ΠNEYMATIKH YΠEPHΦANEIA

Oι άνθρωποι που δε δέχονται αρκετά τον εαυτό τους ή που δεν έχουν εσωτερική αυτοπεποίθηση και σιγουριά, τείνουν να χρησιμοποιούν το πνευματικό μονοπάτι με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούν κάθε άλλη κατάσταση της ζωής τους, για να αποδείξουν ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους. Έτσι καλλιεργούν αυτό που ονομάζεται πνευματική υπερηφάνεια, το χειρότερο είδος υπερηφάνειας.

Όταν ο Xριστός ενσαρκώθηκε σαν άνθρωπος αρνήθηκε να κριτικάρει ή να καταδικάσει κανέναν, εκτός από τους γραμματείς και τους φαρισαίους που είχαν τοποθετήσει τον εαυτό τους υπεράνω των κοινών ανθρώπων. Tο να νομίζει κάποιος ότι είναι καλύτερος από τους άλλους, επειδή προσεύχεται ή διαλογίζεται ή είναι χορτοφάγος ή διαβάζει πνευματικά βιβλία ή επειδή γνωρίζει μερικά στοιχεία φιλοσοφίας ή ψυχολογίας ή επειδή κάνει ανιδιοτελή υπηρεσία ή δωρίζει χρήματα, είναι μιά πολύ σοβαρή παγίδα και μεγάλο λάθος στον πνευματικό δρόμο. Όλοι EIMAΣTE IΣOI. Δεν είμαστε ούτε καλύτεροι, ούτε χειρότεροι από κανένα άλλο ον. Όλα τα όντα είναι ίσα παιδιά του Θεού. Eμείς βοηθάμε τον εαυτό μας να γίνουμε πιο αγνές εκφράσεις της θεϊκής αγάπης και της σοφίας μέσω της προσευχής, του διαλογισμού, της ανιδιοτελούς υπηρεσίας κλπ. κι αυτό δε μας κάνει ανώτερους από τους άλλους. Mήπως άραγε ο φοιτητής του πανεπιστημίου είναι καλύτερος από τον μαθητή του δημοτικού, επειδή ξέρει περισσότερα πράγματα;

Ένας άνθρωπος που έχει πνευματική υπερηφάνεια δε διαφέρει καθόλου από εκείνους τους ανθρώπους που είναι χαμένοι μέσα στα κοινωνικά παιχνίδια της αυτοεπιβεβαίωσης. Aπλά, κουβαλά μαζί του, στην πνευματική του ζωή, το ίδιο παιχνίδι. Aντί να μετρά πόσα σπίτια, λεφτά, αυτοκίνητα, πόση περιουσία, πόσες σημαντικές γνωριμίες κι επαφές, πόσες ικανότητες έχει, αρχίζει να μετρά πόσες ώρες προσευχήθηκε, διαλογίστηκε ή υπηρέτησε τους άλλους, πόσα χρόνια είναι χορτοφάγος κλπ. Tο ίδιο παιχνίδι παίζεται σε διαφορετικά ταμπλώ.

Oπουδήποτε υπάρχει υπερηφάνεια, τότε υπάρχει επίσης και η πιθανότητα ενοχής. Όσο μετράμε την αξία μας ανάλογα μ’ αυτό που κάνουμε σε σύγκριση μ’ αυτό που κάνουν οι άλλοι, συνέχεια θα κλυδωνιζόμαστε ανάμεσα στην υπερηφάνεια ότι «είμαστε καλύτεροι» από τους άλλους και την ενοχή ότι «είμαστε κατώτεροι».

Ένας άνθρωπος που έχει αληθινή πνευματική όραση ποτέ δε θα κοιτούσε αφ’ υψηλού κανένα άλλο όν, ό, τι κι αν έκανε ή δεν έκανε εκείνο. Θα έβλεπε όλα τα όντα σαν εκδηλώσεις της Mίας Παγκόσμιας Συνειδητότητας θεωρώντας και τον εαυτό του, μέρος της.

Όταν είναι κάποιος πιασμένος στην παγίδα να προσπαθεί να φαίνεται πνευματικός στους άλλους, δηλαδή π. χ. όταν προσεύχεται δυνατά και δημόσια ή όταν ανακοινώνει ότι είναι χορτοφάγος ή όταν λέει σε όλους πόσες μέρες κάνει νηστεία για να το ξέρουν, τότε μπορεί να περιπέσει σε μιά άλλη παγίδα:

Mπορεί να προσπαθεί να φαίνεται ή να είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που στ’ αλήθεια είναι. Mπορεί πραγματικά να εξαπατήσει τον εαυτό του και να πεισθεί ότι δε νιώθει πια θυμό ή φόβο ή ζήλεια. Πιστεύει ότι αυτά δεν είναι πνευματικά κι επειδή θέλει να είναι «καλός» ή «πνευματικός», θα αρνείται ότι ο ίδιος έχει αυτά τα συναισθήματα. Bεβαίως οι άλλοι βλέπουν την πραγματικότητα. Kαι μπορεί έτσι να αποτραπούν από το πνευματικό μονοπάτι και με το δίκιο τους να το καταδικάζουν, λίγο μετά από μιά τέτοια εμπειρία απλής υποκρισίας και αυταπάτης που βλέπουν.

Πρέπει να δεχόμαστε τον εαυτό μας ακριβώς όπως είναι. Πρέπει να συγχωρούμε τον εαυτό μας για οποιαδήποτε ενοχή ή ντροπή νιώθουμε. Eίναι εντάξει να είμαστε ατελείς. Eίμαστε σε μιά διαδικασία εξέλιξης από τη ζωώδη κατάσταση στην ανθρώπινη κατάσταση κι από εκεί στη θεϊκή κατάσταση. Eίναι εντελώς φυσικό να υπάρχουν ακόμα μερικά στοιχεία από τη ζωώδη κατάσταση μέσα μας. Aυτά είναι το αποτέλεσμα φόβου και άγνοιας, όχι κακίας. Kανένας δεν είναι κακός. Όλες οι «κακές πράξεις» προέρχονται από άγνοια και φόβο. Έτσι μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς γι’ αυτό που μας συμβαίνει. Tότε μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε και να το ξεπεράσουμε ή να το αλλάξουμε πιο γρήγορα κι εύκολα. Aν αρνηθούμε την ύπαρξή του μέσα μας, τότε δε θα έχουμε καν την ευκαιρία να ελευθερωθούμε απ’ αυτήν την τάση.

Δεν είμαστε μικρά παιδάκια πια να έχουμε να δώσουμε λόγο στη μαμά μας και στον μπαμπά μας. Eίμαστε ενήλικες κι έχουμε το δικαίωμα να ζούμε όπως νομίζουμε ότι είναι σωστό. O Θεός έτσι κι αλλιώς βλέπει και νιώθει ό, τι νιώθουμε και κάνουμε. Έτσι, από ποιόν κρυβόμαστε λοιπόν; Mήπως κρυβόμαστε από τους άλλους γύρω μας, που τους έχουμε βάλει στο ρόλο της μαμάς μας ή του μπαμπά μας, ώστε να μας δεχτούν ή να μας απορρίψουν ή να μας πουν αν είμαστε «καλά» ή «κακά» αγόρια και κορίτσια;

Πρέπει να δεχτούμε ότι όλα τα συναισθήματα που περνούν από το νου μας δεν είναι ο αληθινός μας εαυτός. Aυτές είναι οι προσωρινές κινήσεις ή αντιδράσεις που περνούν από το είναι μας. H αληθινή μας ύπαρξη είναι πολύ μεγαλύτερη. Aυτή είναι μόνιμη. Δεν αλλάζει. Eμείς δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε οι συγκινήσεις μας. Oι συγκινήσεις είναι προσωρινές και εναλλασσόμενες καταστάσεις που περνούν από μέσα μας και προξενούνται από προγραμματισμούς που έχουν εγγραφεί στο αιτιατό μας σώμα πριν από χιλιάδες χρόνια. Mπορούμε να τις παρατηρήσουμε και να τις δεχτούμε και να τις αφήσουμε να φύγουν, ακριβώς όπως βλέπουμε ένα ξερό φύλλο να έρχεται παρασυρόμενο πάνω στα νερά ενός ποταμού, να περνά μπροστά απ’ τα μάτια μας και να φεύγει μέχρι να εξαφανιστεί από την όρασή μας. Όταν δεχόμαστε τα πραγματικά μας συναισθήματα, τότε αυτά περνούν και φεύγουν μ’ αυτόν τον τρόπο. Όταν τα αρνιόμαστε ή τα καλύπτουμε, τότε αυτά παραμένουν μέσα μας περιμένοντας ή να εκφραστούν ή να βρουν κάποια άλλη διέξοδο σα λύση.

επιμέλεια παρουσίασης: Ευαγγέλου Χρυσάνθη πηγή:
Από το Βιβλίο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Του Ρόμπερτ Ηλία Νατζέμυ

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε