,

7 λόγοι που αποκτάμε ολοένα και περισσότερα προβλήματα με τον μεταβολισμό μας

Το σύνολο των θερμίδων, το είδος των τροφίμων που καταναλώνουμε, η μείωση των δαπανών και η απώλεια της προσωπικής μας ακεραιότητας είναι οι βασικότεροι

Το σύνολο των θερμίδων, το είδος των τροφίμων που καταναλώνουμε, η μείωση των δαπανών και η απώλεια της προσωπικής μας ακεραιότητας είναι οι βασικότεροι παράγοντες της σημερινής κουλτούρας. Λόγω της φύσης των διαταραχών του μεταβολισμού περισσότεροι άνθρωποι παρά ποτέ αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα στην απώλεια του περιττού βάρους και τη διατήρηση του σωστού.

1. Δεν λαμβάνουμε ισορροπημένες και καλής ποιότητας πρωτεΐνες

Η πρόσληψη πρωτεϊνών δεν επηρεάζει τη συσσώρευση λίπους, αλλά μπορεί να αλλάξει τον μεταβολισμό της ενέργειας, ισχυρίζονται οι ερευνητές. Οι πρόγονοί μας κατανάλωναν πολύ περισσότερες πρωτεΐνες και αυτός ίσως είναι ένας από τους λόγους που υπάρχουν τόσο δραματικές αλλαγές στον μεταβολικό ρυθμό.

Οι πρωτεΐνες είναι ένα από τα πιο χορταστικά μακροθρεπτικά συστατικά. Αν φάτε ένα ντόνατ για πρωινό, 2 ώρες αργότερα θα θέλετε να φάτε ένα σνακ. Αν όμως φάτε αυγά ή ασπράδια αυγών θα κρατηθείτε μέχρι το μεσημεριανό σας γεύμα πριν ξαναπεινάσετε. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό γενικής ιατρικής «JAMA» αναφέρει ότι από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού οι θερμίδες συμβάλλουν στην αύξηση του σωματικού λίπους. Αντιθέτως, οι πρωτεΐνες συμβάλλουν στις αλλαγές στην καύση ενέργειας και άλιπης μάζας, αλλά δεν παίζουν ρόλο στην αύξηση του λίπους του σώματος.

2. Αμφιταλαντευόμαστε συνεχώς σε σχέση με την κατανάλωση λίπους και ζάχαρης

Οι θερμίδες από διαφορετικές πηγές έχουν και διαφορετικές επιδράσεις στο σώμα με τις θερμίδες από υδατάνθρακες να είναι πιο πιθανό να ενισχύουν την αύξηση του σωματικού βάρους. Δεν είναι μόνο η θεωρία των θερμίδων που δέχεται αμφισβήτηση, αλλά τα στοιχεία που εμφανίζονται δείχνουν ότι η μείωση του λίπους δεν ελαττώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

Ένα από τα προβλήματα είναι η ύπαρξη συνεχούς αντίστροφης συσχέτισης του ποσοστού της ενέργειας που προέρχεται από τα λίπη και τα σάκχαρα. Μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Critical Reviews in Food Science and Nutrition» έδειξε γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τη συμβουλή να μειώσουν την κατανάλωση λίπους και ζάχαρης ταυτοχρόνως, ένα φαινόμενο γνωστό ως αμφιταλάντευση κατανάλωσης ζάχαρης – λίπους.

Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη αφού προηγούμενες μελέτες όπως μια μελέτη διάρκειας 2 ετών που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Diabetologia» έδειξε ότι τα τρόφιμα με πολλά λιπαρά και λίγους υδατάνθρακες έχουν καλύτερη επίδραση στα επίπεδα σακχάρου και τα λιπίδια του αίματος. Παρά την αυξημένη πρόσληψη λίπους με μεγαλύτερο ποσοστό κορεσμένων λιπαρών οξέων, οι λιποπρωτεΐνες δεν αυξήθηκαν. Το αντίθετο μάλιστα, η HDL ή «καλή» χοληστερίνη αυξήθηκε από μια διατροφή υψηλή σε λιπαρά.

3. Δεν τρώμε σωστά

Ο δρ George Bray από το Ερευνητικό Κέντρο Βιοϊατρικής Πένινγκτον εξηγεί ότι αν και πολλοί άνθρωποι είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων με κανονικό βάρος που παρά την υπερκατανάλωση τροφής δεν γίνονται ούτε υπέρβαροι ούτε παχύσαρκοι. «Οι διαφορές αυτές αντανακλούν τις διαφορές στον τρόπο που τα συγκεκριμένα άτομα χειρίζονται τα τρόφιμα που καταναλώνουν κάθε μέρα κατά τη διάρκεια αύξησης και απώλειας σωματικού βάρους», υποστηρίζουν οι ερευνητές σημειώνοντας ότι «Η αντίληψη ότι όσοι τρώνε περισσότερο αυξάνουν το βάρος τους είναι κάτι εντελώς εξατομικευμένο κι έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της ιατρικής επιστήμης εδώ κι έναν αιώνα».

Το πρωινό και το μεσημεριανό πρέπει να αποτελούν τα κυρίως γεύματα ενώ το δείπνο θα πρέπει να είναι ελαφρύ. Οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται ότι κάνουν το αντίθετο. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο, οι οποίοι δεν παίρνουν βάρος, ακολουθούν ένα εξαιρετικό πρόγραμμα ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης και ποτέ δεν καταναλώνουν βαριά γεύματα το βράδυ.

4. Δεν καίμε περισσότερη ενέργεια καθώς μεγαλώνουμε

Εκείνοι που φαίνεται ότι καταναλώνουν μεγαλύτερη ποσότητα τροφής και έχουν αύξηση βάρους είναι πιθανό να αυξάνουν την καύση ενέργειας μέσω κάποιας σωματικής δραστηριότητας είτε στον χώρο εργασίας είτε με γυμναστική.

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι αυτό το φαινόμενο μπορεί να οφείλεται στη σύνθεση των μακροθρεπτικών συστατικών και την αντίδραση στην υπερβολική κατανάλωση τροφής, με διάφορες μελέτες σε ανθρώπους να υποστηρίζουν την άποψη ότι όσοι ακολουθούν μια διατροφή είτε υψηλή είτε χαμηλή σε πρωτεΐνες έχουν λιγότερο «αποδοτικό» μεταβολισμό σε σύγκριση με μια διατροφή με μέτρια πρόσληψη πρωτεϊνών.

Η δρ Samantha Thomas αναφέρει τα εξής: «Τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξάνονται συνεχώς διότι ρίξαμε όλη την ευθύνη στους ανθρώπους, είμαστε όμως απρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τις επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος, όπως είναι οι εταιρείες φαστ φουντ, οι εταιρείες αναψυκτικών, ακόμη και οι πολεοδόμοι που σχεδιάζουν καινούριες περιοχές χωρίς αυλές ή παιδικές χαρές».

5. Τα επεξεργασμένα έλαια και δημητριακά βρίσκονται σε περισσότερο από το 95% των τροφίμων μας

Περίπου το 70% του συνόλου των θερμίδων στη δυτική διατροφή προέρχεται από έναν συνδυασμό των ακόλουθων 4 τροφίμων: σιτάρι, γαλακτοκομικά προϊόντα, σόγια και καλαμπόκι, υποθέτοντας ότι αποκλείουμε από τις θερμίδες τη ζάχαρη. Το πρόβλημα είναι ότι όλα τα παραπάνω δεν ωφελούν με κανένα τρόπο την υγεία μας.

Αν ίσχυε το γεγονός ότι οι 4 αυτές τροφές ωφελούν την υγεία μας, οι λαοί που καταναλώνουν ψωμί ολικής αλέσεως, γάλα σόγιας, τυρί και σνακ καλαμποκιού θα είχαν την καλύτερη υγεία σε ολόκληρο τον κόσμο. Αντιθέτως, παρά την τεράστια ποσότητα θερμίδων που προσλαμβάνονται από αυτές τις δήθεν υγιεινές τροφές «Ίσως αποτελούμε τους πιο υποσιτισμένους και άρρωστους ανθρώπους στον πλανήτη σήμερα».

Όλα τα παραπάνω τρόφιμα είναι τοξικά για τον ανθρώπινο μεταβολισμό. Σύμφωνα με τον δρα William Davis, καρδιολόγο, συγγραφέα και κορυφαίο ειδικό στο σιτάρι, το σιτάρι όντως αποτελεί το τέλειο χρόνιο δηλητήριο. Η σόγια είναι εξίσου επικίνδυνη για την υγεία μας. Στην πραγματικότητα, εκτός από τη ζάχαρη, η σόγια και το σιτάρι είναι τα 2 πιο καταστροφικά θρεπτικά συστατικά που επηρεάζουν το βάρος και την υγεία σε ολόκληρο τον κόσμο.

Τα επεξεργασμένα έλαια έχουν εκτινάξει στα ύψη την τοξικότητα των ωμέγα-6 λιπαρών οξέων. Όχι μόνο η ελαιοκράμβη, αλλά και το έλαιο σόγιας και καλαμποκιού προέρχονται πλέον από γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, αλλά η επεξεργασία τους είναι ακόμα πιο τοξική για τον ανθρώπινο μεταβολισμό. Η σύγχρονη επεξεργασία των ελαίων είναι διαφορετική, αφού αρχικά γινόταν επεξεργασία σε πιο απλά έλαια, όπως το ελαιόλαδο και το βούτυρο.

6. Καταναλώνουμε υπερβολική ποσότητα ζάχαρης

Οι Αμερικανοί έχουν γίνει ιδιαίτερα τακτικοί καταναλωτές ζάχαρης και τροφίμων ή ποτών που την περιέχουν. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση γλυκαντικών ουσιών (επί ξηρού βάρους) και κυρίως σακχαρόζης (επιτραπέζια ζάχαρη παρασκευασμένη από ζαχαροκάλαμο και ζαχαρότευτλα) και γλυκαντικών καλαμποκιού (κυρίως σιρόπι καλαμποκιού υψηλής φρουκτόζης) αυξήθηκε κατά 39% ανάμεσα στο 1950- 59 και το 2000.

Το 2000, κάθε Αμερικανός κατανάλωνε κατά μέσο όρο 69 κιλά γλυκαντικών ουσιών, δηλαδή μόλις 1 κιλό λιγότερο από το ρεκόρ των 70 κιλών το 1999. Αυτό υπολογίστηκε ότι ήταν περισσότερα από 52 κουταλάκια του γλυκού επιπλέον ζάχαρης ανά άτομο την ημέρα το έτος 2000. Δηλαδή από τα 52 κουταλάκια του γλυκού, εκτιμάται ότι οι Αμερικανοί αφαίρεσαν 20 κουταλάκια του γλυκού με μέση πρόσληψη περίπου 32 κουταλάκια του γλυκού επιπλέον ζάχαρης ανά άτομο κάθε μέρα.

Οι Αμερικανοί είναι ένα έθνος που καταναλώνει υπερβολική ζάχαρη και καταστρέφει την υγεία του. Αυτό είναι σημαντικό, αφού όσο μεγαλύτερη είναι η άνοδος της γλυκόζης τόσο μεγαλύτερη είναι και η αίσθηση του κορεσμού, αλλά μόνο για λίγο. Στη συνέχεια, η πείνα επιστρέφει πιο έντονη. Η διατροφολόγος Marlene Most, επικεφαλής ενός προγράμματος διατροφής βασισμένου στον μεταβολικό ρυθμό (metabolic kitchen), λέει τα εξής: «Τα τρόφιμα με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη, όπως το επεξεργασμένο ψωμί και ζάχαρη, ωθούν το σώμα να ανεφοδιαστεί με καύσιμα. Σε τρόφιμα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη, υπάρχει σταθερή ροή γλυκόζης και ινσουλίνης έτσι ώστε δεν χρειάζεται ανεφοδιασμός σε τέτοιο βαθμό».

7. Είμαστε συναισθηματικά και πνευματικά ελλιπείς

«Έχουμε την ανάγκη της προσωπικής ακεραιότητας», λέει η Christine Logel από το Πανεπιστημιακό Κολέγιο Ρένισον του Πανεπιστημίου του Βατερλώ.

Στη μελέτη συμμετείχαν 45 φοιτήτριες οι οποίες είχαν δείκτη μάζας σώματος 23 ή υψηλότερο. Ο δείκτης μάζας σώματος από 18,5 έως 24,9 θεωρείται φυσιολογικός. Το 58% των γυναικών ήταν υπέρβαρο ή παχύσαρκο. Όλες οι γυναίκες ζυγίστηκαν και στη συνέχεια τους δόθηκε μια λίστα σημαντικών αξιών, όπως η δημιουργικότητα, η πολιτική, η μουσική και οι σχέσεις με τους φίλους και τα μέλη της οικογένειάς τους. Κάθε γυναίκα βαθμολόγησε αυτές τις αξίες αναλόγως με το πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτήν. Στη συνέχεια, στις μισές δόθηκε οδηγία να γράψουν για 15 λεπτά κάτι για την αξία που θεωρούσαν πιο σημαντική. Στις άλλες μισές, την ομάδα ελέγχου, δόθηκε οδηγία να γράψουν σχετικά με το γιατί μια αξία που εκείνες δεν θεωρούσαν ουσιαστική μπορεί να είχε σημασία για κάποιον άλλο.

Οι γυναίκες επέστρεψαν από 1 ως 4 μήνες αργότερα για να ζυγιστούν ξανά. Όσες είχαν γράψει για μια αξία που είχε σημασία για εκείνες είχαν χάσει κατά μέσο όρο 1,5 κιλό ενώ οι γυναίκες της ομάδας ελέγχου πήραν κατά μέσο όρο 1 κιλό και 250 γραμμάρια, μια ποσότητα επιπλέον βάρους που είναι χαρακτηριστική στους προπτυχιακούς φοιτητές.

Η Christine Logel αναφέρει: «Ο τρόπος που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας έχει μεγάλη επίδραση. Πιστεύουμε ότι είναι αφορμή για να ξεκινήσει μια αναδρομική διαδικασία». Ίσως όταν κάποια από τις γυναίκες που έγραψε για μια σημαντική αξία στη ζωή της πήγε στο σπίτι της εκείνο το βράδυ ένιωσε καλά για τον εαυτό της και δεν είχε ανάγκη να καταναλώσει φαγητό προκειμένου να νιώσει καλύτερα. Στη συνέχεια, την επόμενη μέρα το τσιμπολόγημα δεν ήταν πλέον τόσο σημαντική συνήθεια κι έτσι το παρέλειψε. Ύστερα από λίγους μήνες, υπήρξε πραγματική διαφορά στη ζωή της.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι ακόμη και η σύντομη σκέψη όσον αφορά τις αξίες έχουν μεγάλη επίδραση σε καταστάσεις όπου οι άνθρωποι νιώθουν απειλή για την ακεραιότητά τους. Για παράδειγμα, ο Cohen χρησιμοποίησε την ίδια τεχνική σε μειοψηφία μαθητών που τελείωναν το Δημοτικό και οι οποίοι είχαν χαμηλότερη απόδοση σε σχέση με τους λευκούς συνομηλίκους τους. Όσοι συμμετείχαν στην άσκηση είχαν καλύτερη απόδοση για χρόνια αργότερα.

Πηγές:

www.american.edu/media/news

www.ncbi.nlm.nih.gov

www.news.com.au

omniwellnesscenter.com

www.usda.gov/factbook/chapter2.pdf

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε