Της Αγγελικής Μπολουδάκη

“Πολλοί άνθρωποι βολεύονται στην μιζέρια τους. Μοιάζει με την αράχνη η μιζέρια. Πλέκει γύρω σου τον ιστό της κι άντε να ξεφύγεις από εκεί. Πας να κάνεις ένα βήμα και κολλάς. Ώσπου στο τέλος, νομίζεις πως μόνο εκεί μπορείς να προστατευτείς. Και αφήνεσαι… Η αράχνη, στη συνέχεια, ξέρει πολύ καλά τη δουλειά της”. – Αλκυόνη Παπαδάκη

Εάν υιοθετήσαμε εικόνες που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια μας και αποξενωθήκαμε από τον εαυτό μας, χρειάζεται να κατανοήσουμε τους λόγους που μας οδήγησαν εκεί και να αποδεχτούμε κάθε πλευρά του εαυτού μας, είτε αληθινή είναι αυτή είτε ψευδής, σαν αναπόσπαστα κομμάτια του εαυτού μας, που χρειάζονται την κατανόησή μας, για να αλλάξουν στον χρόνο που θα αισθανόμαστε ώριμοι για να τα δεχτούμε.

Αν δεν το κάνουμε αυτό, η καρδιά μας θα αρχίσει να ασφυκτιά κάτω από το βάρος των λαθών που χρεώνουμε στον εαυτό μας, ενώ η ύπαρξή μας θα στιγματιστεί από ντροπή ή ενοχή, οπότε θα μπουκώνουμε με τεράστιες ποσότητες συναισθηματικής τροφής το παιδί μέσα μας, για να ξεγελάσουμε τα συναισθήματα του και να αποφύγουμε την οδύνη, είτε θα το εγκαταλείψουμε να λιμοκτονεί στερώντας του τη χαρά.

Η ψευδαισθησιακή χαρά όμως ή η συνεχής επίκριση δεν βοηθούν τους ανέμους της αλλαγής να πνεύσουν ειρηνικά, οπότε έρχεται κάποια στιγμή η κόπωση, ψυχική και σωματική, να σημάνει την παρουσία της με συμπτώματα. Όσο αδιαφορούμε για τις συναισθηματικές μας ανάγκες, η θλίψη θερίζει ότι γόνιμο αναπνέει μέσα μας κι ένας ζοφερός ήλιος απλώνει τα σκοτάδια του στη ρίζα της ύπαρξής μας, συρρικνώνοντας την.

Σαν ύστατη προσπάθεια για να μην επέλθει ο όλεθρος και εγκαταλειφθούμε σε ένα σεληνιακό τοπίο με την ελπίδα να φυλλορροάει, λίγο πριν αποκαμωθούμε από την προσπάθεια να περισώσουμε φλούδες ζωής στα φυλλοκάρδια μας, μια αντίδραση εξεγείρεται με ορμή, προκειμένου να επιτρέψουμε στην αλήθεια μας να αναδυθεί με ώριμο τρόπο, καλλιεργώντας την αγάπη για τον εαυτό μας.

Κι ενώ ο δρόμος που απλώνεται μπροστά μας είναι ο δρόμος της ελευθερίας, όπου τα καλέσματά του ηχούν γοητευτικά στα αυτιά μας, ένας δρόμος όπου η επιθυμία μας θα τρέφεται από την ευθύνη για την αλλαγή με μέθοδο, οργάνωση και συνέπεια, ένα πεινασμένο παιδί μέσα μας, αμάθητο να αγαπά τον εαυτό του, κάνει λάθη στην επανάστασή του. Ενώ ασφυκτιά στα στενά ρούχα που έχουμε επιλέξει για εκείνο, τα οποία περιορίζουν τις κινήσεις του και το εγκλωβίζουν στη μετριότητά του, παραμένει άτολμο και φοβισμένο.

Μια σύγκρουση λοιπόν πυροδοτείται στο ψυχικό μας σύστημα, όπου από τη μια η επιθυμία λαχταρά να επιβιβαστεί στο τρεχαντήρι της ευτυχίας, αλιεύοντας εκείνο που την γοητεύει για να παραδοθεί χορτασμένη στον άνεμο της αλλαγής και από την άλλη η συνήθεια ρίχνει την άγκυρα βαλτώνοντας τις προσπάθειες μας. Κι ένας καπετάνιος καταβεβλημένος από την ναυτία εξαιτίας της θαλασσοταραχής, εγκαταλείπει το πηδάλιο ακυβέρνητο ξεφυλλίζοντας τα παραμύθια του, πιστεύοντας πως η μπουνάτσα θα ακολουθήσει τις ευχές του και η φουρτούνα ως δια μαγείας θα εξαφανιστεί.

Άλλες φορές πάλι αυτό το παιδί παραδομένο στην αντίδραση του, επειδή φοβάται πως δεν θα τα καταφέρει, επιτίθεται σε κάθε έννοια ευθύνης με άναρχο τρόπο. Κάθε υποχρέωση, που θα διασφάλιζε τα δικαιώματά του και θα προστάτευε την ελευθερία του, παραμένει σε εκκρεμότητα, ενώ τα αιτήματά του μετατρέπονται σε ιαχές, όπου αλαλάζοντας χωρίς επιχειρήματα, εγκαταλείπεται στις παρορμήσεις του, για να καλύψει τον φόβο του κάτω από το μανδύα του εκρηκτικού θυμού του.

Ενώ άλλοτε καταβεβλημένο από την επίκριση και την απαξίωση προς τον εαυτό του, ελέγχει τα συναισθήματά του και χειραγωγεί τους άλλους, είτε απαιτώντας επιτακτικά από εκείνους να προσαρμοστούν στην λάθος εικόνα που έχει για τον εαυτό του είτε δημιουργώντας συναισθηματικό βάρος σε εκείνους μέσω μιας ‘αγάπης με έλεγχο’ με την οποία συνδέεται μαζί τους επιζητώντας να ανταποκριθούν, όχι στα συναισθήματά του, αλλά στα ελλείμματα του.

Άλλες φορές, επειδή η ντροπή σκιάζει την εικόνα του εαυτού του, η οποία παραμένει θολή και τον κάνει να αμφιβάλλει για τις ικανότητές του, πορεύεται ταπεινωμένο με μια μειονεκτική αίσθηση εαυτού και είτε διαλαλεί την πραμάτεια του με στόμφο ενώ το ταγάρι του είναι άδειο, είτε εξαρτάται από τους άλλους απαιτώντας από εκείνους να είναι δίπλα του, ακόμα και με παρασιτικό τρόπο. Αδύναμος να τολμήσει πρωτοβουλίες, γιατί η αμφιβολία ροκανίζει την έμπνευση του, δεν μπορεί να επιδοθεί με μαεστρία στον στόχο του αυτόνομα και ανεξάρτητα και ακυρώνει την δημιουργικότητα του.

Παλιμπαιδίζοντας λοιπόν αυτό το παιδί σεργιανάει στις αλάνες των παιδικών του χρόνων, επιζητώντας νοσταλγικά να επιστρέψει σε εκείνη την ηλικία που στερήθηκε, ώστε να γράψει με διαφορετικό τρόπο το κεφάλαιο της παιδικής του ηλικίας, κρατώντας το μολύβι με τον ίδιο τρόπο που το κρατούσε ως παιδί. Σχεδιάζει την καρικατούρα του εαυτού του, αρνούμενο να δεχτεί πως δεν μπορεί να γυρίσει το ρολόι του χρόνου για να γράψει διαφορετικά το βιβλίο της ζωής του, αλλά θα πρέπει να αποδεχτεί καθετί που συνέβηκε ως κεφάλαια ζωής, τα οποία διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της ζωής του.

Εκείνο που κάνει δύσκολη την αποδοχή του εαυτού μας και αρνούμαστε να ωριμάσουμε είναι γιατί, κάθε φορά που ξεφυλλίζουμε τις σελίδες της ζωής μας, ο τρόπος που φιλτράρουμε τα γεγονότα περιέχει θυμό και επίκριση και προσπαθούμε με αναποτελεσματικό τρόπο να σβήσουμε ό,τι μας ενοχλεί, το οποίο δεν ταιριάζει στην τέλεια εικόνα που επιζητάμε για τον εαυτό μας. Αν δεν αξιοποιήσουμε όμως όλα τα κομμάτια του εαυτού μας με ωριμότητα, τα συναισθήματα που θα προκύπτουν από την έλλειψη αποδοχής θα στροβιλίζονται μέσα μας κάνοντας την θλίψη να ραχατεύει, εκθρονίζοντας μας από την ζωή μας.

Εκείνο που επιζητά αυτό το παιδί για να διαφύγει από το φαύλο κύκλο εγκλεισμού του και να ωριμάσει, αναλαμβάνοντας τον εαυτό του δυναμικά, είναι να αγκαλιάσουμε τα συναισθήματά του, θεραπεύοντας την θλίψη του για κάθε σελίδα που γέμισε μουτζούρες από λανθασμένη εκτίμηση για τον εαυτό μας ή που παρέμεινε λευκή να αρμενίζει μόνη της, επειδή δεν αξιωθήκαμε να φιλοξενήσουμε τα θετικά συναισθήματα των άλλων για μας ή την ικανοποίηση από τα επιτεύγματά μας.

Για να ωριμάσει αυτό το παιδί μέσα μας, χρειάζεται να το θρέψουμε συναισθηματικά με αποδοχή και κατανόηση. Κάθε συναίσθημα που θα προβάλει χρειάζεται φροντίδα και ενδιαφέρον, ώστε να του δώσουμε τον κατάλληλο χώρο να εναρμονιστεί με το ψυχικό μας σύστημα. Κάθε κεφάλαιο της ζωής μας έχει τη σημασία του και θα πρέπει να νιώθουμε τυχεροί που επιτρέψαμε στον εαυτό μας να το ζήσουμε. Η ζωή μας αποτελείται από στιγμές και από συναισθήματα που βιώσαμε σε αυτές. Αν νοηματοδοτήσουμε το καθετί με αξία, το τοπίο της ψυχής μας θα ομορφύνει, γιατί κάθε συναίσθημά μας θα τοποθετηθεί σε περίοπτη θέση στον πίνακα της αυθεντικότητάς μας.

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Συγγραφέας Αγγελική Μπολουδάκη

Είμαι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός στα Χανιά με ειδίκευση και μακροχρόνια εμπειρία στην ψυχοθεραπεία και στη συμβουλευτική ενηλίκων και εφήβων. Τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε