Για τί πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την ψυχή; (Tom Robins)

«Γιατί πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την ψυχή; Παρ’ όλα όσα λέει η σχετική λαϊκή κουλτούρα, η ψυχή δεν είναι μία παχύσαρκη τραγουδίστρια ναϊτκλάμπ

«Γιατί πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την ψυχή; Παρ’ όλα όσα λέει η σχετική λαϊκή κουλτούρα, η ψυχή δεν είναι μία παχύσαρκη τραγουδίστρια ναϊτκλάμπ που βασανίζεται από κάποιον έρωτα στο Ντιτρόιτ. Η ψυχή δεν τριγυρίζει σε κάποιο κουρείο του Μέμφις, δεν τρώει γατόψαρα για βραδινό και δεν έχει ένα τριανταοχτάρι Σπέσιαλ στο συρτάρι με τα εσώρουχά της. Οι δοκιμασίες και η εκκεντρική ζωή μπορεί να «ψήσουν» την ψυχή, αυτό είναι αλήθεια, αλλά η μαγιά που την κάνει να φουσκώνει είναι η χαρά.

 

«Από την άλλη μεριά, [..] η ψυχή σαφώς δεν είναι κάποιος χλομός ατμός που αναδίνεται υπό μορφήν αναθυμιάσεων από έναν κουβά μεταφυσικού, ξηρού πάγου. Παρ’ όλους τους εκτοπλασματικούς συνειρμούς της, διαψεύδει συστηματικά εκείνους που τη φαντάζονται σαν ένα κύμα ιερού μετεωρισμού ή ένα λαμπύρισμα αερίων του προσωπικού μας βάλτου.

 

Η ψυχή δεν είναι καν το Μεγάλο Τζακποτ για το οποίο μαλώνουν ο Θεός και ο Σατανάς όταν τα σκουλήκια έχουν πια γλείψει τα κόκαλά μας. Γι’ αυτό, όταν αναρωτιόμαστε—κάτι που κάνουμε όλοι μας αργά ή γρήγορα—τι ακριβώς θα’ πρεπε να κάνουμε για την ψυχή μας, η θρησκεία είναι με το συμβατικό αλλά όχι και το κατάλληλο μέρος για να στραφούμε.

 

Η θρησκεία δεν είναι τίποτε άλλο από μία δοσοληψία, κατά την οποία ταλαιπωρημένοι άνθρωποι εμπορεύονται την ψυχή τους για μία πρόσκαιρη ψυχολογική παρηγοριά που είναι σκέτη ψευδαίσθηση: το γνωστό σύστημα «απαρνήσου κάτι για να το σώσεις». Οι θρησκείες προσπαθούν να μας πείσουν ότι η ψυχή είναι το υπέρτατο οικογενειακό κειμήλιο και ότι, με αντάλλαγμα την τυφλή υπακοή μας, μπορούν να μας το φυλάξουν στα χρηματοκιβώτιά τους ή τουλάχιστον να μας το ασφαλίσουν για φωτιά και για κλοπή. Κάνουν λάθος.

 

[…] «Φανταστείτε την σαν ένα τρένο. Ναι, ένα μεγάλο, μοναχικό, εμπορικό τρένο που τρέχει μουγκρίζοντας από γενιά σε γενιά, κάποιο αιώνιο βροχερό πρωινό: τα βαγόνια του είναι φορτωμένα με αναστεναγμούς και γέλια, οι αλήτες του είναι άγγελοι, ο μηχανικός του είναι η ντάμα μπαστούνι—και η ντάμα μπαστούνι είναι αχαλίνωτη! Τουουου τουουου! Ακούστε τη θεϊκή σειρήνα του.» […] «Ο προορισμός του τρένου είναι η θεότητα, αλλά σταματά στο Μπιγκ Μπανγκ, στον οργασμό και σε εκείνη την τρύπα στο φράχτη απ’ όπου μπαίνει η αλεπού, πίσω από τον στάβλο. Είναι ταυτόχρονα τοπικό και εξπρές, αλλά δεν μεταφέρει όπλα και, σίγουρα, δεν εκτελεί κάποια βαρετή αποστολή ρουτίνας.»

 

[…] «Μπορεί να γίνομαι υπερβολικός, ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό. Ας το δούμε ως εξής το πράγμα, φίλοι μου: κατά πάσα πιθανότητα, η ψυχή δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αυθεντική δόνηση της βιόσφαιρας καταγεγραμμένη και ενισχυμένη μέσα στο ανθρώπινο αισθητήριο. Φανταστείτε την κάπως σαν εκείνο το άμορφο νέφος της απροσδιόριστης ενέργειας που παράγεται όταν το ανθρώπινο συναίσθημα και η ανθρώπινη νοημοσύνη αλληλεπιδρούν με το ευρύτερο σώμα της φύσης.»

 

«Και σε τι διαφέρει η ψυχή από το πνεύμα;» μάλλον θα αναρωτιέστε» […] «Ε, λοιπόν, η ψυχή έχει πιο σκούρο χρώμα, πιο πυκνό όγκο, πιο αλμυρή γεύση, πιο τραχιά υφή από το πνεύμα, ενώ τείνει επίσης να έχει περισσότερο μητρικό παρά πατρικό χαρακτήρα. Η ψυχή συνδέεται με τη Μητέρα Γη, όπως το πνεύμα συνδέεται με τον Πατέρα Ουρανό. Φυσικά, οι μητέρες και οι πατέρες έχουν μία προδιάθεση προς τη συνουσία, και σε αυτή την ανάμεικτη κατάσταση συχνά είναι δύσκολα να ξεχωρίσεις την ψυχή από το πνεύμα.

 

Γενικά αν το πνεύμα είναι ο αγωγός καθαρού αέρα και ο κρυφός φωτισμός μέσα στο σπίτι της συνειδητότητας, αν το πνεύμα είναι το ηλεκτρικό σύστημα που φωτίζει αυτό το σπίτι, τότε η ψυχή είναι το καπνισμένο τζάκι, ο μυρωδάτος φούρνος, το σκονισμένο κελάρι των κρασιών, οι παράξενοι τριγμοί που ακούμε στο πάτωμα αργά τη νύχτα.

 

«Είναι κάπως κλισέ να το λες, αλλά όταν σκέφτεσαι την ψυχή πρέπει να σκέφτεσαι πράγματα που είναι αυθεντικά και βαθιά. Οτιδήποτε επιφανειακό, δεν είναι της ψυχής. Οτιδήποτε τεχνητό, μιμητικό ή υπερβολικά εκλεπτυσμένο, δεν είναι της ψυχής. Το ξύλο έχει ισχυρότερη σύνδεση με την ψυχή από το πλαστικό, αν και, παραδόξως, χάρη στην ανθρώπινη παρέμβαση, ένα γραφικό ξύλινο τραπέζι ή καρέκλα μπορεί μερικές φορές να έχει περισσότερη ψυχή από την ψυχή ενός ζωντανού δέντρου.»

 

[..] Τελικά, ίσως θα πρέπει απλώς να φανταστούμε ένα ανέκδοτο, ένα μεγάλο ανέκδοτο που κάποιος το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά, με μια προφορά πολύ δυσνόητη και παράξενη για να το καταλάβουμε ποτέ τελείως. Η ζωή είναι αυτό το ανέκδοτο, φίλοι μου. Η ψυχή είναι η κατακλείδα, η αστεία φράση στο τέλος του.»

 

[…] «Ας μη χαράξουμε αυτό το τελευταίο σχόλιο σε πέτρα, εντάξει; Μπορεί να είναι μεγάλη σοφία, μπορεί να είναι και σκέτα φούμαρα. Η διαχωριστική γραμμή συχνά είναι λεπτή.»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς, «Βίλα Ινκόγκνιτο» : «Όπως πάντα, ο λόγος του Ρόμπινς είναι αστείος, σοφός, προκλητικός, ερωτικός, λυρικός και ατίθασος. Οι παλιοί του αναγνώστες θα ενθουσιαστούν, οι καινούργιοι θα μείνουν κατάπληκτοι». Φανταστείτε τρεις Αμερικανούς αγνοούμενους που προτίμησαν να παραμείνουν αγνοούμενοι, μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Φανταστείτε τέσσερις γενιές δυναμικών και όμορφων γυναικών που έχουν κάτι σαν μυστηριώδη σύνδεση με μια αλλόκοτη φιγούρα του ιαπωνικού φοκλόρ.

 

Φανταστείτε τα αυτά (μην προσπαθήσετε καν να φανταστείτε την ιστορία αγάπης που αφηγείται ο συγγραφέας) και θα έχετε μια γεύση από το όγδοο και ίσως πιο καλογραμμένο μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς -ένα έργο τόσο σύγχρονο όσο οι διεθνείς συγκρούσεις του καιρού μας.

 

Σε ένα επίπεδο, αυτό το βιβλίο αναφέρεται στην ταυτότητα, στις μάσκες και στις μεταμφιέσεις -»το ψεύτικο μουστάκι του κόσμου». Όμως, ούτε η καταχνιά του Λάος, ούτε τα καυσαέρια της Μπανγκόγκ, ούτε τα σύννεφα του Σιάτλ, ούτε η ομίχλη του Σαν Φραντζίσκο, ούτε οι ζοφερές δραστηριότητες των μυστικών υπηρεσιών, ούτε οι μασκαράτες του τσίρκου δεν μπορούν να επισκιάσουν τους γλωσσικούς σπινθηρισμούς που φωτίζουν τις σελίδες της «Βίλας Ινκόγκνιτο».

 

Μια αναγνώστρια έγραψε κάποτε στον Τομ Ρόμπινς: «τα βιβλία σου με κάνουν να σκέφτομαι, με κάνουν να γελώ, με κάνουν να ανάβω, με κάνουν να νιώθω το θαύμα της ζωής». Η «Βίλα Ινκόγκνιτο» σίγουρα θα προκαλέσει παρόμοιες αντιδράσεις σε πολλούς αναγνώστες, γιατί με τον αχαλίνωτο και διασκεδαστικό της τρόπο υμνεί την ίδια την ύπαρξη ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί τις ιδέες μας γι’ αυτή.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε