Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε θέσει ως μοναδικό σκοπό της ζωής του να γίνει ο πιο φωτισμένος του είδους του. Περιφρονούσε, μάλιστα, τόσο βαθιά τα ελαττώματα της φύσης του που πάσχιζε με επιμονή και σιδερένια θέληση να τα εκμηδενίσει, ενώ δε δίσταζε αυστηρά να τα υπογραμμίζει και στους γύρω του. Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον με μηδαμινή ανοχή στις θνητές αδυναμίες, λαχταρούσε να καταστεί άτρωτος και αψεγάδιαστος κι ακόμη περισσότερο να διαμορφώσει έναν στρατό από εξελιγμένα πνεύματα, που θα αναβάθμιζαν τη γη.

Προσπάθησε λοιπόν πολύ και έφτασε η στιγμή που θεώρησε πως τα κατάφερε. Τουλάχιστον με την αφεντιά του. Είχε πια αποκτήσει εξαίρετη μόρφωση, ευχέρεια στις ξένες γλώσσες, επιδεξιότητα στα μαχαιροπίρουνα των επίσημων γευμάτων ενώ σκαρφάλωνε με ταχύ ρυθμό στην επαγγελματική ιεραρχία. Μπορούσε να συζητήσει για ένα σωρό θέματα, από τέχνη ως πολιτική, και χαρακτηριζόταν, πράγματι, ένας επιδέξιος συνομιλητής, λόγω της βαθιάς γνώσης κάθε αντικειμένου και της σπάνιας ευγλωττίας του. Εξακολουθούσε, βέβαια, να δυσφορεί με την ανοησία των γύρω του και γι αυτό σταθερά χλεύαζε όσους δεν ανταποκρίνονταν στις υψηλές προσδοκίες και στα εξαίρετα προσόντα του.

Ο άντρας, φούσκωνε πια από υπερηφάνεια για την πρόοδό του καθώς μέχρι και αυτή ακόμη την γαλλική προφορά του, που χώλαινε ένα φεγγάρι λιγάκι , είχε καταφέρει να τη διορθώσει και περνιόταν πλέον για γηγενής κάτοικος στα σοκάκια του Παρισιού. Ένα βράδυ όμως κάτι αναπάντεχο συνέβη: Eνώ περπατούσε, παρατήρησε για πρώτη φορά τη σκιά του και, μάλιστα, αυτή του φάνηκε μεγαλύτερη και πιο σκοτεινή από ό,τι συνήθως. Από τότε του έγινε έμμονη ιδέα η σκέψη να την εξαφανίσει κι άρχισε επίμονα να την κυνηγά. Όσο πάσχιζε να την πιάσει, τόσο εκείνη μεγάλωνε και γινόταν πιο απειλητική. Οι νύχτες έμοιαζαν τώρα ατέλειωτες και τα πρωινά προχωρούσε σκεφτικός και απελπισμένος, γνωρίζοντας πως ο σκιώδης εαυτός του τον παρακολουθούσε σταθερά, περιφρονώντας κάθε του επιτηδευμένη φιλοφρόνηση ή υποκριτική χειραψία, οποιαδήποτε φιλοδοξία ή λαμπρό επίτευγμα.

Μια νύχτα, ο άντρας βάλθηκε να στριφογυρίζει στο κρεβάτι του, όμως ο ύπνος δεν έλεγε να τον επισκεφτεί. Άξαφνα από το παράθυρο ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος που τον ανάγκασε να ανασηκωθεί ανήσυχος για να ελέγξει τι είχε συμβεί. Μπροστά του αντίκρισε έναν ηλικιωμένο, με άσπρη γενειάδα και μπλε μάτια. Είχε κάτι ευγενικό το βλέμμα του, κάτι που τον καθησύχαζε ότι πιθανόν ο ξένος και να μην είχε πρόθεση να τον βλάψει τελικά.

«Ποιος είσαι;», τον ρώτησε, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής.

«Είμαι εκείνος που ρυθμίζει το σκοτάδι και το φως και ήρθα εδώ για να σε απαλλάξω από μια μεγάλη σου αγωνία».

«Θα το έκανες αυτό για έναν άγνωστο σαν κι εμένα; Θα πάρεις μακριά τη σκιά; Θα με βοηθήσεις να βρω ξανά την ευτυχία στη ζωή μου; Ξέρεις, όλη μου την πορεία την αφιέρωσα στον αγώνα ενάντια στα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης. Ποτέ μου δεν τους χαρίστηκα και ετούτο εδώ το ενοχλητικό σκοτάδι μου στερεί τον απόλυτο θρίαμβο του φωτός».

«Η σκιά θα φύγει. Για τώρα. Σε προειδοποιώ, όμως. Θα επανέρχεται κάθε φορά που εσύ θα ενδίδεις στις εντολές της» του απάντησε αινιγματικά ο ηλικιωμένος και ύστερα χάθηκε μέσα στο απόλυτο κενό της μυστηριώδους νύχτας.

Το επόμενο πρωί ο άντρας ξύπνησε πιο χαρούμενος από ποτέ. Ένιωθε στην κυριολεξία αναγεννημένος, σαν να του είχε δοθεί μια σπουδαία ευκαιρία, που δεν σκόπευε να τη σπαταλήσει. Θα ήταν εξαιρετικά προσεκτικός, εκείνος που είχε εκπαιδευτεί στην αριστεία και τόσο απόλυτα μισούσε τα ψεγάδια. Όταν έφτασε στο γραφείο του, κάθισε στην αναπαυτική μαύρη πολυθρόνα του και βάλθηκε να κοιτάει τις σημειώσεις του. Η σύσκεψη άρχισε σε λίγα λεπτά. Οι υπάλληλοι του έλαβαν θέση σε ένα στρογγυλό τραπέζι και ο ίδιος τους χαιρέτισε όλους τυπικά. Ένας νέος, όχι πάνω από 25 χρονών, πήρε πρώτος τον λόγο, παρουσιάζοντας την ιδέα του στους υπόλοιπους της εταιρείας. Η φωνή του έμοιαζε ασθενική, νευρική.

«Νεαρέ μου καλά θα κάνετε, εάν, φυσικά, επιθυμείτε να αποτελείτε μέλος της ομάδας, να δουλέψετε σοβαρά με την αυτοπεποίθηση σας. Δείχνετε εξαιρετικά ανασφαλής και στην επιχείρησή μου δεν έχω χώρο για δειλούς σαν και του λόγου σας» τον επέπληξε σκληρά ο προϊστάμενος.

Ο νέος, με τις ιδρωμένες παλάμες και το ελαφρύ τραύλισμα στην άρθρωση, έσκυψε το κεφάλι και αποσύρθηκε ηττημένος και μελαγχολικός στη θέση του. Ο επόμενος υπάλληλος ήταν ένας μεγαλόσωμος τύπος, γύρω στα 40, και είχε οργανώσει μια ομιλία λεπτομερή αλλά και εξαιρετικά πληκτική. Οι συνάδελφοί του άρχισαν κρυφά να χασμουριούνται και ο προϊστάμενος φανερά να χάνει την υπομονή του.

«Αρκετά» είπε κάποτε οργισμένος.« Να δίνετε περισσότερη σημασία στην ουσία κι όχι στην ανούσια τυπολατρία στο εξής. Είστε βαρετός και άψυχος» τον κατακεραύνωσε. Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, ο άντρας ένιωσε άξαφνα ένα εμπόδιο να του φράζει τον δρόμο. Μπροστά του βρισκόταν η ενοχλητική σκιά, ακόμη πιο μαύρη και απειλητική, βλοσυρή και ανίκητη. Προσπάθησε να την ξεγελάσει, να τη δωροδοκήσει, ακόμη και να παλέψει μαζί της μα εκείνη ξεγλιστρούσε συνεχώς, τον χλεύαζε και τελικά τον νικούσε κατά κράτος. Αποκαμωμένος από τη μάταιη μάχη, ο άντρας κάθισε κάποτε σε ένα παγκάκι και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Τότε, ο μυστηριώδης ηλικιωμένος παρουσιάστηκε ξανά κοντά του. Τον πλησίασε και τον χάιδεψε καθησυχαστικά στον ώμο.

«Δεν καταλαβαίνω. Τα έκανα όλα σωστά. Στη σύσκεψη υπήρξα ο πιο καλά μελετημένος, ο πιο εύστροφος και οργανωμένος. Στην εργασία μου διακρίνομαι για την ευφυΐα μου και στις δημόσιες σχέσεις για την επιδεξιότητά μου. Μιλάω σωστά τη γλώσσα μου και φημίζομαι για τις βαθιές γνώσεις μου σε ένα σωρό αντικείμενα, που οι περισσότεροι αγνοούν. Είμαι εξαίρετος ρήτορας και διαθέτω ένα σωρό πτυχία, από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Γιατί αυτή η σκιά δεν με αφήνει να πετάξω στο απόλυτο φως, εκεί όπου δικαιωματικά ανήκω;» ξέσπασε ο άντρας με παράπονο.

Ο σοφός γέρος τον κοιτούσε με συμπόνια: «Θα σου πω ένα μυστικό και μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν το άκουσες, αν δε νιώθεις έτοιμος βαθιά να το κατανοήσεις: Ποτέ δεν θα συμφιλιωθείς αληθινά με τον εαυτό σου, όσο αντιμετωπίζεις με σκληρότητα τους γύρω σου. Να θυμάσαι, άλλωστε, πως οποιαδήποτε επίκριση και κάθε απόλυτος χαρακτηρισμός σου προς εκείνους, εσένα έχει στόχο, ένα κομμάτι σου που δεν αποδέχεσαι και μια σκιά σου που αρνείσαι πεισματικά να την αγκαλιάσεις».

«Μα περηφανεύομαι για τις ικανότητές μου, το εξαίσιο στυλ και το κοφτερό μυαλό μου. Απλώς παρατηρώ προσεκτικά τα ελαττώματα των γύρω μου. Τους τα υποδεικνύω όπως ακριβώς έπραξα και με εμένα, όταν χρειάστηκε. Για το καλό τους το κάνω, για να διορθωθούν πιο γρήγορα και να βαδίσουν στον ίσιο δρόμο».

«Σκέψου λίγο τους υπαλλήλους στην παρουσίαση. Ο ένας σου θύμισε τον νεαρό άτολμο εαυτό σου, έτσι δεν είναι; Κάποιον που επέπλητταν συνεχώς, που τον σμίλευαν με υλικά ασύμβατα των αληθινών του αναγκών. Μέσα σου θρηνεί ακόμη εκείνος ο δειλός νέος λοιπόν. Διεκδικεί το δικαίωμά του στην ύπαρξη. Δεν σου ζητάει πολλά. Μια αγκαλιά και μια μεγαλύτερη ανοχή στις αδυναμίες του. Επίτρεψε του να τραυλίζει κάπου κάπου κι αυτός θα σε ανταμείψει με την ευγνωμοσύνη του. Κι ύστερα, ο τυπολάτρης που προκάλεσε την οργή σου… Αλήθεια, δεν το κατάλαβες ακόμη; Εσύ ήσουν πάλι, που απορροφημένος στο κυνήγι του φωτός έχασες κάθε επαφή με τους φόβους και τις ελπίδες σου και βιώνεις μια ζωή δίχως ψυχή και όνειρο. Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου την πτώση, τότε θα συγχωρείς πιο εύκολα και τα τραύματα των γύρω σου, δε νομίζεις;»

Ο άντρας κατάλαβε. Και σιώπησε. Θυμήθηκε την ευκολία με την οποία χαρακτήριζε κάποιον ανόητο, ανασφαλή, αστοιχείωτο, αφελή ή ανίκανο. Κάθε ταμπέλα που κρεμούσε στον περίγυρό του ισοδυναμούσε, πράγματι, και με μια ετικέτα που κρυφά είχε περάσει ο ίδιος στον λαιμό του. Κι ύστερα κάλυπτε τις ετικέτες του με ακριβά πουκάμισα, κομψές γραβάτες και καλοραμμένα σακάκια αλλά εκείνες καιροφυλακτούσαν σε κάθε του βήμα και ανάσα, στις σκληρές του κρίσεις και στη μικρή του ανοχή.

«Βλέπεις, οι σκιές δε λογαριάζονταν ποτέ για αληθινό πρόβλημα. Όλοι κουβαλούμε τόσα σκοτάδια, άλλωστε, που η ιερότερη συμφωνία της ανθρωπότητας θα ήταν να συνθηκολογήσουμε επιτέλους μαζί τους. Το πρόβλημα ήταν ότι κήρυξες πόλεμο με τα τυφλά σου σημεία κι έτσι, αφού ποτέ σου δεν τα κατανόησες, άτσαλα τα προέβαλλες στους γύρω σου. Εκείνα λοιπόν θέριευσαν γιατί κατά βάθος αποζητούσαν μόνο μια τρυφερότητα, ένα «δεν πειράζει» και μια από καρδιάς συγχώρεση» αποκρίθηκε ο σοφός κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Ο άντρας σηκώθηκε από το παγκάκι με θάρρος. Η σκιά στάθηκε και πάλι μπροστά του. Για πρώτη φορά, όμως, την κοίταξε με περιέργεια κι όχι με τρόμο ή αηδία, όπως συνήθιζε. Ήταν πράγματι όμορφη, αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Σαν κάθε χαρακιά της να κουβαλούσε μια απόκοσμη μαγεία, σαν να ψιθύριζε ένα ιερό μυστικό του κόσμου όλου. Την χάιδεψε τρυφερά με το χέρι του: «Τι λες, πάμε;» της πρότεινε απαλά. Και πια περπατούσαν δίπλα δίπλα. Σε κάθε βήμα εκείνη μίκραινε μέχρι που μεταμορφώθηκε απλώς σε μια κουκίδα στο απέραντο φως, για να του θυμίζει πως η πληγή που φροντίσαμε γίνεται το παράσημο μας, μια σπουδαία ευκαιρία και μια κρυφή διέξοδο από τον ίδιο μας τον λαβύρινθο.

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε