρινο φράκτη της αυλής.

Το σπίτι ήταν ένα παλιό αρχοντικό, πετρόχτιστο κτίριο, με μεγάλη αυλή, στην άκρη του χωριού.

Θα έλεγε κανείς ότι ήταν ιδιαίτερα όμορφο.

Το αγόρι σκέφτηκε ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που είχε μπει μέσα στην αποθήκη.

Αργά τράβηξε κατά εκεί. Ήταν το μόνο μέρος που έμοιαζε να έχει λίγο ενδιαφέρον.

Έσπρωξε την ξύλινη πόρτα και βρέθηκε μέσα στον σκονισμένο χώρο.

Άφησε την πόρτα ανοικτή και πήγε να ανοίξει και ένα μεγάλο παράθυρο που υπήρχε στο πλάι.

Τώρα όλος ο χώρος φωτίστηκε και είδε εργαλεία για τον κήπο, κούτες από παλιά παιχνίδια και ότι μπορούσες να φανταστείς πεταμένο ή φυλαγμένο όπως μπορεί να σκέφτονται οι δικοί του, μέσα σε απίστευτη σκόνη και ιστούς αράχνης.

Υπήρχαν ακόμη ένας πάγκος και αρκετοί μουσαμάδες.

Μέσα σε όλα αυτά ένα πράσινο αντικείμενο ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε, ήταν δύσκολο να καταλάβεις με τόση σκόνη επάνω του, φαινόταν πίσω από τις κούτες και τους μουσαμάδες να κρέμεται στον τοίχο.

Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είναι και άρχισε να το πλησιάζει.

Έφτασε κοντά και έκανε χώρο για να δει τι ήταν και τότε τα μάτια του έβγαλαν μια απίστευτη λάμψη. Ποτέ τα μάτια του δεν υπήρξαν τόσο φωτεινά. Τόσο ζωντανά. Τόσο γελαστά. Άλλωστε δεν θα τον χαρακτήριζε κανείς εύκολα σαν χαρούμενο παιδί. Μάλλον μόνιμα μελαγχολικό και γκρινιάρη παρά χαρούμενο μπορούσες να τον πεις.

Μαζί με τα μάτια του, λοιπόν, άρχισε να φωτίζεται και το πρόσωπο του. Τα χείλη του τραβήχτηκαν στην προσπάθεια τους να θυμηθούν πως σχηματίζεται ένα χαμόγελο. Τελικά τα κατάφεραν και τώρα μάτια, στόμα και πρόσωπο γελούσαν. Γελούσαν και μάλιστα με ένα γέλιο που έβγαινε βαθιά μέσα από την καρδιά του παιδιού.

Στον τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα παλιό, ατσάλινο, πράσινο αγωνιστικό ποδήλατο. Ένα υπέροχο ποδήλατο το οποίο έμοιαζε, με την σειρά του, να ξυπνάει έπειτα από ένα μακρύ και βαθύ ύπνο.

Στο μυαλό του αγοριού ήρθαν κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο καθιστικό, κοντά στο τζάκι. Κάτι φωτογραφίες με κάτι τύπους με ποδήλατα σε αγώνες εποχής. Μέσα στο χώμα και τον ιδρώτα αλλά με πρόσωπα γεμάτα ένταση και ζωή.

Ένας από αυτούς τους τύπους ήταν και ο παππούς του, που ελάχιστα είχε προλάβει να τον ζήσει αλλά θυμάται ότι τον αγαπούσε πολύ.

Ότι ήταν μαζί συνέχεια, μέχρι εκείνο το ατύχημα που είχε στοιχίσει στον παππού του την ζωή και στον ίδιο το δεξί του πόδι κάτω από το γόνατο.

Έκανε να φύγει όμως δε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το ποδήλατο.

Σα να του μιλούσε. Σα να του γελούσε και να του ζητούσε να το κατεβάσει από τον τοίχο. Να το βγάλει έξω. Να χαρεί τον ήλιο και τους δρόμους.

Αρκετά έχω κοιμηθεί, ένιωθε να του λέει. Είμαι ένα αγωνιστικό ποδήλατο. Είμαι αγωνιστής. Είμαι πλασμένο για τους δρόμους. Για κίνηση. Για ταχύτητα. Δεν αντέχω άλλο εδώ.

Το αγόρι ξεχνώντας για μια στιγμή τα πάντα, άκουσε μια φωνή βαθιά μέσα του. Δεν ήταν απλά μια φωνή, ήταν η ίδια του η ύπαρξη.

Θα κατέβαζε το ποδήλατο και θα αφιέρωνε όλον το χρόνο των διακοπών του σχολείου, που τώρα είχε, για να το φτιάξει. Να το κάνει πάλι καινούργιο. Να γυαλίζει και να καμαρώνει.

Με αρκετή προσπάθεια κατάφερε να το κατεβάσει και έκανε χώρο κοντά στον πάγκο για να το ακουμπήσει.

Όλες τις επόμενες ημέρες τις πέρασε από το πρωί μέχρι το βράδυ μαζί με το ποδήλατο. Το καθάρισε, το γυάλισε. Άλλαξε όλα τα μέρη που είχαν σκουριάσει. Του έβαλε καινούργια αλυσίδα. Άλλαξε τις σπασμένες ακτίνες. Πέρασε όλο το χρόνο και ξόδεψε όλο του το χαρτζιλίκι στο ποδήλατο. Και στο τέλος ένα υπέροχο ποδήλατο καμάρωνε στην αυλή του σπιτιού και μια υπέροχη φιλία είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στο αγόρι και το ποδήλατο.

Το αγόρι περνούσε τον καιρό του λαδώνοντας και φτιάχνοντας το ποδήλατο και το ποδήλατο τον ταξίδευε με τις ιστορίες από τους αγώνες και τα ταξίδια που είχε κάνει με τον παππού του. Υπέροχες, ασπρόμαυρες, ιστορίες γεμάτες σκόνη, χώμα, κούραση μα και δυνατές φιλίες και όμορφα ταξίδια και μαγευτικά βράδια.

Το αγόρι χανόταν μέσα στις ιστορίες και είχε πάλι δυο πόδια και έτρεχε, ταξίδευε, έκανε ποδήλατο και πήγαινε από χωριό σε χωριό γνωρίζοντας τον κόσμο.

Το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του. Το ποδήλατο ήταν έτοιμο. Καλύτερο από καινούργιο και κάθονταν οι δυο φίλοι στην βεράντα χαζεύοντας το δειλινό.

Στο πρόσωπο του αγοριού άρχισε να εμφανίζεται η μελαγχολία που τόσο καιρό είχε χαθεί και είχε δώσει την θέση της στο γέλιο και την χαρά.

Σκεφτόταν το σχολείο. Τους φίλους που δεν είχε γιατί δεν μπορούσε να παίξει μαζί τους. Δεν μπορούσε να κάνει αυτά που θέλει και αυτό τον έκανε μελαγχολικό και συχνά αγενή.

Τι είναι αυτό που πραγματικά θέλεις; Άκουσε το ποδήλατο να τον ρωτάει, με μια φωνή που του θύμιζε τον ήχο και την ζέστη της φωνής του παππού του.

Τι είναι αυτό που πραγματικά θέλεις; Τι είναι αυτό που βαθιά μέσα σου η ψυχή σου ζητάει; Τον ξαναρώτησε.

Θέλω να γυρίσω τον κόσμο. Θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. Θέλω να τον ταξιδέψω. Να τον μυρίζω. Να τον γευτώ. Να τον ακούσω να μου λέει μυστικά. Ιστορίες. Θέλω να αγωνιστώ και να κερδίσω. Θέλω να ζήσω και όχι να μένω εδώ και να περιμένω. Να περιμένω να περάσουν οι μέρες. Να περάσουν οι μήνες και τα χρόνια.

Θέλω αυτές τις ημέρες, τους μήνες και τα χρόνια να τα γεμίσω ζωή.

Να τα γεμίσω περιπέτεια. Θέλω να ζήσω πριν πεθάνω, είπε στον σύντροφο του και έβαλε τα κλάματα.

Έκλαψε πολύ και ένιωθε να αδειάζει και το ποδήλατο γλυκά παρατηρούσε και άφηνε τον φίλο του να ξεσπάσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα που κουβαλούσε τα τελευταία χρόνια μέσα του.

Όταν πια το αγόρι ξέσπασε και ησύχασε, το ποδήλατο με γλυκιά φωνή του μίλησε.

Και αυτό ακριβώς θα γίνει. Του είπε.

Το αγόρι τα έχασε.

Κοίταξε το ποδήλατο με ένα βλέμμα ξαφνιασμένο και γεμάτο απορία.

Τι εννοείς; Το ρώτησε.

Δεν βλέπεις πως δε μπορώ.

Μπορείς του απάντησε το ποδήλατο. Και τώρα έχεις εμένα. Μαζί μπορούμε να τα καταφέρουμε. Θα είναι το δώρο της ζωής και το δώρο μας στην ζωή.

Αυτό δεν θέλουμε; Να ταξιδέψουμε; Αυτό λοιπόν θα κάνουμε.

Από αύριο ξεκινάμε προετοιμασία και σύντομα, πριν καν αρχίσει το σχολείο θα έχουμε κάνει το ταξίδι μας στον κόσμο. Και τότε φαντάσου τι ιστορίες θα έχεις να διηγηθείς στους φίλου σου.

Όλοι θα κρέμονται από τα λόγια σου.

Πήγαινε να ξεκουραστείς και αύριο ξεκινάμε νωρίς το πρωί.

Καληνύχτα.

Το αγόρι δεν κατάφερε να κοιμηθεί όλη τη νύχτα. Είχε μια γλυκιά αγωνία να του κάνει το στομάχι να μοιάζει με αποκριάτικο πάρτυ.

Ίδρωνε. Γύριζε πλευρό. Αγωνιούσε αλλά και χαιρόταν. Έκανε όνειρα και τα ζούσε. Ζούσε υπέροχα όνειρα και γελούσε. Ένιωθε να πετάει από μέρος σε μέρος, ανάλαφρος και γεμάτος ενέργεια και ζωή.

Έτσι ξύπνησε νωρίς το πρωί. Ούτε κατάλαβε πως σηκώθηκε. Είδε το πρόσωπο του στον καθρέπτη και δεν το γνώρισε. Ένα πρόσωπο φωτεινό και χαμογελαστό. Γεμάτο λαχτάρα και διάθεση.

Σχεδόν έτρεξε μέχρι την αποθήκη όπου το ποδήλατο, ήδη έτοιμο, τον περίμενε.

Κλείσε τα μάτια σου και συγκεντρώσου του είπε το ποδήλατο. Γέμιζε το σώμα σου αέρα, αργά και βαθιά και σκέψου, νιώσε όλο αυτό που θέλεις να πετύχεις.

Νιώσε το σώμα γεμάτο αέρα και δύναμη. Τίποτε δεν σου λείπει. Όλα όσα χρειάζεσαι είναι εκεί.

Και μαζί με όλα αυτά και εγώ. Ο σύντροφος σου σε αυτό το ταξίδι. Το ταξίδι που και οι δυο μας έχουμε ανάγκη και που μαζί μπορούμε να κάνουμε.

Πάρε ανάσα. Αρχίζουμε.

Πάρε ανάσα. Νιώσε την ύπαρξη σου και αφέσου. Σκέψου τι θέλεις και αφέσου. Και η ύπαρξη σου θα βρει τον τρόπο και τον δρόμο της.

Εσύ μονάχα πρέπει να βάλεις την απόφαση. Την απόφαση και την θέληση. Αυτές είναι οι δυο θυγατέρες που η μια ταΐζει την άλλη.

Πάμε λοιπόν. Βαθιά ανάσα. Ανέβα επάνω και νιώσε τον αέρα καθώς ταξιδεύουμε μαζί.

Μην βιάζεσαι. Μην πιέζεις. Άφησε να συμβεί.

Νιώσε όπως το νερό. Νιώσε όπως ένα ιστιοφόρο ταξιδεύει χαϊδεύοντας την επιφάνεια της θάλασσας παίζοντας τα πανιά του στον αέρα σαν φτερά. Δεν αντιστέκεται. Δεν πολεμά. Ακολουθεί την ροή. Αφήνεται.

Αφέσου. Γίνε ένα μαζί μου και μαζί θα γίνουνε ένα με τον δρόμο. Τους δρόμους και τα μονοπάτια που είναι οι φλέβες της γης μαζί με τα ποτάμια της. Που στις φλέβες αυτές θα ταξιδέψουμε και θα γίνουμε κομμάτι της.

Ταξιδευτές στο κορμί της. Πάμε πάλι. Δοκίμασε ξανά. Είδες ότι είναι πιο εύκολο τώρα. Κάθε στιγμή γινόμαστε ο ένας η συνέχεια του άλλου. Γινόμαστε ένα και σύντομα θα γίνουμε ένα με το ταξίδι μας και τον κόσμο.

Δεν πέρασαν πολλές ημέρες και η απίστευτη, στην αρχή, ιδέα είχε αρχίσει να λειτουργεί.

Μικρές βόλτες λίγο έξω από το χωριό και πίσω είχαν πετύχει και είχαν γεμίσει τους δυο φίλους με απίστευτη χαρά.

Η μέρα που θα ξεκινούσαν το ταξίδι τους έφτασε. Όλα ήταν έτοιμα.

Το αγόρι ξύπνησε πολύ νωρίς και κουβάλησε αργά και ήσυχα, για να μην ανησυχήσει κανέναν μέσα στο σπίτι, τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί του.

Έφτασε γρήγορα στον σύντροφο του ταξιδιού του και ξεκίνησαν το ταξίδι τους με το πρώτο φως της αυγής.

Η ημέρα ξημέρωνε πανέμορφη. Δροσερή και κεφάτη. Γιόρταζε και η ίδια το ταξίδι των δυο φίλων.

Από νωρίς, σχεδόν μόλις άρχισαν το ταξίδι τους, πλήθος μαζεύτηκε να τους συντροφέψει. Πουλιά πετούσαν από πάνω τους και άρχισαν να σκαρώνουν τραγούδια ταξιδιάρικα. Μικρά ζωάκια, ζουζούνια μα ακόμη και ρυάκια, ποτάμια, λουλούδια και φυτά ταξίδευαν μαζί τους.

Σύντροφοι και συνοδοιπόροι τα δέντρα και τα βουνά. Ναι ακόμη και τα δέντρα και τα βουνά πήραν να ταξιδεύουν μαζί τους.

Παράξενοι μα και απέραντα όμορφοι σύντροφοι.

Τα πάντα γύρω τους ταξίδευαν και έμοιαζαν να χορεύουν. Να πετούν. Να κολυμπούν. Να παίζουν. Ναι. Να παίζουν. Περισσότερο από κάθε τι άλλο, όλο αυτό έμοιαζε με παιχνίδι. Τι υπέροχο που είναι.

Χαρά. Γέλιο. Και πάλι χαρά. Μια γιορτή όλο αυτό. Η γιορτή της ζωής.

Έφτασαν σε ένα χωριό και γελώντας, τραγουδώντας και σφυρίζοντας πέρασαν από τον κεντρικό δρόμο και την πλατεία του χωριού και έφυγαν αφήνοντας άφωνους και γεμάτους απορία τους κατοίκους που συνάντησαν. Άλλοι κάθονταν στο καφενείο και άλλοι δροσίζονταν στην βρύση της πλατείας.

Τους παραξένεψε το κέφι αυτής της παρέας. Δεν είμαι σίγουρος ότι κατάλαβαν.

Στάθηκαν μια στιγμή. Έβαλαν προστάτη στα μάτια τους την παλάμη τους.

Κοίταξαν και επέστρεψαν στην καθημερινότητα τους χωρίς να έχουν κατανοήσει απόλυτα αυτό που είδαν. Άλλωστε συχνά δεν βλέπουμε ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε.

Του φίλου μας του φάνηκε απίστευτο μα οι πιο σταθεροί, σε όλο τον κόσμο, οι πιο ακλόνητοι, οι πιο συμπαγείς ήταν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι.

Σταθεροί στην θέση τους, αντιστέκονταν σε κάθε αλλαγή. Δεν είχε σημασία εάν η υπόσχεση της ζωής ήταν ένα ταξίδι, ή απλά ένας χορός, ένα παιχνίδι. Δεν ήθελαν αλλαγές.

Πόσο αστείο φαινόταν. Οι άνθρωποι σταθεροί και γύρω τους τα πάντα να χορεύουν. Να παίζουν, να ταξιδεύουν.

Ακόμη και τα βουνά. Όμως, και αυτός έτσι δεν ένιωθε πριν μόλις λίγο καιρό;

Το ταξίδι συνεχίστηκε και κράτησε όλη την ημέρα. Ο ίδιος ένιωθε ότι είχε δυο πόδια δυνατά. Όχι απλά δυο πόδια, ένιωθε ότι έχει δυο φτερά. Ότι πετάει. Ότι μπορεί να κάνει ότι θέλει. Μπορεί να φτάσει όπου θελήσει.

Άλλωστε σε αυτό το ταξίδι έχει τους καλύτερους συντρόφους. Την φύση ολόκληρη και την ίδια την γη να του συμπαραστέκεται σα μητέρα. Να μπαίνει μπροστά και να του ανοίγει δρόμο.

Ένιωθε ελεύθερος. Δεν ένιωθε κανένα φόβο. Μονάχα ελευθερία.

Ελευθερία.

Άρχισε να σουρουπώνει. Είχαν περάσει μέσα από πολλά χωριά. Πρέπει να είχαν γυρίσει ολόκληρη την περιοχή. Μια πανέμορφη περιοχή μέσα στο πράσινο. Γεμάτη ποταμάκια και μικρά δάση.

Μια υπέροχη φύση.

Τώρα άρχισε να του φαίνεται γνώριμη η διαδρομή. Είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής. Η παρέα του άρχισε να καληνυχτίζει ο ένας τον άλλο. Τα πουλιά και τα ζωάκια, χαρούμενα επέστρεφαν στις φωλιές τους. Τελευταία και με μεγαλοπρέπεια τον καληνύχτισαν τα βουνά. Τον ευχαρίστησαν. Είχαν χρόνια να κάνουν μια τέτοια βόλτα.

Είδε την αυλή του σπιτιού του να ξεπροβάλλει. Το στήθος του φούσκωσε από την ανάσα που πήρε. Πλησίασε την πόρτα, ήταν ανοικτή, μπήκε στην αυλή και στάθηκε στη μέση. Κατέβασε το πόδι και καθώς ευχαριστούσε το ποδήλατο του, ένιωσε μια ζεστή αγκαλιά γύρω από το κορμί του.

Του ξύπνησε θύμισες από τις βόλτες που ο παππούς του τού έκανε όταν ήταν μικρός. Τον κάθιζε στο ποδήλατο. Τον αγκάλιαζε και του έκανε βόλτες στο χωριό, μιλώντας του για ταξίδια. Για την αγάπη. Για την αγάπη για τον κόσμο και την ζωή.

Κατέβηκε από το ποδήλατο, το ευχαρίστησε, το φίλησε και το ακούμπησε με σεβασμό στην αποθήκη για να ξεκουραστεί.

Ανέβηκε στο δωμάτιο του ήσυχα όπως το πρωί αλλά χωρίς κόπο. Σα να μην περπατούσε αλλά να γλίστραγε επάνω στον αέρα.

Πλύθηκε και ξάπλωσε. Ένα λαμπερό χαμόγελο ζωγράφιζε το πρόσωπο του.

Καληνύχτα παππού είπε και αμέσως αποκοιμήθηκε βαθιά.

Ιωάννης Φουντεδάκης


Το παραπάνω κείμενο ψηφίστηκε ως ένα από τα τρία καλύτερα διηγήματα του 5ου Διαγωνισμού Δημιουργικής Γραφής που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το Harmony and Creativity. Δείτε την τελική ανακοίνωση και τα αποτελέσματα εδώ

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε