Πόσοι από εμάς δεν έχουμε αισθανθεί αμηχανία ή προβληματισμό βιώνοντας τη σύγκρουση του μικρού μας παιδιού με κάποιο άλλο παιδάκι; Πόσες φορές έχουμε νιώσει να χάνουμε την ψυχραιμία μας, να μας καταλαμβάνει ένταση και να σπεύδουμε άμεσα να παρέμβουμε;

Να απολογούμαστε για τη συμπεριφορά του παιδιού μας ή αντίθετα να λαμβάνει κάποιο παιδί διάφορους χαρακτηρισμούς , συνοδευόμενους από εύκολες αναλύσεις και συμπεράσματα όπως είναι «κακό παιδί, επιθετικό, κακομαθημένο, ευαίσθητο, χώρισαν οι γονείς του, βλέπει βία στο σπίτι του ή στην τηλεόραση κτλ». Έτσι λοιπόν, η εικόνα του μικρού παιδιού μας να μιλάει έντονα, ακόμα και να χτυπάει είναι οικεία σε πολλούς.

Δεν είναι λίγες οι φορές που λόγω ψυχικής και σωματικής κούρασης μας από τις ούτως ή άλλως πολύπλευρες απαιτήσεις της καθημερινότητας, αυτή η φαινομενικά ενίοτε αδικαιολόγητη «επίθεση» από το παιδί μας προς εμάς ή τρίτους, σε μια στιγμή όπου ήμαστε ευάλωτοι και όχι τόσο συγκεντρωμένοι στον εαυτό μας ώστε να βλέπουμε την σύγκρουση από μια πιο ενήλικη σκοπιά, μπορεί να ξυπνήσει μέσα μας διάφορα δύσκολα συναισθήματα.

Πόσοι δεν έχουμε νιώσει σαν να μας ακυρώνει τη «θέση ισχύος» ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι; Nα μας κάνει να φαινόμαστε σαν μικρά παιδιά, ανήμπορα να βρουν τη λύση και τα όρια να αποτυγχάνουν διαρκώς; Nα αναρωτιόμαστε τι κάνουμε λάθος και εν τέλει να καταλήγουμε να αξιολογούμε την κατάσταση μέσα από κοινωνικά πρότυπα, τα οποία έχουμε κληρονομήσει από προηγούμενες γενιές (είναι ανυπάκουο,απείθαρχο κτλ) και να κάνουμε συγκρίσεις με άλλα παιδάκια ή με τους εαυτούς μας τους ίδιους;

Ή να ταυτιζόμαστε με το παιδί μας και εάν είναι ο πιο «αδύναμος» του καβγά του με κάποιο άλλο παιδί,να νιώθουμε ότι θιγόμαστε ακόμα και εμείς οι ίδιοι μαζί με αυτό, να σπεύδουμε να παρέμβουμε να το υπερασπιστούμε έναντι του άλλου παιδιού, να ελέγξουμε την κατάσταση και τελικά να γίνουμε κάτι σαν «μικρός μεγάλος».

Βέβαια, όταν η σύγκρουση εκδηλώνεται με σωματικά χτυπήματα ή σπρωξίματα σε περιβάλλον όπου φαίνεται ότι υπάρχει ο κίνδυνος να τραυματιστεί κάποιο από τα παιδιά, προφανώς από ένα σημείο και μετά, είναι αναγκαία μια ήπια παρέμβαση από τον ενήλικο, δίνοντας χώρο και χρόνο στα παιδιά να σκεφτούν τι έχει γίνει, είτε εκείνη τη στιγμή ή, αν η ένταση είναι μεγάλη, λίγο αφότου τα έχουμε χωρίσει από τα ξεσπάσματα: «βλέπω ότι θα χτυπήσετε οπότε θα πρέπει να κάτσετε λίγο μακρυά ο ένας από τον άλλο». Η διαχείριση της σύγκρουσης μπορεί να γίνει με ερωτήσεις όπως «Μπορείτε να μου πείτε τι έχει συμβεί; Έχεις θυμώσει πολύ. Τι λύση θα μπορούσαμε να βρούμε…»;

Φαίνεται ότι αν καταφέρνουμε να διατηρήσουμε την ψυχική ενότητα και ακεραιότητά μας και να μην ταυτιζόμαστε τόσο πολύ με τη σύγκρουση και τα συναισθήματα που γεννάει, μπορούμε να το δούμε ως μια προετοιμασία του παιδιού για τη ζωή του. Η σύγκρουση είναι μια ευκαιρία, ώστε το παιδί να δοκιμαστεί στο να βιώνει δύσκολα συναισθήματα, ματαιώσεις και εντάσεις όπου πάνω σε αυτά με τη δική μας παρουσία σε αυτό του το ταξίδι χτίζονται τα εφόδια για τη διαχείριση καταστάσεων, εσωτερικών και εξωτερικών, και στο να γίνεται ευέλικτο και ικανό να αναζητήσει λύσεις .

Μαθαίνει να διαχειρίζεται τις εντάσεις του και κατά βάση την επιθετικότητα, η οποία είναι ένα φυσικό στοιχείο υπαρκτό στην εξελικτική ανάπτυξη των παιδιών. Η έκφραση και η εκδήλωση της επιθετικότητας είναι μέρος της πολυσύνθετης ψυχικής πραγματικότητας κάθε παιδιού και μέσω της σύγκρουσης όπου κι αν αυτή απευθύνεται, είναι ευκαιρία να μας αποκαλύπτεται το υλικό του παιδιού με το οποίο μπορεί να «δουλέψει» ο ενήλικας και έτσι σαν να γίνονται μικρές αποσυμπιέσεις.

Ο ενήλικας στέκεται εκεί με λεπτότητα και σταθερότητα, κατονομάζει το συναίσθημα του παιδιού «φαίνεσαι θυμωμένος, λυπημένος κλπ.» και δείχνει έτσι ότι «αντέχει» την ένταση του παιδιού. Την αντέχει με αγάπη, δείχνει την αξία της ζεστασιάς στη θέση του καυτού θυμού, όπως αναφέρει και ο Kim John Payne στο βιβλίο «Γονείς απλά».

Το παιδί μέσα από την ένταση επικοινωνεί μεταδίδοντας μας τα αισθήματά του, τις αγωνίες του. Όλα αυτά σημαίνουν ανταλλαγή και αναζωπύρωση της ζωής και αναμένει από εμάς να το λάβουμε αυτό σαν δώρο. Μας αποκαλύπτεται κι εμείς καλούμαστε να το αντέξουμε και να πετάξουμε τις «ταμπέλες» που κουβαλάμε.

Όλα είναι κομμάτι της ατομικότητας του κάθε παιδιού, ο τρόπος έκφρασής του ή ακόμα και μη έκφρασης είναι που αλλάζει. Η ιδιοσυγκρασία παίζει σημαντικό ρόλο ως προς την ένταση αυτών των δύσκολων κομματιών ενός παιδιού. Κι ακριβώς αυτό το ατομικό στοιχείο είναι και το σπουδαίο εργαλείο του παιδιού προκειμένου είτε να μετριαστεί με τον καιρό, είτε να ενισχυθεί ώστε να το χρησιμοποιεί.

Οι συγκρούσεις έστω και αν δεν επιλυθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη στιγμή που προκύπτουν, ιδίως για τα μεγαλύτερα παιδιά, μπορεί να επιδιορθωθούν και εκ των υστέρων, στην ησυχία ενήλικα-παιδιού και μπορεί να είναι μια ευκαιρία για τον ενήλικα να επαναφέρει το θέμα, να ρωτήσει το παιδί πώς ένιωσε.

Έτσι, το παιδί βοηθιέται να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του, να τα διαχειριστεί χωρίς να αιωρούνται απλά ή να τα καταχωνιάσει έτσι ακατέργαστα και να συζητηθεί τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να είχε αποφευχθεί η σύγκρουση ή να είχε επιλυθεί. Με αυτούς τους τρόπους φτιάχνουμε σενάρια ευελιξίας ή «προετοιμασίας» για αντιμετώπιση ή ακόμα και εκ των προτέρων αναγνώρισης παρόμοιων περιστατικών.

Έτσι, το παιδί εξοικειώνεται με την ιδέα της σύγκρουσης, δεν το θεωρεί σαν κάτι το τόσο απειλητικό, καταστροφικό και απροσπέλαστο και επίσης, νιώθει σύμμαχο τον ενήλικα στον οποίο μπορεί να καταθέσει τα πιο σκοτεινά του συναισθήματα και εκείνος να τον ακούσει δίχως να τον λογοκρίνει ή να τον νουθετήσει εξ αρχής χωρίς να έχουν βρει διέξοδο οι εσωτερικές του εντάσεις.

Με το να δίνουμε το «χώρο και το χρόνο» να πουν το λόγο ή όταν κάτι δεν μπορεί να ονομαστεί από το παιδί λόγω ηλικίας, να το ονομάσουμε εμείς απλοποιημένα για το ίδιο, τότε απορροφώνται αργά και σταθερά τα πιο έντονα στοιχεία, χάνουν την ισχύ τους και τον καταιγιστικό χαρακτήρα ενός «πυρετού ψυχής».

Δίνουμε επιπλέον τη δυνατότητα στο παιδί να βρίσκει τους τρόπους αυτορύθμισης και ελέγχου των παρορμήσεών του με το να μην επιτίθεται σωματικά, αλλά να ανακαλύπτει τρόπους διευθέτησης αξιοποιώντας την φαντασία του και τη δημιουργικότητά του. Μαθαίνει να πιστεύει ότι είναι ικανό να τα καταφέρει το ίδιο και να αναλαμβάνει την ευθύνη όλων αυτών.

Οι συγκρούσεις των μικρών παιδιών είναι αναπόφευκτες και δεν μαρτυρούν συνήθως πρόβλημα ή ιδιοτροπία, αλλά ένα στάδιο που έχει να διανύσει ο άνθρωπος προς την πορεία του να γίνει ο εαυτός του, ανακαλύπτοντας στην πράξη και τα πιο σκοτεινά του στοιχεία και αντικρίζοντας τις παρορμήσεις τους. Εμείς οι ενήλικοι εκεί πλάι τους να αφουγκραζόμαστε και να οριοθετούμε όπου πραγματικά απαιτείται, αξιοποιώντας και ενισχύοντας πρωτίστως τα θετικά κομμάτια της προσωπικότητας του παιδιού και βλέποντας το ως ένα ανεξάρτητο κομμάτι από εμάς, όχι ασύνδετο όμως , αλλά συνδεδεμένο με αγάπη.

Και η αγάπη ξεκινά από την επιδίωξη αναγνώρισης, αποδοχής και διαχείρισης των δικών μας δύσκολων κομματιών. Της αποδοχής ότι είμαστε πολυσύνθετα όντα με ιδιαίτερες ιδιοσυγκρασίες όπου επιδίωξη,όχι πάντα εφικτή, είναι να βλέπουμε τα παιδιά μας μέσα από τα δικά τους ατομικά στοιχεία και να μπορούμε να τα εμπνεύσουμε να αγωνίζονται και να εξελίσσονται.

Ακόμα κι όταν συμβαίνουν συγκρούσεις, οι οποίες είναι μια πραγματικότητα είτε για ενήλικες είτε για παιδιά, ίσως είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν ακυρώνει όλα τα θετικά που έχουν προηγηθεί σε μια σχέση, ούτε καταστρέφεται η σχέση συνολικά λόγω αυτού.

Όπως αναφέρει η Barbara Ehrensaft «η προσπάθεια να διορθωθεί κάτι που αρχικά δεν πήγαινε καλά, είναι πολύ καλύτερο για την δόμηση του χαρακτήρα από το να παρέχουμε ένα τέλειο, ειδυλλιακό περιβάλλον χωρίς συγκρούσεις στην παιδική ηλικία». Τα παιδιά συγκρούονται, οι ενήλικοι αντέχουν και οι μεν και οι δε ανακαλύπτουν εκ νέου την προσπάθεια.

Άρθρο της Λήδας Πασαλή, Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε