Το τι γνωρίζουμε για τον κόσμο, πως κατορθώνουμε να το μάθουμε και πως αντιπροσωπεύεται η γνώση αυτή στον εγκέφαλο μας είναι από τα πιο δύσκολα ερωτήματα των σύγχρονων γνωσιακών επιστημών. Η γνώση φαίνεται να είναι η άρρηκτη συνέχεια της μνήμης.

 

Όταν αναφερόμαστε στη μνήμη εννοούμε τόσο μία συγκεκριμένη γνωστική διαδικασία, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της μνήμης, τις αναμνήσεις και τις έννοιες. Οι αναμνήσεις, λοιπόν, η μνήμη του χωροχρόνου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της επίγνωσης του εαυτού μας, ο πυρήνας της προσωπικής μας ιστορίας. Η ατομική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου δομείται σε μεγάλο βαθμό από τη χρονική συνέχεια των εμπειριών του (βιωματικές μνήμες) και την ικανότητα να τις συνθέτει και να τις γενικεύει (διαδικασία της σκέψης). Ειδικά η σημασιολογική μνήμη αφορά την ικανότητα ανάκλησης πληροφορίας υπό τη μορφή γενικών εννοιών (γνώση), χωρίς να είναι απαραίτητη η ανάκληση των περιστάσεων κάτω από τις οποίες η πληροφορία αυτή παγιώθηκε. Η σημασιολογική μνήμη είναι, δηλαδή, ο πυρήνας των γνώσεών μας.

Φαίνεται λοιπόν ότι η διατύπωση μιας τεκμηριωμένης θεωρίας κρύβει ή ξεκινάει από κάποιες βασικές έννοιες που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Είναι οι θεμελιώδεις, πρωταρχικές έννοιες, η επιλογή και ο συνδυασμός των οποίων μέσω της διαδικασία της σκέψης θα δομήσουν την θεωρία μας αλλά και που μπορεί και να οδηγήσουν στη δημιουργία νέων εννοιών. Η παραπάνω άποψη δεν συνιστά κάτι καινούργιο ούτε στη γνωστική ψυχολογία αλλά ούτε και στη φιλοσοφία. Για παράδειγμα, το 1927 οι μαθηματικοί Whitehead και Russell στο κλασσικό βιβλίο τους Principia Mathematica υποστηρίζουν ότι όλες οι μαθηματικές αλήθειες μπορούν να προκύψουν λογικά από ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες με κάποιες βασικές αρχές συμπερασμού. Η εξ’ ορισμού μη περαιτέρω ανάλυση αυτών των θεμελιωδών εννοιών (η θεμελιώδης γνώση των γνωστικών ψυχολόγων) συνιστά μία φιλοσοφική διαμάχη που πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να πραγματοποιείται) κυρίως από μαθηματικούς φιλόσοφους (βλέπε Gödel, Hilbert, Turring), αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένου κειμένου.

Συνεπώς, κάθε άποψη που εκφράζει καθένας έχει από πίσω της ένα ‘μυστικό’, μία θεμελιώδη έννοια που για λόγους ειλικρίνειας καλό είναι να φανερώνεται από την αρχή. Ο φιλόσοφος της επιστήμης T.S. Kuhn προβάλλει την ιδέα ότι η παρατήρηση είναι έμφορτη θεωρίας, ότι οι επιστήμονες “βλέπουν” ό,τι τους υπαγορεύει η εκάστοτε θεωρία την οποία ασπάζονται. Η βασική θεμελιώδη παραδοχή στο παρόν κείμενο είναι η επιστημονική (φυσική) εξήγηση του κόσμου (και του νου). Με άλλα λόγια, πιστεύω (και είναι περίεργο που εισέρχεται το συγκεκριμένο ρήμα εδώ) ότι άλλες θεωρίες όπως ο δυϊσμός του εγκεφάλου και νου, είναι διαπραγματεύσιμες, αλλά τελικά η συζήτηση θα καταλήξει σε αδιέξοδο: ο δυϊσμός δεν περιλαμβάνεται στις βασικές έννοιες του εννοιολογικού μου συστήματος στην παρούσα χρονική στιγμή.

Όπως, όμως η φιλοσοφία προδιαθέτει τη γνώση, ισχύει και το αντίθετο: η γνώση παράγει φιλοσοφία και τρόπο σκέψης. Η επιστήμη όχι μόνο διαμορφώθηκε αλλά και διαμόρφωσε την σύγχρονη κοσμοθεωρία. Ο θρίαμβος του ντετερμινισμού, του ‘ορθού λόγου’ βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης δυτικής σκέψης. Ο ορθός λόγος γρήγορα επεκτάθηκε και στις θεωρίες του νου (βλέπε επιστήμονα της τεχνητής νοημοσύνης Allen Newell που διατύπωσε θεωρία του νου βασισμένη σε ένα τυποποιημένο σύστημα συμβόλων) και οδήγησε τελικά στην Υπολογιστική θεωρία του νου: Ο εγκέφαλος θεωρείται ως μια μηχανή (ή υπολογιστή) του οποίου η είσοδος και έξοδος μπορούν σαφώς να χαρακτηριστούν με όρους μαθηματικών συναρτήσεων (‘διαδικασία της σκέψης’) και του οποίου η βάση λειτουργίας χαρακτηρίζεται από σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος. Μόνο για λόγους πληρότητας, μπορούμε να προσθέσουμε ότι η χρήση των αξιωματικών συστημάτων για την περιγραφή του εγκεφαλικών λειτουργιών (υπολογιστική θεωρία του Νου) χωρίζεται σε δύο προσεγγίσεις: η συμβολική (formal) και η συνδεσιακή (connectionism). Η συνδεσιακή προσέγγιση υποστηρίζει ότι η νοημοσύνη αναδύεται από τις αλληλεπιδράσεις νευρικών δικτύων αλληλοσυνδεόμενων νευρώνων σε διάφορα επίπεδα (neural net). Η συμβολική προσέγγιση θεωρεί ότι οι αναπαραστάσεις (θεμελιώδεις έννοιες) είναι σύμβολα και ότι οι πολύπλοκες διαδικασίες σκέψης κτίζονται από τις στοιχειώδεις διαδικασίες επεξεργασίας συμβόλων (υπολογισμοί), που δεν είναι τίποτα άλλο από τους τυπικούς κανόνες (αλγόριθμοι).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι στην προσπάθεια για την εξήγηση του νου, πρέπει να αναλύσουμε δύο βασικές παραμέτρους: την έννοια και την διαδικασία της σκέψης. Η υπολογιστική θεωρία του νου (που ασπάζονται πολύ σύγχρονοι νευροεπιστήμονες) θεωρεί τις έννοιες ως σύμβολα-αναπαραστάσεις και τη διαδικασία της σκέψης ως ένα σύστημα κανόνων (αξιωματικό σύστημα). Ωστόσο, από την παραπάνω προσέγγιση προκύπτουν κάποια βασικά ζητούμενα μεταξύ των οποίων ξεχωρίζω τα εξής δύο:

1) Ποια είναι η φυσική βάση των θεμελιωδών εννοιών-εμπειριών, δεδομένου ότι επιθυμούμε να είμαστε συνεπείς με την φυσιοκρατική εξήγηση του νου και των νοητικών διαδικασιών. Υπάρχει, δηλαδή, ένα κύτταρο ή μία ομάδα κυττάρων στον εγκέφαλο ‘αφοσιωμένη’ στην αναπαράσταση μίας έννοιας; (αυτή η άποψη ονομάζεται «grand-mother cell» και αντιστοιχεί στα σύμβολα της υπολογιστικής θεωρίας του νου). Και αν ναι πόσα τέτοια κύτταρα (ή ομάδες κυττάρων) χρειαζόμαστε στην διάρκεια της ζωής του ανθρώπου για να αναπαραστήσουμε όλες τις έννοιες που υιοθετούμε? Ουσιαστικά δεν πρόκειται για ένα τόσο ‘αθώο’ ζήτημα: Η ταύτιση μιας θεμελιώδους εννοίας με ένα κύτταρο (ή ομάδα κυττάρων πάντα) έχει άμεσες επιπτώσεις και στην προσέγγιση που θα υιοθετήσουμε για την θεωρία του νου. Νευρώνες-αφοσιωμένοι για την αναπαράσταση μίας έννοιας είναι και η βάση της υπολογιστικής προσέγγισης του νου: εγκέφαλος με νευρώνες-έννοιες-σύμβολα που συνδέονται μεταξύ τους (κανόνες αξιωματικού συστήματος) για να δώσουνε το output.

Μήπως όμως τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά? Για να δεχτούμε την παραπάνω υπόθεση θα πρέπει να δεχτούμε ότι ικανή και αναγκαία συνθήκη για να συνειδητοποιήσω την έννοια ‘γιαγιά’ (εξού και το όνομα της παραπάνω θεωρίας) είναι να ‘ανάψει’ αυτό και μόνο αυτό το κύτταρο-σύμβολο. Από τεχνικής πλευράς, πειράματα που να δοκιμάζουν την παραπάνω υπόθεση δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν (ή τουλάχιστον δεν έχουν πραγματοποιηθεί) γιατί αν απομονώσουμε αυτό το κύτταρο μόνο του δεν έχουμε πια την οντότητα (άνθρωπο) να αντιληφθεί την έννοια ‘γιαγιά’!. Αλλά αυτό το ‘τεχνικό’ ζήτημα φαίνεται και να δείχνει την κύρια οπτική του προβλήματος: η έννοια ‘γιαγιά’ φαίνεται να είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης οντότητας και όχι ένα χωριστό σύμβολο. Θεωρώντας την «έννοια» διαφορετική από την «πληροφορία» (όπου στη πληροφορία δεν χρειάζεσαι ζωντανό φορέα αυτής), η έννοια φαίνεται να είναι μια προσωπική εμπειρία του ανθρώπου την συγκεκριμένη χρονική στιγμή και συνεπώς μόνο στο σύστημα-άνθρωπος έχει νόημα. Θεωρώ ότι ορθότερη είναι μια βιολογική θεώρηση του νευρώνα όχι σαν ένα στατικό σύστημα-σύμβολο, αλλά σαν μία μη-αυτοτελή οντότητα σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο (περιοχή του εγκεφάλου) αλλά και χρόνο. Τελικά το ίδιο το κύτταρο ίσως δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ‘μικρό’ χαώδες ασταθές δυναμικό σύστημα, μία αυτόνομη μονάδα οργάνωσης, που μπορεί και αυτό να αναλυθεί περαιτέρω σε ‘μικρά’ χαώδη δυναμικά σύστημα (συνάψεις, κυτταρόπλασμα, ρύθμιση γονιδιακής έκφρασης και φαινόμενα συναπτικής πλαστικότητας). Οι δυναμικές αλληλεπιδράσεις όλων αυτών των μονάδων, αλλά και άλλων σε διαφορετικές εγκεφαλικές περιοχές και τελικά με το ίδιο το περιβάλλον να δίνουν την αντίληψη της έννοιας ‘γιαγιάς’. Η έννοια αυτή όμως δεν έχει μόνο χωρική διάσταση αλλά και χρονική: μετά από 20 χρόνια η ‘γιαγιά’ θα σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που σημαίνει τώρα. Φαίνεται κάποιες έννοιες να είναι περισσότερο επιρρεπείς σε αλλαγές (π.χ. επιθυμητό φαγητό) σε σχέση με κάποιες άλλες (π.χ. φυσικοί νόμοι) χωρίς όμως να μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι και αυτές δεν θα τροποποιηθούν ποτέ. Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν θεωρώ ότι τα παραπάνω συνιστούν ολοκληρωμένη τεκμηρίωση της φυσικής υπόστασης των εννοιών: χρειάζεται ανάλυση των δυναμικών συστημάτων μέσα στα πλαίσια της συστημικής Βιολογίας, αλλά αυτό και πάλι ξεπερνά τους λόγους που γράφεται το παρόν κείμενο. Ας αφήσουμε συνεπώς κάποια ζητήματα να αιωρούνται και ας πάμε στη διερεύνηση του 2ο ζήτημα που προέκυψε, που επιβάλλεται ακόμα περισσότερο από τα ανωτέρω, καθώς οι έννοιες όπως ‘δυναμικό σύστημα’ και ‘αλληλεπιδράσεις’ απαιτούν περαιτέρω ανάλυση.

2) Ο ορθός λόγος και η αιτιότητα της σύγχρονης δυτικής σκέψης βρήκαν την έκφραση τους στις θεωρίες του νου μέσω των ‘τυπικών κανόνων’ ενός αξιωματικού συστήματος. Ας θέσουμε πρώτα πρώτα τον «συναισθηματικό» προβληματισμό για την αιτιότητα: Τι θα μπορούσε να σημαίνει η ελεύθερη βούληση μέσα σε αξιωματικό σύστημα κανόνων? Είναι δυνατόν να επιβεβαιώνουμε καθημερινά ότι το ένα γεγονός προκαλείται από το άλλο, αλλά εμείς μπορούμε να επιλέξουμε ελευθέρα κάποιο γεγονός? Και σε τελική ανάλυση τι σημαίνει η έννοια ανθρώπινη δημιουργικότητα σε ένα ντετερμινιστικό κόσμο? (δίλημμα του ντετερμινισμού).

Μία προσέγγιση που υιοθετείται από πολλούς περιλαμβάνει την θεώρηση της ελεύθερης βούλησης σαν μία αυταπάτη. Ένα κεντρικό ζήτημα στην θεωρία του Φρόιντ είναι ότι πρότεινε ότι κατά την διάρκεια της εξέλιξης ο άνθρωπος απέκτησε ένα επιπλέον χαρακτηριστικό: την συνειδητοποίηση του ‘εγώ’, κάτι που θα μπορούσαμε να το αναδιατυπώσουμε (ή τουλάχιστον έτσι όπως το καταλαβαίνω εγώ) ως η μεταγνώση του εαυτού μας. Αυτή η μεταγνώση έφερε μαζί της και διάφορες ‘αυταπάτες’ ή ‘ψευδαισθήσεις’ όπως η απόδοση στον εαυτό μας της ελεύθερης βούλησης.

Είναι προφανείς οι ατομικές και κοινωνικές συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από το αιτιοκρατικό μοντέλο. Και συγχρόνως φαντάζει πολύ δύσκολο να ανατραπεί η έννοια της αιτιότητας (που συγχρόνως κατά παράδοξο τρόπο αναιρεί την υπαιτιότητα!). Πως μπορούμε να παραμείνουμε συνεπείς στην έννοια της ελεύθερης κοινωνίας και της ντετερμινιστικής αντίληψης της φύσης χωρίς να καταλήξουμε στο δυισμό (ή μήπως δεν μπορούμε?);

Φαίνεται εδώ ότι η φυσική έχει να προτείνει ένα μονοπάτι στη φιλοσοφία του νου που μπορεί να οδηγήσει ίσως σε νέες προσεγγίσεις. Το μονοπάτι αυτό εμπλέκει και άλλες έννοιες, όπως η πιθανότητα και ο χρόνος. Γιατί η πιθανότητα? Γιατί η έννοια της πιθανότητας είναι αυτή που σπάει την αλυσίδα της αιτιότητας. Ακολουθώντας την αιτιοκρατική αντίληψη θεωρούμε ότι, δεδομένου των αρχικών συνθηκών και με τη χρήση ενός συστήματος κανόνων-νόμων, μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον αλλά και να ανασυνθέσουμε το παρελθόν. Δηλαδή, αν γνωρίζοντας το αποτέλεσμα αλλά και τους νόμους που οδήγησαν στο αποτέλεσμα μπορούμε να ανασυνθέσουμε τα αρχικά δεδομένα. Και εδώ βλέπουμε πως μπαίνει και η έννοια του χρόνου: σε ένα ντετερμινιστικό σύστημα ο χρόνος είναι συμμετρικός και αντιστρέψιμος. Όπως τα δεδομένα του παρελθόντος οδηγούν στην πρόβλεψη του μέλλοντος έτσι και δεδομένου του μέλλοντος μπορώ να ανασυνθέσω το παρελθόν. Αυτό βέβαια αποτελεί τη βάση της κλασσικής νευτώνειας Φυσικής, αλλά ο ντετερμινισμός και η αντιστρεψιμότητα στον χρόνο ισχύουν και στις σύγχρονες φυσικές, όπως η κβαντική μηχανική και η σχετικότητα. Ο Αϊνστάιν είχε αποδεχθεί τον αιτιοκρατικό κόσμο και θεωρούσε την ελευθερία μέρος του κόσμου των ψευδαισθήσεων.

Βασικό χαρακτηριστικών των προσεγγίσεων των φυσικών φαινόμενων είναι η μελέτη τους σε καταστάσεις ισορροπίας. Στην κλασσική φυσική, η μεταπήδηση από μια κατάσταση ισορροπίας σε μια άλλη συνιστά απλώς ένα μεταβατικό στάδιο για την επίτευξη της επιθυμητής ισορροπίας. Τι συμβαίνει, όμως, κατά αυτή τη μετάβαση? Προφανώς υπάρχουν συστήματα που χαρακτηρίζονται από κάποιους κανόνες-νόμους, όπως ο νόμος της βαρύτητας. Ωστόσο, το τι συμβαίνει σε συνθήκες ‘μακράν της ισορροπίας’, όταν το υπό μελέτη σύστημα είναι ένα ασταθές δυναμικό σύστημα, φαίνεται να αντιστέκεται σε χαρακτηρισμό από κανόνες-νόμους. Φαίνεται ότι η φυσική μακράν της ισορροπίας στα ασταθή δυναμικά συστήματα (που είναι διαφορετικά από το ντετερμινιστικό χάος) χαρακτηρίζονται από διακυμάνσεις, αστάθεια, πολλαπλές επιλογές και περιορισμένη προβλεψιμότητα (εξαιρετική ανάλυση αυτών των φαινόμενων επιχειρεί ο Νομπελίστας χημικός Ilya Prigogine). Τα συστήματα αυτά σε καταστάσεις ισορροπίας είναι ντετερμινιστικά, αλλά μακράν της ισορροπίας γίνονται πιθανοκρατικά, όπου κεντρικό ρόλο για την επίτευξη της νέας κατάστασης ισορροπίας διαδραματίζει η εμφάνιση δομών αυτοοργάνωσης. Ακόμα, στα ασταθή δυναμικά συστήματα αίρεται η συμμετρία του χρόνου, δηλαδή δεδομένου των αρχικών συνθηκών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πρόβλεψη του μέλλοντος. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι δεν αναφερόμαστε στην έννοια της πιθανότητας που οφείλεται σε άγνοια όλων των δεδομένων από τον παρατηρητή, αλλά σε καταστάσεις μακράν της ισορροπίας όπου η κατάσταση της καινούργιας ισορροπίας δεν μπορεί να προβλεφθεί. Συζητάμε για δυναμικές αστάθειας που η πιθανότητα αποκτά εγγενή χαρακτήρα του συστήματος και δεν μπορεί να αναχθεί σε όρους άγνοιας.

Ωστόσο, η έννοιες ‘δυναμική αστάθεια’ και ‘καταστάσεις μακράν της ισορροπίας’ φαίνεται να συνιστούν κενοί φυσικοί όροι: πρέπει να τους δώσουμε ένα περιεχόμενο για να μπορέσουμε να τις οικειοποιηθούμε και να τις εντάξουμε στο εννοιολογικό μας σύστημα. Από βιολογικής σκοπιάς, τι θα σήμαινε η αντιστρεψιμότητα στον χρόνο; Αν ίσχυε η ισοδυναμία παρελθόντος και μέλλοντος θα σήμαινε ότι θα μπορούσαμε, δυνητικά έστω, να αντιστρέψουμε τις διαδικασίες της εξέλιξης και να φτάσουμε στην αρχή της βιογένεσης. Σημειώνεται ότι ως εξέλιξη ορίζεται η μεταβολή οποιασδήποτε οντότητας στη διάρκεια του χρόνου. Στον ορίζοντα του εξελικτικού χρόνου, λοιπόν, προβάλλονται ετερογενή γεγονότα, μεταξύ των οποίων είναι η εξέλιξη του σύμπαντος, του περιβάλλοντος, η εξέλιξη των οργανισμών, η πολιτισμική εξέλιξη, η εξέλιξη της γλώσσας και ούτω καθεξής.

Η επιστήμη της εξέλιξης θεωρεί ότι το φαινόμενο της ζωής (ένα ασταθές δυναμικό σύστημα ίσως;) βασίζεται στη λεπτή ισορροπία μεταξύ της συντήρησης, της «τάξης» των μορφών και της απόκλισης, της «αταξίας». Στην εξελικτική βιολογία διαπιστώθηκε ότι περίοδοι γρήγορης εξέλιξης εναλλάσσονται με μεγάλες περιόδους σταθερότητας που ονομάζονται ‘στάσεις’. Δηλαδή, σε αντίθεση με τη φαινομενικά λογική, εξέλιξη των ειδών μέσα από βαθμιαία συσσώρευση αλλαγών, η ειδογένεση (δημιουργία νέων ειδών) θεωρείται ότι ακολουθεί ‘εστιγμένη πορεία’ (όπως διατυπώθηκε στην τελευταία μορφή της από τους εξελικτικούς βιολόγους Eldredge Gould, 1993). Συγκεκριμένα, υπάρχει σύντομη χρονικά περίοδος έξαρσης εμφάνισης καινοτομιών, σχετικά με μορφολογία των οργανισμών (μορφολογική απόκλιση) που ακολουθείται από την περίοδο που χαρακτηρίζεται από απόλυτη σταθερότητα. Φαίνεται, λοιπόν ότι η εναλλαγή μεταξύ καταστάσεων ισορροπίας δεν αφορά μονό την περιγραφή των φυσικών φαινόμενων έξω από τους οργανισμούς, αλλά και την ίδια τη ζωντανή ύλη (όπως και θα αναμενόταν). Η μετάβαση από μια κατάσταση ισορροπίας (είδος) σε ένα άλλο δεν πραγματώνεται στον εξελικτικό χρόνο με την βαθμιαία συσσώρευση αλλαγών, αλλά συνδέεται με περιόδους εκτεταμένης αστάθειας (π.χ. λόγω περιβαλλοντικών λόγων) που οδηγούν σε εμφάνιση νέων χαρακτηριστικών. Βλέπουμε, συνεπώς, ότι η πιθανή αδυναμία ανασύνθεσης όλων των εξελικτικών μηχανισμών (κανόνων του αξιωματικού συστήματος?) ώστε να φτάσουμε στην απαρχή της ειδογένεσης, μπορεί να μην έχει ως αιτία μόνο την άγνοια μας, τα ανεπαρκή δεδομένα, αλλά ούτε και τη συνεισφορά υπερφυσικών δυνάμεων: Η μετάβαση από τον ένα είδος σε κάποιο άλλο μπορεί να συνιστά μία κατάσταση ‘μακράν της ισορροπίας’ όπου η εμφάνιση νέων δομών αυτοοργάνωσης θα αποτελέσει και την απαρχή του νέου είδους.

Φαίνεται πια και η σύνδεση του πρώτου ζητήματος με το δεύτερο: οι έννοιες αναπαριστούν σταθερές καταστάσεις ισορροπίας αλλά η τροποποίησή τους, η μετάβασή τους σε μία άλλη κατάσταση (τροποποίηση εννοιών) δεν ακολουθεί ένα απλό σύστημα κανόνων, σύμφωνα με κάποιο αξιωματικό σύστημα κατά την υπολογιστική προσέγγιση του νου, που να μας επιτρέπουν την πρόβλεψη της νέας κατάστασης (έννοιας). Αντίθετα, υπάρχει η πιθανότητα η λειτουργία του εγκεφάλου να βασίζεται σε δύο εναλλασσόμενες καταστάσεις: την κατάσταση ισορροπίας που διέπεται από ντετερμινιστικούς νόμους και τις καταστάσεις μακράν της ισορροπίας που το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμα και αν γνωρίζουμε όλα τα δεδομένα.

Προφανώς, η ‘χρυσή τομή’ μεταξύ ενός αιτιοκρατικού και ενός τυχαίου κόσμου δεν αποτελεί και απάντηση ότι η ελεύθερη επιλογή υπάρχει. Σίγουρα, όμως, αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την απόρριψη μιας δυτικού τύπου αντίληψης του κόσμου ως τον μόνο δυνατά υπαρκτό και της σκέψης (αφού εντάσσεται μέσα στον κόσμο) ως ένα ντετερμινιστικό σύστημα. Η εμφάνιση πολλαπλών δυνατοτήτων (επιλογών???) δείχνει ότι ο κόσμος δεν θα μπορούσε να είναι μόνο έτσι, και αντίστοιχα η κοινωνία και τελικά η προσωπικότητα του καθενός…

Στο παρόν κείμενο έχουμε μπλέξει πάρα πολλές έννοιες: τι είναι μνήμη, επιστήμη, φιλοσοφία, τι είναι η έννοια, τα ασταθή δυναμικά συστήματα, ο χρόνος, αντιστρεψιμότητα, η σύναψη και η συνεισφορά της Εξελικτικής Βιολογίας! Κάθε μια έννοια απαιτεί ανάλυση και τεκμηριωμένη συσχέτιση με τις διαδικασίες του νου, αν βέβαια βρεθεί κάποια τέτοια συσχέτιση! Στόχος λοιπόν του κειμένου αυτού δεν είναι σε καμιά περίπτωση να τεκμηριώσει το νου ως ένα ασταθές δυναμικό σύστημα, απλά θέτει κάποια ερώτημα και προσεγγίσεις που θεωρώ ότι συνιστούν την βάση για μια φυσιοκρατική αλλά όχι ντετερμινιστική προσέγγιση του νου και του κόσμου.

ν.π.

  Πηγήhttp://dialogikoimonologoi.wordpress.com/

Αντικλείδι , http://antikleidi.com/

 

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε