Της Μάρης Γαργαλιάνου

Πάει καιρός που μιλήσαμε τελευταία φορά. Που ένιωσα πως με αισθάνεσαι και να… με ακούς λίγο. Ξέρω ξέρω, είναι τρελή αυτή η καθημερινότητα και οι απλήρωτοι λογαριασμοί κάνουν πάρτι στο μισάνοιχτο ντουλάπι του γραφείου σου. Έχεις και ζόρια με τη δουλειά και πιέζεσαι… Όλο φυσάς, ξεφυσάς, οι παλμοί σου ανεβαίνουν, το κεφάλι πονάει, σχεδόν τσιμέντα νιώθεις πως έχεις μέσα και έπειτα αυτή η ζάλη η αβάσταχτη ακολουθεί. Ύστερα έρχεται η δύσπνοια. Το ψυγείο αδειάζει. Τα νέα στις ειδήσεις σκέτη τρομοκρατία και ο αέρας λιγοστεύει. Όμως πες μου, πως γίνεται τώρα πια να έγιναν η ζωή σου όλα αυτά; Με στεναχωρείς… Με στεναχωρείς γιατί με ξεχνάς. Γιατί όπως σου είπα στην αρχή πάει καιρός που μιλήσαμε τελευταία φορά και ένιωσα πως με καταλαβαίνεις. Έχω ανάγκες ξέρεις κι εγώ. Μην αδιαφορείς.

Θυμάμαι τότε που διψούσα για θάλασσα. Το μόνο που ήθελα ήταν να χαζέψω τα κύματα, το μάτι μου να φύγει μακριά, πέρα απο τον ορίζοντα και να ταξιδέψω στην αρμύρα. Ύστερα να παίξω στην άμμο παιχνίδια παιδικά και να φτιάξω κάστρα ιπποτικά ήθελα, γεμάτα πόρτες και παράθυρα ανοιχτά να μπαίνει αέρας, να αναπνέω. Δε με άκουσες. Κλείστηκες στο δωμάτιο και χώθηκες στον υπολογιστή σου και εγώ έκλαψα γοερά μα ούτε τότε με άκουσες. Θυμάμαι και άλλη μια φορά που είχα μιαν αέναη λαχτάρα για χωνάκι παγωτό φράουλα.

Ήθελα να με πας βόλτα στην απο όνειρο φτιαγμένη Πλάκα, άνοιξη ήταν καλή ώρα. Ήθελα να ακούσουμε μελωδίες της φύσης. Τα δέντρα στο απαλό αεράκι. Τα πουλιά. Τον κόσμο. Τη λατέρνα. Αν και απομεσήμερο, λουσμένο απο τον ήλιο, εσύ προτίμησες στυγνά να χωθείς στο χαζοκούτι που λέγεται τηλεόραση κι έτσι πάλι μέσα έμεινα να πονάω που πια δε με σκέφτεσαι. Δε σκέφτεσαι τις ανάγκες μου. Τις ανάγκες ΣΟΥ.

Θέλω να τρέχω και να πέφτω και να γελώ δυνατά. Να σηκώνομαι ξανά με πόδια ματωμένα και στην πρώτη γραμμή να ζητάω «ζωή». Θέλω να κατσουφιάζω όταν κάτι μου ξινίζει και να κάνω μορφασμούς που ίσως σε κάποιους δεν αρέσουν γιατί «μεγάλωσα πολύ»… λες κι αυτό συνεπάγεται με το να μην είμαι εγώ! Κάνε μου τη χάρη! Θέλω να κοιτάω το ήλιο κατάματα μέχρι να πονέσουν τα μάτια μου. Έχω άγνοια κινδύνου. Είμαι παιδί ακόμα. Άφησέ με. Μ’ αρέσει να παίζω. Να παίζω πολύ και να ζωγραφίζω και να τραγουδάω και να γράφω. Μη μου το στερείς. Κάνε μου δώρο ένα καβαλέτο, βάζω τα χρώματα, βάλε το πινέλο και η φαντασία έρχεται με μιας. Παράλληλα θα σου τραγουδώ το αγαπημένο σου κομμάτι και λίγο αργότερα σαν βραδιάσει θα γράψω ένα ποίημα για την αγάπη που σου ‘χω, μα και τη θλίψη που μου προκαλείς. Γιατί ξεχνάς.

Ξεχνάς πως κάπου εδώ μέσα, μέσα σου, υπάρχω κι εγώ. Και όλο να βγω προσπαθώ, μα με σταματάς, με φρενάρεις. Νιώθω πως με εγκαταλείπεις και το ξέρω βαθιά μέσα μου πως δε θες. Είσαι υπερήφανος κατα βάθος για μένα. Δώσε λίγο βάση λοιπόν σε όσα σου λέω…

Θέλω να χαμογελάω πιο συχνά και να το κάνω με την καρδιά μου και όταν συμβαίνει να μην το σκέφτομαι πολύ και να δακρύζω απο συγκίνηση, γιατί αυτό είναι ευλογία. Θέλω να βλέπω τους φίλους μου, τους φίλους σου, πιο συχνά και να αισθάνομαι ευγνωμοσύνη κάθε φορά που τους έχω κοντά μου γιατί είναι υπέροχοι. Θέλω πιο συχνά επίσης να ευχαριστώ το Θεό, ή την όποια ανώτερη δύναμη εκεί ψηλά κρατάει τους γονείς μου, τους γονείς σου, υγιείς και επίσης θέλω πολύ να τους κάνω να γελάνε και να νιώθουν περηφάνια και θαυμασμό, γιατί χωρίς εκείνους εγώ…

Ξέρω ξέρω, τώρα που στα λέω όλα αυτά η όψη σου αλλάζει. Σα να σκοτείνιασες λίγο, μα να… δε ζητάω πολλά και το ξέρεις. Να αναπνεύσω θέλω και μαζί μου κι εσύ. Δεν απέχουν τα θέλω και οι επιθυμίες μας, ούτε κάτι απο όλα αυτά μου φαίνεται παράλογο. Να με ακούς, να μ’ αγαπάς, να με προσέχεις. Όσο με θυμάσαι, τόσο θα σου δίνω χαρά και όσο με ενσυναισθάνεσαι, τόσο θα σε κάνω να ξεχνάς και λογαριασμούς και πιέσεις και άγχη.

Δεν είσαι φτιαγμένος μόνο γι’ αυτά. Χαμογέλασε μου λίγο, σου αξίζει, όπως αξίζει και σε μένα φροντίδα, αγάπη και ζωή. Αλήθεια, μη με ξεχνάς. Γιατί όσο αφήνεις πίσω εμένα, τόσο αφήνεις πίσω εσένα. Μην αφήσεις τα χρόνια να περάσουν και το καταλάβεις αργά, γιατί είναι αλήθεια πως κάποτε το «αργά» έρχεται όσο και να μη θέλουμε να το πιστέψουμε, μα ακόμα κι αν είναι έτσι, εγώ εκεί θα είμαι να σου σταθώ.

Το παιδί μέσα σου

Συγγραφέας Μάρη Γαργαλιάνου

Ανήσυχο πνεύμα από κούνια, πάντοτε με χαρτί και μολύβι ανά χείρας, πιστή στον αιώνιο έρωτα της που ακούει στο όνομα «Γραφή». Απόφοιτη Δημοσιογραφίας και Marketing στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εξασκεί τη δημοσιογραφία σε διάφορα μέσα, ενώ παράλληλα αναλαμβάνει τη δημιουργία περιεχομένου site (content marketing). Σαν πιστοποιημένη Life Coach ειδικεύεται σε ζητήματα διαχείρισης άγχους, χρόνου και σχέσεων, ενώ αγαπημένη της ασχολία είναι να διαβάζει τα κρυμμένα πίσω από τις λέξεις και έπειτα να… τα κάνει ιστορίες.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε