Πού πήγαν τα καλοκαίρια;

Ήμουν μοναχοπαίδι. Το ξερίζωμα απ’ τους γονείς μου  δεν ήταν εύκολο κι έγινε σε μια ηλικία μεγάλη, που ο καθένας μας έχει ήδη σημάδια

Πού πήγαν τα καλοκαίρια;

Ήμουν μοναχοπαίδι. Το ξερίζωμα απ’ τους γονείς μου  δεν ήταν εύκολο κι έγινε σε μια ηλικία μεγάλη, που ο καθένας μας έχει ήδη σημάδια κι από άλλες πολλές πληγές. Κάθε φορά, γκρεμίζονταν ο κόσμος μου και χρειάζονταν να τον κτίσω πάλι από την αρχή. Πολλές φορές. Τόσες που τα υλικά μου στο τέλος έγιναν άμμος. Με το που έστηνα τον πύργο της ισχνής ύπαρξής μου, σωριάζονταν με το πρώτο φύσημα της καλοκαιρινής  αύρας.

Αγαπούσα πολύ τα καλοκαίρια κι όλα μου τα όνειρα ήταν σε… καλοκαιρινό φόντο. Φανταζόμουν τον εαυτό μου λουσμένο από φως και ήλιο σε απόλυτα γαλήνια θάλασσα με ξανθά λυτά μαλλιά, με μαυρισμένους ώμους, με παρέα, πάντα με παρέα ποτέ μόνη. Και με ζώα…

Τα ζώα τα αγαπούσε πολύ κι ο πατέρας μου. Τα χάιδευε όπως κι εγώ στο δρόμο, έξω από τα μαγαζιά, στο πέρασμα των… περαστικών που τα… βόλταραν, όπου τα έβρισκε. Δυο μέρες πριν πεθάνει του έβαλα τη γάτα στην ποδιά του, καθώς δεν μπορούσε να σκύψει. Τη χάιδεψε και την κοίταξε με μελαγχολία. Στον τάφο του, όποτε πήγαινα να τον επισκεφτώ, τριγυρνούσαν συνέχεια γάτες.

Τότε, όταν “έφυγε” εκείνος γκρεμίστηκε για πρώτη φορά ο κόσμος μου. Έπειτα, λίγο αργότερα, η μαμά μου ξέχασε ότι είχε μια κόρη. Ήταν τόσο οδυνηρό το γήρας και τα προβλήματα που το συνόδευαν που δεν είχε “χώρο”, λογική, χρόνο, αντοχή, να είναι πια μάνα. Μετατράπηκε σε… κόρη και μάλιστα απεχθής, σαν κακότροπη έφηβη, κακομαθημένη, μια κόρη βάσανο για τους… κηδεμόνες της, μια κόρη που θύμωνε συνεχώς καθώς δεν άντεχε το ότι έπρεπε να “συγκατοικεί” με μια άλλη ξένη “γυναίκα”, την φροντίστριά της, που γι’ αυτήν ισοδυναμούσε σίγουρα με κακή αυταρχική δασκάλα.

Τότε ξαναγκρεμίστηκε ο κόσμος μου γιατί ήταν σα να την έχασα κι αυτή και μάλιστα με οδυνηρότατο τρόπο καθώς ήταν εκεί, αλλά δεν “ήταν”.  Και ήταν χειρότερο από το να την έχανα αληθινά,  γιατί κάθε που είχα μια ελπίδα, εκείνη μου το ματαίωνε με την καθοδική της πορεία ξανά και ξανά, πολλές ματαιώσεις, λίγες αναλαμπές…

Και τα όνειρά μου έπαψαν πια να είναι “καλοκαιρινά” και το σκηνικό τους ολοένα και θόλωνε, βροχή και ομίχλη υπήρχε, δεν διέκρινα πια πρόσωπα, στόχους, οράματα, ελπίδες, απολαύσεις, προσπάθειες που στέφονται από επιβραβεύσεις, όνειρα που γίνονταν πραγματικότητα. Μόνο χρέος, θλίψη και γηρατειά.

Εκεί φοβήθηκα λίγο για μένα. Πού πήγαν τα καλοκαίρια; Πού πήγε το φως;  Πώς θα ζούσα τώρα γνωρίζοντας πώς είναι τα γηρατειά και η αρρώστια; Πώς φθείρονται έτσι οι άνθρωποι; Πονούσα λοιπόν και τις μέρες που δεν πονούσα, “έβαζα” πάλι τον εαυτό μου να πονάει γιατί αφού αυτή υπέφερε “έπρεπε κι εγώ να πονάω μαζί της” κι αφού “κάποτε θα γερνούσα κι εγώ”, πώς θα μπορούσα να διατηρήσω την χαρά μου και πολλές άλλες τέτοιες σκέψεις που με έφερναν σε απόλυτο αδιέξοδο.

Πώς θα ξανάρχονταν τα καλοκαίρια; Και μια μέρα είδα ένα φρούτο, ένα τόσο δα μηλαράκι που είχε ξεχαστεί στη  φρουτιέρα και είχε μουχλιάσει, είχε ζαρώσει κι αυτό δεν άλλαζε πια. Και τότε κατάλαβα: δεν μπορούσα να κάνω τίποτα κι αυτή η αδυναμία με απελευθέρωσε με μιας και θαρρείς πως ξαναήρθαν τα “καλοκαίρια” μου. Και μάλιστα τώρα τα απολάμβανα πιο πολύ και δεν “υποχρέωνα” τον εαυτό μου να τα χάνει, στο όνομα του… χρέους.

Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω κι εμείς δεν είμαστε θεοί. Φροντίζουμε γονείς και εαυτό, δεν ξεχνάμε όμως την χαρά. Δεν γυρίζουν πίσω τα προηγούμενα καλοκαίρια για να τα διορθώσουμε, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για τα τωρινά. Και μαλάκωσε έτσι λίγο ο πόνος και τα υλικά μου σκλήρυναν πάλι και κάθε που τα γκρέμιζα, έπιανα σιγά να τα ξαναχτίζω πιο στέρεα πιο περίτεχνα τώρα πια.

Καμιά φορά χαζεύω τη γάτα μου όταν κοιμάται.  Τα όνειρά της είναι σίγουρα πάντα… καλοκαιρινά!

Νεκταρία Ρουμελιώτη

Book For Thought | S1E4

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα