Το αξιοθαύμαστο στο Μίλτο, δεν ήταν το πόσο απαξίωνε τον πόνο όταν πονούσε και το πόσο αδιαφορούσε για την αρρώστια, την ώρα που εκείνη προσπαθούσε να του μονοπωλήσει το ενδιαφέρον, αλλά ο αυτοσαρκασμός του.

Τους τελευταίους μήνες μόνιμη κατοικία του το δωμάτιο 205, στην μονάδα εντατικής θεραπείας ιδιωτικής κλινικής. Το σώμα του απόλυτα παραδομένο στην ολοένα και αυξανόμενη φθορά, η ψυχή του απόλυτα ανυπότακτη. Είχε ζητήσει ο ίδιος να με δει, μέσω κάποιου κοινού γνωστού. Επιδίωξή μου η ανακούφιση του, όχι από τους πόνους φυσικά, αλλά από τους φόβους. Έχοντας όμως μέσα μου την ίδια όπως πάντα αγωνία. Μη τυχόν και φανεί ότι μιλάω από θέση ισχύος, γιατί άντε μετά να εξηγήσω ποιος είναι τελικά ο αδύναμος και ποιος ο ισχυρός. Μεγάλη ιστορία. Ευτυχώς ο Μίλτος μου έδιωξε τον φόβο αυτό. Με υποδέχτηκε με ένα διάπλατο χαμόγελο και δύναμη ψυχής. Η αρρώστια στην πάντα.

Το δωμάτιο ήταν μονόκλινο και ευρύχωρο. Ειδικά για έναν ασθενή που δεν έχει συνοδό. Μόνος…!

-Κάθισε, πάτερ, μου είπε, δείχνοντάς μου μια άνετη πολυθρόνα δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι του. Ο ίδιος ανασηκώθηκε λίγο, για να με βλέπει καλύτερα.

Αφού κάθισα, έβγαλα από την τσάντα μου το πετραχήλι μου και το φόρεσα. Ο ίδιος τεντώνοντας τα σκεπάσματά του καλύτερα, θέλησε να δώσει το δικό του στίγμα σοβαρότητας στην κουβέντα. Χαμογελώντας του, τον ρώτησα:

-Πώς είσαι;

-Έχω υπάρξει και χειρότερα, μου είπε. Πολύ χειρότερα.

Η έκφραση του προσώπου μου πρέπει να μίλησε πριν προλάβει το στόμα μου να πει ο,τιδήποτε, οπότε συνέχισε εκείνος:

-Κοίταξε πάτερ, μη σε παραξενεύει αυτό που μόλις τώρα είπα. Ξέρεις γιατί πικραίνομαι περισσότερο; Όχι για τα χρόνια που δεν θα ζήσω, αλλά γι’ αυτά που έζησα σ’ ένα σώμα υγιές, με μια ψυχή σακατεμένη, γεμάτη ψευδαισθήσεις.

Είχε τόσο μεγάλη ανάγκη να μιλήσει, να μου τα πει όλα μαζεμένα, που προσπαθούσα να μην κουνήσω ούτε τα βλέφαρά μου, για να μην τον αποσυντονίσω. Ήταν μια ακόμα αποκάλυψη για εμένα. Της μιας και μοναδικής αλήθειας της ζωής, την οποία ο Μίλτος την είχε κατακτήσει έστω και αργά.

-Δεν ξέρω για τον δικό σου Θεό, μου είπε, αλλά για εμένα ο μοναδικός θεός σ’ όλη μου τη ζωή ήταν το χρήμα! Μ’ αυτό αγόραζα τα πάντα: σπίτια, αυτοκίνητα, φίλους, σχέσεις… Εγώ τους αγόραζα και αυτοί τώρα στα δύσκολα με πούλησαν! Καλά να πάθω. Αυτό μου άξιζε. Βλέπεις σε τι δωμάτιο είμαι; Δεν σου λέω τι πληρώνω γι’ αυτό, γιατί θα βγεις απ’ τα ράσα σου! Και τι έγινε; Μήπως ο Χάρος θα προσπεράσει το “205” και θα πάει παρακάτω;

Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και γέλασα. Όχι με το μακάβριο αστείο, αλλά με την αυθεντικότητα και την ειλικρίνειά του!

Μου ζήτησε ένα ποτήρι νερό.

-Μήπως θες να βγω για λίγο έξω και να ξεκουραστείς; τον ρώτησα.

-Όχι, βιάζομαι, δεν έχω πολύ χρόνο. Φτάνει αυτός που έχασα.

Σιωπή για λίγο.

-Πάτερ, εγώ από προσευχές δεν ξέρω. Περνούσα από εκκλησία και ούτε τον σταυρό μου δεν έκανα. Αν υπάρχει Θεός θέλω να του μιλήσω και δεν ξέρω πως. Και ας μη με δεχτεί. Και με το δίκιο του δηλαδή. Τι να με κάνει εμένα σ’ αυτό που λένε Παράδεισο; Να του χαλάσω την πιάτσα;

Εκεί δεν άντεξα! Γέλασα και από μέσα μου υποκλίθηκα στο μεγαλείο αυτής της ψυχής!

-Άκουσε, Μίλτο, του είπα. Ο Θεός δεν γυρεύει εκείνους που τον πιστεύουν, αλλά εκείνους που τον ψάχνουν. Δεν υπολογίζει το πως έζησες μέχρι τώρα, αλλά το πώς θες να ζήσεις από ’δω και πέρα. Όσο για τους σταυρούς που δεν έκανες, μικρό το κακό. Τώρα κουβαλάς τον δικό σου.

Με κοίταξε με ύφος απορημένο, αλλά συνάμα και ανακουφισμένο.

-Πάντως εσύ, πάτερ, για καλό και για κακό κάνε και καμιά προσευχή για μένα. Αλλιώς θα τα πεις εσύ!

Χαμογελώντας, είπα:

Εμένα ξέρεις τι θα με παρηγορήσει, Μίλτο; Εκτός απ’ αυτά που θα του πω εγώ, να του μιλάς κι εσύ. Έτσι όπως ακριβώς μιλάς και σ’ εμένα.
Το σώμα του ήθελε ξεκούραση. Σηκώθηκα και του διάβασα την ευχή. Έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε όπως αποκοιμιέται το παιδί με το νανούρισμα της μάνας του.

-Σ’ ευχαριστώ, Μίλτο, ψιθύρισα κι έκλεισα την πόρτα.

Πολυξένη

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε