Η επικρατούσα αντίληψη ότι τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται και δεν κατανοούν πλήρως την έννοια του θανάτου, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ένα παιδί βιώνει οδυνηρά συναισθήματα μετά από μία απώλεια ενός σημαντικού προσώπου της ζωής του.

Δεν είναι συχνά έκδηλο στους ενήλικες ότι και τα παιδιά βιώνουν μία διεργασία θρήνου, είτε γιατί οι πρώτοι είναι απορροφημένοι από το πένθος τους είτε γιατί τα παιδιά θρηνούν με διαφορετικό τρόπο από αυτούς. Ο θρήνος στα παιδιά, για παράδειγμα, πραγματοποιείται με διαστήματα, με την παρουσία διαλειμμάτων, διότι δεν μπορούν να διαχειριστούν οδυνηρά συναισθήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για ένα παιδί η εμπειρία του θρήνου είναι μια καταλυτική περίοδος με μακροχρόνιες συνέπειες για το υπόλοιπο της ζωής τους. Είναι, επομένως, εξαιρετικά σημαντικό να λάβουν υποστήριξη και βοήθεια από τους ενήλικες, ώστε να διαχειριστούν τα συναισθήματα που τους κατακλύζουν και να μπορέσουν σταδιακά να ξεπεράσουν την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου.

Πώς μπορούν οι ενήλικες να βοηθήσουν ένα παιδί που θρηνεί; Το σημαντικότερο βήμα που θα πρέπει να ακολουθήσει ένας ενήλικας είναι να του εξηγήσει τη μονιμότητα του θανάτου. Είναι συνήθης η δυσκολία του παιδιού να αντιληφθεί ότι ο θάνατος είναι τελεσίδικος και ότι όταν κάποιος πεθαίνει δεν μπορεί να επιστρέψει στη ζωή. Μπορεί να περιμένει τον αγαπημένο του να γυρίσει, ενώ το ενδεχόμενο να αισθάνεται συγκεχυμένο αυξάνεται, συχνά εξαιτίας φράσεων που χρησιμοποιούν οι ενήλικες, όπως «έφυγε», «πήγε στον ουρανό», κ.τ.λ.

Τα παιδιά γνωρίζουν ότι όταν ένα άτομο φεύγει, για παράδειγμα για τη δουλειά ή για ένα ταξίδι, γυρίζει και πάλι στο σπίτι και μπορεί κατά συνέπεια να αναμένουν την επιστροφή του. Ακόμη, η παρουσίαση του θανάτου ως ύπνο, είναι πιθανό να δημιουργήσει φόβο στο παιδί ότι όταν πηγαίνει για ύπνο, μπορεί να πεθάνει. Επομένως, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται οι λέξεις «θάνατος» και «πέθανε», ώστε να αποτραπούν τα ενδεχόμενα δημιουργίας εσφαλμένων εντυπώσεων και για να μπορέσουν να κατανοήσουν καλύτερα την έννοια του θανάτου.

Είναι, επίσης, απολύτως φυσιολογικό να έχουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το θάνατο. Καλό είναι να ενθαρρύνονται να ρωτούν οτιδήποτε τους απασχολεί και είναι πιθανόν να επαναλαμβάνουν τις ίδιες ερωτήσεις ξανά και ξανά, ώστε να επιβεβαιώσουν τις νεοαποκτηθείσες γνώσεις τους για το θέμα. Επιπλέον, οι ενήλικες μπορούν να ρωτάνε άμεσα τα παιδιά τι σκέφτονται και πώς αισθάνονται, ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρανοήσεις στις εξηγήσεις που τους έδωσαν πρωτύτερα.

Δραστηριότητες, όπως παιχνίδια ή τρέξιμο, είναι εξαιρετικά βοηθητικές για τα παιδιά, ώστε να εκφράσουν τυχόν απορίες μέσα από τη διαδικασία του παιχνιδιού. Επιπλέον, είναι και αγχολυτικές, συμβάλλουν δηλαδή στην αποβολή του στρες που αποτελεί επακόλουθο του θρήνου.

Τέλος, εφίσταται η προσοχή των ενηλίκων για την πιθανότητα ύπαρξης αισθημάτων ενοχών στα παιδιά. Έχουν την τάση να ερμηνεύουν και να αντιλαμβάνονται τα γεγονότα γύρω τους, μέσα από τη δική τους οπτική και μπορεί να θεωρήσουν ότι κάποια δική τους πράξη προκάλεσε το θάνατο του αγαπημένου τους. Είναι πιθανόν να θεωρήσουν το θάνατο ως ένα είδος τιμωρίας για μια μη αποδεκτή πράξη ή σκέψη τους. Επομένως, είναι σημαντική η διαβεβαίωση εκ μέρους των ενηλίκων ότι το παιδί δεν φέρει καμία ευθύνη για αυτό που συνέβη στο αγαπημένο τους πρόσωπο.

Το σημαντικό πάντως είναι οι ενήλικες να παρέχουν ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο το παιδί θα ενθαρρύνεται να εκφράσει τα συναισθήματά του, θα κρατήσει ζωντανές τις αναμνήσεις και εμπειρίες με τον αγαπημένο τους, αλλά και ταυτόχρονα θα αναπτυχθεί ομαλά και θα συνεχίσει τη ζωή του.

Χρυσοστομίδου Α., Φοιτήτρια Ψυχολογίας Α.Π.Θ.

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε