Είμαστε όλοι λίγο τρελοί, απλώς κάποιοι δεν το ξέρουμε

Το «μυθικό τέρας» παύει να μας απειλεί, ακριβώς μόλις συμφιλιωνόμαστε με την παρουσία του...

Είμαστε όλοι λίγο τρελοί, απλώς κάποιοι δεν το ξέρουμε

Ο κύριος Φυσιολογικός κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του.

«Επιτέλους τα κατάφερα» μονολόγησε, ανάβοντας το πούρο της νίκης.

Advertisment

Και η αλήθεια είναι πως είχε κάθε λόγο να υπερηφανεύεται εκείνο το βράδυ, καθώς είχε εκλεγεί δήμαρχος της μικρής του πόλης.

Το παιδικό του όνειρο έμπαινε σε τροχιά υλοποίησης: Θα δημιουργούσε την πιο κανονική κοινότητα ανθρώπων, μια κοινότητα με μηδαμινή ανοχή στους παράλογους φόβους.

Το επόμενο κιόλας πρωί ανακοίνωσε το φιλόδοξο σχέδιό του στο πιστό επιτελείο του.

Advertisment

«Κύριε Φυσιολογικέ, να με συμπαθάτε κιόλας, αλλά καθώς οι ανησυχίες συνιστούν αναπόσπαστο μέρος της θνητής μας φύσης, θαρρώ πως απλώς γυρεύετε το ακατόρθωτο», πρόβαλε τις αντιρρήσεις του ο πιο ηλικιωμένος.

«Φίλε μου, το θεωρώ λογικό να προβληματιζόμαστε για απλήρωτους λογαριασμούς και πάσης φύσεως πρακτικά ζητήματα. Όταν, όμως, ταλαιπωρούμαστε από το ίδιο μας το μυαλό, τότε δεν συμφωνείς πως πρόκειται για καθαρή τρέλα; Η γειτόνισσα μου, για παράδειγμα, τρέμει τόσο τα αεροπλάνα που έχει αναγκαστεί να ακυρώσει ένα σωρό επαγγελματικά ταξίδια», αποκρίθηκε ο δήμαρχος.

«Γιατί δεν θυμάμαι εγώ ακόμη και σήμερα εκείνον τον παλιό μου συμφοιτητή μου που έτρεχε στον γιατρό για ψύλλου πήδημα; Συνάχι να άρπαζε και χαλούσε όλον τον κόσμο», μοιράστηκε την εμπειρία του ένας μεσήλικας άντρας με καστανά σγουρά μαλλιά και παχύ μουστάκι.

«Σας έχω μιλήσω για τον τύπο από την παλιά μου δουλειά, που ασφυκτιούσε στους κλειστούς χώρους; Μια μέρα εγκλωβίστηκε για δέκα ολόκληρα λεπτά στο ασανσέρ και τον βγάλαμε από εκεί μέσα λιπόθυμο» πετάχτηκε στη συζήτηση μια γυναίκα με γκρίζα καρέ μαλλιά και αυστηρό κοκάλινο σκελετό γυαλιών.

Ο δήμαρχος ξερόβηξε.

«Χρειαζόμαστε ανθρώπους συγκροτημένους λοιπόν. Μόνο αυτοί θα μας φέρουν την πρόοδο που επιζητάμε» συμπέρανε.

«Και οι υπόλοιποι;» τόλμησε να ρωτήσει ο πιο ηλικιωμένος από το επιτελείο συμβούλων.

«Θα επιχειρήσουμε να τους σωφρονίσουμε. Εάν, ωστόσο, δεν τα καταφέρουν σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, τότε θα τους δείξουμε την πόρτα εξόδου» αποφάνθηκε ο κύριος Φυσιολογικός.

«Μα θα τους εξορίσουμε από την ίδια τους την πατρίδα;» μουρμούρισαν έκπληκτοι ορισμένοι.

«Δεν ακούω κουβέντα. Η απόφασή μου φαντάζει σκληρή, όμως κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την ευημερία μας».

Πράγματι ο δήμαρχος από την ίδια κιόλας μέρα αφοσιώθηκε στο μεγαλόπνοο όραμά του ενώ οι ψυχολόγοι, κάτω από την απειλή της σύλληψής τους, αναγκάστηκαν να του προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.

Αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες συνέδραμαν με τον τρόπο τους στην εξυγίανση της κοινότητας, καθώς όποιον έβλεπαν να παρεκκλίνει από τη νόρμα τον κατέδιδαν δίχως δεύτερη σκέψη στην αστυνομία Φυσιολογικότητας που αφού ερευνούσε υπό άκρα μυστικότητα την υπόθεση, καλούσε τον ύποπτο για ανάκριση.

Εάν οι κατηγορίες παράβασης του Κανονικόμετρου -όπως ονομάστηκε ο νέος νόμος- αποδεικνύονταν αληθείς, ο ένοχος παραπεμπόταν στο αρμόδιο τμήμα ψυχολόγων και εφόσον στους έξι μήνες δεν ολοκλήρωνε με επιτυχία τη θεραπεία του αναγκαζόταν να αποχαιρετήσει οριστικά συγγενείς και φίλους, αναζητώντας αλλού την τύχη του.

Κάποτε έφτασε στην πόλη ο διασημότερος θεραπευτής της εποχής.

Ο δήμαρχος τον υποδέχτηκε περιχαρής στο γραφείο του.

«Αγαπητέ μου, τι τιμή να σας έχουμε κοντά μας» του είπε, σφίγγοντάς του εγκάρδια το χέρι.

Εκείνος τον κοίταξε διερευνητικά.

«Ώστε εσείς είστε ο περίφημος κύριος Φυσιολογικός».

«Βεβαίως. Και δίχως να θέλω να καυχηθώ, η πόλη μου εξελίσσεται στο πιο κανονικό μέρος του κόσμου. Με συστηματική προσπάθεια, τα θαύματα υλοποιούνται» απάντησε ο δήμαρχος, σκύβοντας δήθεν σεμνά το κεφάλι.

«Δεν έχετε φόβους;» τον αιφνιδίασε ο θεραπευτής.

«Ω μα φυσικά. Τους κανονικούς όμως».

«Χμ… Παρατηρώ πως όλα είναι απολύτως συμμετρικά στο γραφείο σας».

«Δηλώνω λάτρης της αρμονίας».

Ο θεραπευτής σηκώθηκε από την καρέκλα του. Με μια χορευτική σχεδόν κίνηση πλησίασε τον πίνακα στα δεξιά του.

« Τι όμορφο έργο τέχνης. Ένας άντρας αγναντεύει το γαλάζιο της θάλασσας, σαν να κλείνει το μάτι στο αιώνιο μυστήριο της ύπαρξης».

«Πραγματικό αριστούργημα» συμφώνησε ο δήμαρχος.

«Έχω μια ιδέα. Γιατί δεν κρεμάμε λιγάκι πιο στραβά τον πίνακα; Έτσι, για να ταράξουμε τα νερά».

Ο κύριος Φυσιολογικός κουνούσε τώρα νευρικά το πόδι του.

«Όχι αγαπητέ μου, δεν βρίσκω τον λόγο» αρνήθηκε ορθά κοφτά.

«Δεν πιστεύω να σας προκαλεί άγχος μια τέτοια προοπτική. Ξέρετε, δεν θα ήταν και τόσο κανονικό εκ μέρους σας…» συνέχισε να τον προκαλεί ο θεραπευτής.

«Αντί να χάνουμε τον πολύτιμο χρόνο μας με ανόητους πειραματισμούς, ας μιλήσουμε για το ξακουστό μου πρότζεκτ», άλλαξε την κουβέντα ο δήμαρχος.

«Το πρότζεκτ του κανονικόμετρου».

«Σωστά. Θα ήθελα πολύ να γίνετε επικεφαλής του. Έναντι αδρής αμοιβής ασφαλώς. Είμαι μεγάλος θαυμαστής σας, θα το έχετε καταλάβει και από τις χιλιάδες επιστολές που σας έχω αποστείλει όλα αυτά τα χρόνια».

Ο θεραπευτής κάθισε ξανά στην καρέκλα του. Έβγαλε από την τσέπη του ένα κόκκινο στυλό και το τοποθέτησε στη θήκη με τα μαύρα, που βρισκόταν στο γραφείο του δημάρχου.

«Ω μα τι κάνετε εκεί;» διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

«Αντί να χωρίζετε τα στυλό σε κόκκινα και μαύρα, τι θα λέγατε να τα αναμειγνύαμε; Η ποικιλοχρωμία προσθέτει στη ζωή μια πικάντικη γεύση».

«Το κόκκινο δεν θα γίνει ποτέ μαύρο» φώναξε ο δήμαρχος, που πλέον ένιωθε την υπομονή του να εξαντλείται.

Ο θεραπευτής χαμογέλασε.

«Επιτέλους σε κάτι συμφωνούμε, αγαπητέ μου. Ο κάθε άνθρωπος προσθέτει το δικό του χρώμα στον καμβά της ζωής. Και εσείς τιμωρείτε το κόκκινο απλώς επειδή δεν είναι μαύρο. Παράλογο, δεν συμφωνείτε;»

Γιατί τελικά είμαστε όλοι κάπως τρελοί, ελαφρώς διαταραγμένοι, λίγο τραυματισμένοι και απείρως συναρπαστικοί. Ορισμένα πρωινά ξυπνάμε και ο κόσμος μοιάζει να απλώνεται στα πόδια μας, όμως έρχονται και οι μέρες που κυνηγάμε την ίδια μας την σκιά και προδιδόμαστε από τις βαθύτερες πληγές μας.

Ωστόσο είναι εντάξει να μη γνωρίζουμε που πηγαίνουμε, είναι εντάξει να νιώθουμε μόνοι και μπερδεμένοι, είναι εντάξει να φοβόμαστε. Και πιθανότατα θέλουμε όλοι τον ψυχολόγο μας. Μα ακόμη περισσότερο θέλουμε κάποιον να μας ακούσει δίχως να μας κρίνει, εκείνον που θα σταθεί δίπλα μας όταν τα φώτα σβήσουν και θα μας τραγουδήσει τον πιο χαρούμενο σκοπό τις στιγμές που η νύχτα μας τιμωρεί με τη σιωπή της.

Θέλουμε αυτόν που θα μας πιάσει από το χέρι και θα περπατήσει συντροφιά μας στους πιο δαιδαλώδεις λαβυρίνθους, δείχνοντάς μας πως μέχρι να βρούμε τη δύναμη να ακολουθήσουμε τον μίτο της Αριάδνης μπορούμε απλώς να απολαύσουμε την εξερεύνηση, πανηγυρίζοντας τις νίκες μας και συγχωρώντας μας για τις ήττες μας.

Άλλωστε όλοι βολτάρουμε αιωνίως στον δικό μας λαβύρινθο. Χανόμαστε και βρίσκουμε τον δρόμο. Φλερτάρουμε με τα όρια και κάπου κάπου τα ξεπερνάμε κιόλας.

Πιστεύουμε στους εφιάλτες μας τους χειμώνες, όμως την άνοιξη ξυπνάμε γιορτάζοντας την αναγέννησή μας.

Και ο Μινώταυρος παραμονεύει πάντα εκεί κοντά μας. Αλλά εμείς καθόλου δεν χρειάζεται να παλεύουμε πλέον να τον σκοτώσουμε. Αρκεί να τον πλησιάσουμε με σεβασμό, να τον ακούσουμε και να τον αισθανθούμε.

Τι μας λένε λοιπόν οι φόβοι μας για εμάς και τι η επίμονη άρνηση τους; Κάθε φορά που βγάζουμε από την τσέπη μας το κανονικόμετρο για να αξιολογήσουμε τις σκιές των γύρω μας, ποιον δικό μας Μινώταυρο αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα;

Και τελικά το μυθικό τέρας παύει να μας απειλεί, ακριβώς μόλις συμφιλιωνόμαστε με την παρουσία του. Περπατά μαζί μας στον λαβύρινθο και όταν η στιγμή φτάσει μας οδηγεί ακόμη και στη θεαματική έξοδο από αυτόν.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Η ζωή στο Matrix | Το σύμπαν ως προσομοίωση
Το Πάσχα ως ένα εξελικτικό πέρασμα σε αλλαγές με διεύρυνση αγάπης
Οι άνθρωποί μας φεύγουν, αλλά ζουν παντοτινά μέσα μας
«Το αγέννητο παιδί μου…»

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση