Της Τάνιας Δήμου

Ξεκινώ με πιο πικρές διαπιστώσεις, ώστε η γλυκιά γεύση να μείνει για το τέλος.

Σε τούτο το χρονικό διάστημα της ζωής μου έμαθα πως ο πόνος μπορεί να μεταμορφώσει τον άνθρωπο. Έμαθα πως έχει την εγγενή ιδιότητα να μετατρέπει πράγματα και καταστάσεις ή, ορθότερα, να αλλάζει την αντίληψή μας γι’ αυτά.

Έμαθα πως στα σημεία εκείνα που υπάρχουν οι πιο βαθιές πληγές και τα πιο μεγάλα τραύματα μπορούν να αναπτυχθούν τεράστια φτερά, άτρωτα και σιδερένια, ώστε να πετάξει ο άνθρωπος σαν αετός πάνω από τον κόσμο και να τον κατακτήσει.

Έμαθα πως κάθε ανθρώπινο δάκρυ μπορεί να μετατραπεί σε απόσταγμα σοφίας. Έμαθα πως ο πόνος δεν είναι δίκοπο μαχαίρι. Δεν είναι σαν τα παλιά ξυραφάκια διπλής κοπής. Μονάχα η μία του πλευρά είναι κοφτερή, αυτή δηλαδή που οδηγεί στην παραίτηση και στην εγκατάλειψη, στον φθόνο και στην έχθρα, στην αυτοκαταστροφή και σε κάθε άλλη διαταραγμένη κατάσταση. Η άλλη του πλευρά, η απλώς μεταλλική, έχει την ιδιότητα του καθρέφτη, με αποτέλεσμα να μπορείς να δεις το είδωλό σου αντικατοπτριζόμενος εκεί.

Μέσω αυτού μπορείς να μάθεις τα όριά σου, τις αντοχές σου, τις αδυναμίες, τις ευαισθησίες και να ανακαλύψεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Να τον κοιτάξεις κατάματα και έτσι να προχωρήσεις ένα βήμα παραπέρα στη ζωή. Ωστόσο, νομίζω πως η επίδρασή του στην ψυχή του ανθρώπου εξαρτάται από την εργοστασιακή κατασκευή του καθενός. Δεν είναι δυνατόν να τον διαχειριστούν όλοι με τον ίδιο τρόπο και δεν είναι δυνατόν να τον αντέξουν όλοι για τον ίδιο χρόνο.

Έμαθα, επίσης, πως όποιος έχει ζήσει σκοτεινές στιγμές λυσσαλέα επιδιώκει οι μέρες της ζωής του να είναι όλο και πιο φωτεινές.

Έμαθα πως η θητεία στις δυσκολίες μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για δημιουργία, για πρόοδο και μπορεί να ανυψώσει εν τέλει τον άνθρωπο στα ουράνια. Αυτό όμως που σε τελική ανάλυση έμαθα είναι ότι είναι μακάριος όποιος με στωικότητα μπορεί να τις υπομείνει και ενώπιος ενωπίω να αναμετρηθεί μαζί τους.

Έμαθα, επίσης, πως ο άνθρωπος είναι φύσει άπληστο ον. Ενενήντα εννέα καλά να έχει, πάντα εκείνο το ένα θα του λείπει και θα αναζητά.

Έμαθα πως μία από τις σπουδαιότερες προσπάθειες που μπορεί να καταβάλει στη ζωή του, αγώνας πραγματικός, είναι να μάθει να είναι ευτυχισμένος με ό,τι έχει. Αναρωτιέμαι όμως… Πού βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στην απληστία και στον συμβιβασμό; Σε ποιο σημείο εντοπίζεται αυτή η λεπτή διαχωριστική γραμμή; Αυτό δεν το έχω μάθει ακόμα.

Έμαθα πως οι άνθρωποι κοιτούν μονάχα τι έχει καταφέρει ο καθένας, αδιαφορώντας για την όλη διαδρομή και αψηφώντας πλήρως το σημείο εκκίνησης, το οποίο φυσικά δεν είναι ίδιο για έκαστο εξ ημών. Σε αυτά τα χρόνια λοιπόν έμαθα να υπολογίζω κυρίως την απόσταση που κάθε άνθρωπος έχει διανύσει.

Έμαθα να βλέπω τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει και τα εμπόδια που έχει κληθεί να υπερπηδήσει στο διάβα του. Σκεφτείτε, επί παραδείγματι, την απόσταση που διανύει ένας μαραθωνοδρόμος και αυτή που διανύει ένας σπρίντερ των 100 μέτρων. Και προβληματιστείτε. Εγώ πάντως αδυνατώ να εξισώσω τα δύο δεδομένα.

Έμαθα ακόμα πως ο φόβος παραλύει τον άνθρωπο. Εγώ θα τον παρομοίαζα με γάγγραινα, καθότι νεκρώνει κάθε κύτταρο της υπόστασής μας και δεν μας επιτρέπει να ζήσουμε. Ναι, να ζήσουμε. Σαν αόρατη αλυσίδα κρατά τον άνθρωπο περιορισμένο, φυλακισμένο θα έλεγα, χωρίς να του επιτρέπει να ανακαλύψει τη μαγεία του κόσμου και της ζωής. Στα 23 μου χρόνια λοιπόν έμαθα πως μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να έχει παρτίδες μαζί του μπορούν να συμβούν τα αληθινά θαύματα.

Έμαθα πως σήμερα είμαστε αλλεργικοί στην αγάπη. Και αυτή μας η αντίδραση συναρτάται άμεσα με την ωριμότητά μας (ή τη μη ωριμότητα) αναφορικά με το θέμα αυτό. Η ζωή μου έμαθε πως υπάρχουν διάφορα επίπεδα ωριμότητας σε σχέση με την αγάπη. Σε ένα από τα πρώτα επίπεδα, κυριαρχεί η ανταλλακτική σχέση. Αγαπάμε για να μας αγαπήσουν. Αγαπάμε, γιατί περιμένουμε την ανταμοιβή γι’ αυτό που εμείς δίνουμε, για τη δική μας αγάπη. Σε ένα επόμενο, ανώτερο επίπεδο, κυριαρχεί η ελευθερία. Αγαπάμε, γιατί θέλουμε να αγαπάμε.

Αγαπάμε δίχως να προσμένουμε κάτι. Αγαπάμε γιατί αυτό εξυψώνει εμάς τους ίδιους και προσφέρει πληρότητα εσωτερική. Σήμερα λοιπόν είμαστε αλλεργικοί στην αγάπη, γιατί πιστεύουμε πως όποιος αγαπάει περιμένει κάτι από εμάς. Και συνήθως είμαστε φειδωλοί στις αντιπαροχές. Δυσκολευόμαστε να δίνουμε ενώ με ευκολία μπορούμε να παίρνουμε. Σε κάθε έκφανση της ζωής μας. «Στο θέμα της αντιπαροχής δεν ευτύχησε η ανθρωπότητα», γράφει εξάλλου ο μέγας Ελύτης στο «Εκ του Πλησίον».

Στα 23 χρόνια μου έμαθα ότι ουδείς δικαιούται να προσβάλει, να υποτιμήσει, να εξευτελίσει, να πληγώσει ηθελημένα άλλον. Ουδείς. Αν βεβαίως θέλει να λέγεται άνθρωπος. Αυτή μου δε η πεποίθηση εκκινεί από το ότι έμαθα πως κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι μοναδική και ανεπανάληπτη, άξια εκτίμησης και σεβασμού.

Έμαθα, περαιτέρω, πως ο μόνος αξιόπιστος τρόπος για να γίνουμε πλούσιοι είναι δίνοντας. Μόνο αποκόπτοντας τμήματα του εαυτού μας, της αγάπης μας, των συναισθημάτων μας, των αποκτημάτων, των εν γένει υλικών μας αντικειμένων και δίνοντάς τα έπειτα σε άλλους μπορούμε να πλουτίσουμε. Και χρησιμοποιώ το πιο απλό παράδειγμα από την ίδια τη φύση: μόνο αν κλαδέψουμε τα δέντρα θα αποφέρουν πολλαπλάσιους καρπούς. Οξύμωρο, ε; Και όμως, λειτουργεί. Υπό μία προϋπόθεση: πρέπει πάντα να δίνουμε από ελευθεριότητα. Να δίνουμε εκ βάθους καρδίας. Να δίνουμε, επειδή αυτό λαχταρούμε και όχι γιατί αποβλέπουμε στην ανταμοιβή. Έτσι λοιπόν έμαθα πως ο ένδον πλούτος είναι ο μόνος σημαντικός και δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα άλλο.

Έμαθα πως ό,τι καταφέρεις στη ζωή οφείλεις να το καταφέρεις με τον μόχθο σου, τον αγώνα σου, τον ιδρώτα σου, διατηρώντας ανέπαφη την ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια σου. Μόνο τότε το κάθε επίτευγμα και η κάθε κατάκτηση αξίζουν πραγματικά. Ειδάλλως, μην πετύχεις τίποτα. Τίποτα και ποτέ.

Έμαθα πως ο ομφάλιος λώρος που συντηρεί τον άνθρωπο στη ζωή είναι η ελπίδα. Ενίοτε μαζί με τη δίδυμη αδελφή της, την αισιοδοξία.

Έμαθα πως οι μεγαλύτερες απολαύσεις βρίσκονται στα πιο μικρά, απλά, και καθημερινά πράγματα. Σε μια ανατολή και σ’ ένα ηλιοβασίλεμα, στις ανθισμένες αμυγδαλιές, σ’ ένα τραγούδι του Χατζηδάκη και στην ενάτη του Μπετόβεν, σ’ ένα παγωτό μέσα στο καταχείμωνο, σε μια απρόσμενη έκπληξη.

Έμαθα πως η πορεία προς την ελευθερία, ίσως και την ευτυχία ακόμα, ξεκινά τη στιγμή εκείνη που αποφασίζεις ότι θα ζήσεις για τον εαυτό σου. Τη στιγμή που ζεις τη δική σου ζωή και όχι την επιβαλλόμενη από άλλους. Τη στιγμή που ικανοποιείς τα δικά σου θέλω και όχι των άλλων. Τη στιγμή που παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις, κι ας κάνεις λάθη. Η πορεία προς την ελευθερία ξεκινά τη στιγμή που δεν σε ενδιαφέρει πια η γνώμη των πολλών.

Έμαθα πως ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που διακατέχεται από ένα διαρκές αίσθημα εσωτερικής γαλήνης. Ευτυχισμένος είναι αυτός που δεν επιτρέπει στις έξωθεν αλλαγές να διασαλεύουν την ηρεμία και την ισορροπία του.

Έμαθα τελικά πως μακάριος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να διαβιεί αρμονικά με τον εαυτό του, να τον ακούει, να τον αισθάνεται, να είναι ειλικρινής μαζί του, να αναγνωρίζει τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά αισθήματά του, να αφουγκράζεται τις επιθυμίες του και να αγωνίζεται για την υλοποίησή τους.

Στα 23 μου χρόνια έμαθα, εγκαίρως τουλάχιστον, πως η ζωή είναι ωραία. Είναι πολύ ωραία. Και αξίζει να τη ζεις με αξιοπρέπεια απολαμβάνοντας στο έπακρο την κάθε της στιγμή, από το πρώτο δευτερόλεπτο που θα ανοίξεις τα μάτια σου μέχρι να τα κλείσεις πάλι.

Αυτά είναι λίγα απ’ όσα μου έμαθε η ζωή. Ξέρω ότι είναι μηδαμινά μπροστά στα αναρίθμητα που έχω ακόμα να μάθω. Το κυριότερο όλων όμως ξέρετε ποιο είναι; Ότι έμαθα πως το μακράν σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο είναι η ανιδιοτελής, ανυστερόβουλη, αφειδώλευτη και άνευ όρων αγάπη για όλους και για όλα. Αυτό. Και μόνο αυτό.

Υ.Γ.: Δεν είμαι 23 χρονών μόνο. Έκρυψα κάποιους μήνες.

Συγγραφέας Τάνια Δήμου

Η Τάνια Δήμου είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε