Επειδή ο ήχος ταξιδεύει πολύ πιο αργά από το φως, συχνά βλέπουμε μακρινά γεγονότα πριν τα ακούσουμε. Αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε να μετρήσουμε τα δευτερόλεπτα που μεσολαβούν ανάμεσα σε έναν κεραυνό και τη βροντή προκειμένου να υπολογίσουμε την απόστασή τους.

Ωστόσο, μια καινούρια έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ αποκαλύπτει ότι ο εγκέφαλός μας μπορεί επίσης να ανιχνεύσει και να επεξεργαστεί την καθυστέρηση του ήχου που είναι πάρα πολύ μικρή για να γίνει αντιληπτή συνειδητά. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι χρησιμοποιούμε αυτές τις πληροφορίες για να βελτιώσουμε αυτό που βλέπουν τα μάτια μας όταν εκτιμάμε την απόσταση κοντινών γεγονότων.

Ο δρ Duje Tadin, αναπληρωτής καθηγητής στον Τομέα του Εγκεφάλου και των Γνωστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ και βασικός συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε τα εξής: «Ένα μεγάλο μέρος του κόσμου γύρω μας είναι οπτικοακουστικό. Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι κυρίως οπτικά όντα, η έρευνά μας δείχνει ότι η εκτίμηση μιας σχετικής απόστασης είναι πιο ακριβής όταν οι οπτικές ενδείξεις υποστηρίζονται από αντίστοιχα ακουστικά σήματα. Ο εγκέφαλός μας αναγνωρίζει τα σήματα αυτά ακόμη και όταν χωρίζονται από τα οπτικά ερεθίσματα από ένα χρονικό διάστημα που είναι πολύ σύντομο για να συνειδητοποιηθεί».

Ο δρ Tadin και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν ότι οι άνθρωποι μπορούν ασυνείδητα να παρατηρήσουν και να κάνουν χρήση της καθυστέρησης του ήχου που φτάνει μέχρι και τα 40 χιλιοστά του δευτερολέπτου (ms). Ο Phil Jaekl, ο μεταδιδακτορικός ερευνητής από το εργαστήριο του Tadin που πραγματοποίησε την έρευνα, αναφέρει: «Ο εγκέφαλός μας έχει την ικανότητα να αναγνωρίζει μοτίβα που μπορούν να μας βοηθήσουν. Γνωρίζουμε πλέον ότι οι άνθρωποι μπορούν ασυνείδητα να αναγνωρίσουν τη σχέση ανάμεσα στην καθυστέρηση του ήχου και την οπτική απόσταση και στη συνέχεια να συνδυάζουν τις πληροφορίες με χρήσιμο τρόπο».

Για τη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «PLOS ONE», οι ερευνητές χρησιμοποίησαν προβαλλόμενες τρισδιάστατες (3D) εικόνες για να ελέγξουν την ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να χρησιμοποιήσει την καθυστέρηση του ήχου προκειμένου να εκτιμήσει τη σχετική απόσταση των αντικειμένων.

Στο πρώτο πείραμα, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να ρυθμίσουν το σχετικό βάθος 2 πανομοιότυπων σχημάτων μέχρι να φάνουν ότι βρίσκονται στην ίδια απόσταση προβαλλόμενα μέσα από τρισδιάστατα γυαλιά. Το κάθε σχήμα συνοδευόταν από έναν ήχο. Ο ήχος προέκυπτε είτε λίγο πριν την εμφάνιση του σχήματος είτε λίγο μετά, ενώ το χρονικό διάστημα ήταν εξίσου σύντομο. Οι συμμετέχοντες συνεχώς αντιλαμβάνονταν το σχήμα που συνοδευόταν από καθυστερημένο ήχο ως πιο απομακρυσμένο.

«Αυτό ήταν κάτι που μας εξέπληξε», δήλωσε ο Jaekl. «Όταν τα τρισδιάστατα σχήματα βρίσκονταν στην ίδια απόσταση, οι συμμετέχοντες σταθερά θεωρούσαν εξαιτίας της καθυστέρησης του ήχου ότι τα συγκεκριμένα σχήματα βρίσκονταν πιο μακριά ακόμα κι αν δεν ήταν».

Στο δεύτερο πείραμα, προβάλλονταν στους συμμετέχοντες τρισδιάστατα σχήματα τα οποία επανατοποθετούνταν γρήγορα είτε πιο κοντά είτε πιο μακριά τους. Όταν το σχήμα συνοδευόταν από έναν καθυστερημένο ήχο κατά 42 ms, οι συμμετέχοντες είχαν περισσότερες πιθανότητες να το αντιληφθούν ως πιο μακρινό ακόμη και στις περιπτώσεις που το αντικείμενο είχε μετατοπιστεί πιο κοντά τους.

Το πιο σημαντικό είναι ότι όταν ένα αντικείμενο που μετατοπιζόταν μακριά συνοδευόταν από έναν καθυστερημένο ήχο – ένας συνδυασμός που συνάδει με το φυσικό κόσμο – οι συμμετέχοντες είχαν τη δυνατότητα να προσδιορίσουν τη σχετική απόσταση με μεγαλύτερη ακρίβεια.
«Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτό το αποτέλεσμα προκύπτει ασυνείδητα αφού οι συμμετέχοντες αν και δεν ήταν σε θέση να ανιχνεύσουν την καθυστέρηση του ήχου επηρεάζονταν όσον αφορά την αντίληψή τους για την απόσταση», τονίζει ο Jaekl ο οποίος προς το παρόν διεξάγει έρευνα στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ.

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε