Τα περισσότερα μικρά παιδιά διακατέχονται από αρχαϊκά πρότυπα σκέψεων: Πιστεύουν ότι τα ανθρώπινα αλλά και τα ζωώδη χαρακτηριστικά είναι έμφυτα. Αυτού του είδους η σκέψη μπορεί να τα οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι χαρακτηριστικά όπως η μητρική γλώσσα και οι προτιμήσεις των ενδυμάτων είναι εγγενή και όχι επίκτητα. Μια νέα μελέτη όμως, δείχνει ότι ορισμένα δίγλωσσα παιδιά είναι πιο πιθανό να καταλάβουν ότι η προσωπικότητα του ατόμου πλάθεται μέσα από τη μάθηση, παρά το ότι ο άνθρωπος γεννιέται με συγκεκριμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Concordia University, η διγλωσσία στην προσχολική ηλικία μπορεί να αλλάξει σημαντικά τις πεποιθήσεις ενός παιδιού για τον κόσμο.

Σε αντίθεση με τα μονόγλωσσα παιδιά, τα παιδιά που έρχονται σε επαφή με περισσότερες από μια γλώσσες μετά την ηλικία των τριών ετών, πιστεύουν ότι τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου είναι περισσότερο αποτέλεσμα εμπειριών παρά κάτι με το οποίο έχουν γεννηθεί.

Για τη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Developmental Science, οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά 48 παιδιά, πέντε και έξι ετών. Τα παιδιά ήταν μια μίξη μονόγλωσσων, ταυτόχρονα δίγλωσσων (μάθαιναν δυο γλώσσες συγχρόνως) και διαδοχικά δίγλωσσων (μάθαιναν μία γλώσσα πρώτα και έπειτα τη δεύτερη).

Τα παιδιά άκουγαν ιστορίες για μωρά που γεννήθηκαν από Αγγλόφωνους γονείς και υιοθετήθηκαν από Ιταλούς και για πάπιες που μεγάλωσαν με σκύλους.

Στη συνέχεια, τα ρώτησαν εάν τα παιδιά αυτά θα μιλούσαν αγγλικά ή ιταλικά όταν μεγάλωναν και εάν τα μικρά παπάκια θα πάπαζαν ή θα γάβγιζαν. Τα παιδιά ρωτήθηκαν εάν τα μικρά που γεννήθηκαν από πάπιες θα είχαν φτερά ή γούνα.

«Προβλέψαμε ότι η προσωπική εμπειρία εκμάθησης γλωσσών, των διαδοχικά δίγλωσσων παιδιών, θα τους βοηθούσε στο να κατανοήσουν ότι η ανθρώπινη γλώσσα στην πραγματικότητα μαθαίνεται, αλλά ότι όλα τα παιδιά θα περίμεναν άλλα χαρακτηριστικά, όπως οι ήχοι των ζώων και τα φυσικά χαρακτηριστικά να είναι έμφυτα», δήλωσε η καθηγήτρια ψυχολογίας Dr. Krista Byers-Heinlein, μέλος του Κέντρου Έρευνας Ανθρώπινης Ανάπτυξης.

Η Byers-Heinlein και οι συνεργάτες της, εξεπλάγησαν από τα αποτελέσματα. Τα διαδοχικά δίγλωσσα παιδιά, πράγματι, δείχνουν μειωμένα αρχαϊκά πρότυπα σκέψεων και πεποιθήσεων σχετικά με τη γλώσσα – ήξεραν ότι ένα μωρό που μεγάλωνε με Ιταλούς θα μιλούσε ιταλικά.

Αλλά ήταν επίσης πιθανότερο να πιστεύουν ότι τα φυσικά χαρακτηριστικά και οι ήχοι ενός ζώου μαθαίνονται μέσα από την εμπειρία, ότι μια πάπια που τη μεγάλωναν σκυλιά θα γάβγιζε και θα έτρεχε αντί να παπάζει και να πετάει.

«Και τα μονόγλωσσα παιδιά και τα παιδιά που μάθαιναν αργότερα μια γλώσσα έδειξαν κάποια σφάλματα στον τρόπο σκέψης τους, αλλά κάθε ομάδα έκανε διαφορετικού είδους λάθη. Τα μονόγλωσσα παιδιά ήταν περισσότερο πιθανό να σκεφτούν ότι όλα είναι έμφυτα, ενώ τα δίγλωσσα παιδιά ήταν περισσότερο πιθανό να πιστεύουν ότι όλα είναι αποτέλεσμα μάθησης», είπε η Byers-Heinlein.

«Τα συστηματικά σφάλματα των παιδιών προκαλούν το ενδιαφέρον των ψυχολόγων, επειδή μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη διαδικασία της ανάπτυξης. Τα αποτελέσματά μας, παρέχουν μια εντυπωσιακή επίδειξη ότι η καθημερινή εμπειρία σε έναν τομέα – την εκμάθηση γλώσσας – μπορεί να αλλάξει τις πεποιθήσεις των παιδιών γύρω από ένα ευρύ φάσμα τομέων, μειώνοντας τα αρχαϊκά πρότυπα σκέψης και τις προκαταλήψεις των παιδιών».

Η μελέτη έχει σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις διότι οι ενήλικες που έχουν ισχυρότερες αρχαϊκά πρότυπα σκέψης είναι περισσότερο πιθανό να αποδίδουν στους άλλους στερεότυπα και να έχουν προκατειλημμένες συμπεριφορές.

«Το εύρημά μας ότι η διγλωσσία μειώνει τα αρχαϊκά πρότυπα σκέψης και πεποιθήσεις, αυξάνει την πιθανότητα ότι η πρώιμη εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση της αποδοχής της ανθρώπινης κοινωνικής και φυσικής ποικιλομορφίας», δήλωσε η Byers-Heinlein.

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε