Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού

Είναι γενικά αποδεκτό ότι περιστατικά βίας κάνουν την εμφάνισή τους όλο και πιο συχνά και παρατηρούνται κυρίως στα πλαίσια οικογένειας και σχολείου (Δεληγιάννη-Κουϊμτζή & Σακκά, 2005). Ο εκφοβισμός αποτελεί μορφή επιθετικής συμπεριφοράς (Espelage & Swearer, 2003. Olweus, 1993). Το στοιχείο που τον κάνει να διαφέρει από τις άλλες μορφές επιθετικής συμπεριφοράς είναι ότι προϋποθέτει διαφορά δύναμης και ότι το θύμα δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του (Smith & Brain, 2000).

Είναι δύσκολο να δώσει κανείς έναν σαφή ορισμό για τον εκφοβισμό μιας και επηρεάζεται από πολιτισμικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς και ιστορικούς παράγοντες. Επιπλέον, εκδηλώνεται με διάφορες μορφές όπως σωματικός, λεκτικός, ψυχολογικός, συναισθηματικός, ηλεκτρονικός, σεξουαλικός, κοινωνικός, ρατσιστικός, εκφοβισμός με εκφοβισμό. Τέλος, τον όρο του σχολικού εκφοβισμού έρχεται να συμπληρώσει ο όρος της θυματοποίησης (victimization) , η οποία αναφέρεται στον αντίκτυπο και στη θέση του θύματος (Olweus, 1995, στο Κασάπη, 2007). Σύμφωνα με τον Rigby (2008), ο σχολικός εκφοβισμός – bullying είναι ένα διεθνές φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ο θύτης επιθυμεί να πλήξει κάποιον γνωστό του εντός του σχολικού χώρου.

Η ενέργεια αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά σκόπιμη και φέρει το αίσθημα της αντιπάθειας (Κολιάδης,2010). Ωστόσο, σε αυτό το σημείο να τονιστεί ότι το πλήγμα του θύματος ενδέχεται να έχει τις εξής μορφές: α) φυσικό πλήγμα, ως αποτέλεσμα μυϊκής δύναμης β) λεκτικό γ) συνυφασμένο με την κοινωνική ζωή π.χ. αγνόηση, επιδίωξη αποκλεισμού, στιγματισμός (Schultze-Krumbholz / Scheithauer / Braun, 2009). Βέβαια, για να χαρακτηριστεί μια κατάσταση ως σχολικός εκφοβισμός είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν τα παρακάτω στοιχεία (Rigby,2008):

α) υπεροχή δύναμης από πλευράς του θύτη, η οποία δεν περιορίζεται μόνο σε σωματική και μπορεί να σχετίζεται με την κοινωνική θέση του παιδιού καθώς και με τις δεξιότητές του (Schultze-Krumbholz / Scheithauer / Braun ,2013).

β) άσκηση δύναμης που συμπορεύεται με μία άδικη μεταχείριση, η οποία αντιβαίνει στα ανθρώπινα δικαιώματα.

γ) επανάληψη του πλήγματος, δηλ. κάτι που συμβαίνει όχι μία φορά, αλλά αρκετές.

δ) ευχαρίστηση που εισπράττει ο θύτης από την ενέργειά του αυτή και τέλος,

ε) καταπίεση που βιώνει το θύμα.

Προφίλ θύτη

Τον ρόλο του θύτη διαδραματίζουν ως επί το πλείστον αγόρια δρώντας είτε ατομικά είτε σε ομάδες. Η εκφοβιστική συμπεριφορά παρατηρείται συνήθως ανάμεσα σε παιδιά ίδιας ηλικίας (O’Moore, 2000), σε περίπτωση όμως που υπάρχει απόκλιση ηλικίας μεταξύ θύτη – θύματος μεγαλύτερος είναι ο θύτης (Whitney & Smith, 1993).

Ο μαθητής – θύτης χαρακτηρίζεται από αυταρχικότητα, όπως επίσης και από παρορμητικότητα και σωματική δύναμη, κυρίως όταν πρόκειται για αγόρια – θύτες (Χαντζή, Χουντουμάδη, 2000). Επιπλέον, είναι ελάχιστα αγχώδης και ανασφαλής, έχει χαμηλή ενσυναίσθηση, διακατέχεται από αυτοεκτίμηση και δεν δύναται να ελέγξει την παρορμητικότητά του. Ακόμη, για να λύσει τα διάφορα προβλήματά του χρησιμοποιεί την βία και την αντεπίθεση (Κακακβούλης,2003). Συνήθως, ο «δράστης» αποζητά να νιώσει ένα αίσθημα επιβεβαίωσης της δύναμής του και επιδιώκει να επιβληθεί στην ομάδα συνομηλίκων με αποτέλεσμα να ευχαριστιέται και να ικανοποιείται όταν κακομεταχειρίζεται άλλους (Suckling & Temple, 2001). Τέλος, σωματικά υπερέχει από τον μέσο μαθητή της τάξης του αλλά πολύ περισσότερο από το θύμα που επιλέγει (Olweus, 1993).

Ωστόσο, έρευνες έχουν αποδείξει και το αντίθετο από όσα αναγράφονται παραπάνω. Έχει γίνει γνωστό ότι παιδιά που έχουν την τάση να εκφοβίζουν δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή, έχουν περιορισμένες φιλικές σχέσεις (Suckling & Temple, 2001), θεωρούν τους εαυτούς τους ανεπαρκείς, είναι μη συνεργάσιμοι και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση (O’Moore,2000). Συγκεκριμένα, σε έρευνα του Slee (1994) αποδείχθηκε ότι οι bullies είχαν μέτρια αυτοεκτίμηση και περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα (Χαντζή, Χουντουµάδη, & Πατεράκη,2000).

Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνουν και οι Ασηµακόπουλος, Χατζηπέµος, Σουµάκη, ∆ιαρεµέ, Γιαννακοπούλου, Τσιάντης( 2008), οι οποίοι αναφέρουν ότι η δημοτικότητα των μαθητών αυτών είναι χαμηλή ή κυμαίνεται κάπου στον μέσο όρο, ενώ όσο αυξάνεται η ηλικία, μειώνεται περισσότερο. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να προσθέσει κανείς ότι οι μη δημοφιλείς bullies χαρακτηρίζονται από ανεξέλεγκτη ορμητικότητα και επιμένουν στην επίθεση μέχρι τον τελικό εξευτελισμό του αντιπάλου τους (Χαντζή, Χουντουµάδη & Πατεράκη, 2000). Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι οι απόψεις συσχέτισης μεταξύ εκφοβιστικής συμπεριφοράς και αυτοεκτίμησης είναι διφορούμενες (Rigby & Slee, 1992, στο O’ Moore, 2000, Smith & Brain, 2000).

Μερικά ακόμα στοιχεία των bullies σύμφωνα με την έρευνα των Ψάλτη και Κωνσταντίνου (2007) είναι ότι δεν φημίζονται για τις υψηλές επιδόσεις τους, προκαλούν φασαρία στην τάξη και δεν φέρονται με αρμόζοντα τρόπο σε συμμαθητές και συμμαθήτριές τους. Η κακή αυτή σχέση τόσο με τους συνομηλίκους τους όσο και με τον εαυτό τους οδηγούν στις δυσκολίες επικοινωνίας (Κυριακίδου,2009).

Παραβατική συμπεριφορά τείνουν να διαπράττουν και στους ενηλίκους (Κακαβούλης, 2003) κυρίως όμως απέναντι σε εκπαιδευτικούς και γονείς (Ασηµακόπουλος, Χατζηπέµος, Σουµάκη, ∆ιαρεµέ, Γιαννακοπούλου,. & Τσιάντης, 2008). Στα πλαίσια του σχολικού περιβάλλοντος εμφανίζουν αντικοινωνική συμπεριφορά, μαθησιακές δυσκολίες (Κυριακίδου, 2009) και συνηθίζουν να παραβαίνουν κανόνες(Κακαβούλης, 2003).

Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί ότι μαθητές – θύτες συχνά μεγαλώνουν σε οικογένειες που τους κτυπούν και τους παραμελούν. Πολλές φορές, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η περιορισμένη ικανότητα επικοινωνίας με συνομηλίκους παρατηρείται σε άτομα που μεγαλώνουν σε περιβάλλον που απαιτεί, ελέγχει, χρησιμοποιεί αυταρχικές μεθόδους αγωγής και χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα στοργής και ανταπόκρισης, Μερικές φορές, τα άτομα αυτά μπορεί να υποτάσσονται παθητικά σε αυτήν την κατάσταση, άλλα όμως μπορεί να γίνουν επιθετικά ή να μην είναι ικανά να ελέγχουν τη συμπεριφορά τους (Κακαβούλης, 2003).

Προφίλ θύματος

Τα θύματα είναι συνήθως άτομα μοναχικά, αδύναμα (Χαντζή, Χουντουµάδη& Πατεράκη, 2000), αγχώδη, ανασφαλή, ήσυχα, ευαίσθητα, με ελάχιστους ή καθόλου φίλους (Ασηµακόπουλος, Χατζηπέµος, Σουµάκη, ∆ιαρεµέ, Γιαννακοπούλου, & Τσιάντης, 2008) και με περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες. Το βασικότερο όμως χαρακτηριστικό τους που τα διαφοροποιεί από τους συνομηλίκους τους είναι η ψυχική ή σωματική τους αδυναμία (Τσιάντης, 2008). Ακόμη, η απόκλιση κάποιων χαρακτηριστικών ή συμπεριφορών από τον μέσο όρο θυματοποιεί πιο εύκολα ένα άτομο (Sharp&Smith,1994) π.χ. διαφορετική εθνικότητα, θρησκεία, αναπηρία, μαθησιακές δυσκολίες (Σπυρόπουλος, 2007).

Το θύμα σπάνια αντιδρά ή αμύνεται σε μια εκφοβιστική συμπεριφορά. Συνήθως αποσύρεται, κλαίει ή θυμώνει. Επιπλέον, να τονιστεί ότι η συμπεριφορά του δεν είναι προκλητική ή επιθετική. Επομένως, σε μια αναπόφευκτη σύγκρουση υποχωρεί παθητικά (Χαντζή, Χουντουµάδη & Πατεράκη, 2000). Ωστόσο, υπάρχουν και τα προκλητικά θύματα, τα οποία είναι υπερκινητικά, προκλητικά, δεν συνεργάζονται και παρενοχλούν τους άλλους. Στην κορύφωση μίας σύγκρουσης όμως μετατρέπονται σε θύματα.

Παρεμβάσεις – Τεχνικές

Οικογένεια

Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και σημαντικότερο φορέα κοινωνικοποίησης. Οι γονείς από τα πρώτα χρόνια,λοιπόν, ζωής του παιδιού πρέπει να το μεγαλώνουν με αγάπη και στοργή, χωρίς να χρησιμοποιούν βίαιες μεθόδους και να θέτουν όρια στις αρμόζουσες και μη επιτρεπτές συμπεριφορές (Olweus, 1993). Κατά τη διάρκεια της εφηβείας, οι γονείς είναι ορθό να είναι ενήμεροι για τις δραστηριότητες των νέων εντός και εκτός σχολικού περιβάλλοντος χωρίς όμως να γίνονται υπερπροστατευτικοί. Η συνεργασία γονιών και σχολείου και η από κοινού εφαρμογή τακτικών που αντιτίθενται στον σχολικό εκφοβισμό, μπορεί να βελτιώσει τη συμπεριφορά του βίαιου παιδιού(Olweus, 1993).

Αντίστοιχα σημαντική είναι και η συνεργασία γονιών παιδιών όπου μπορούν να καταλήξουν από κοινού σε ορισμένους κανόνες τους οποίους θα ενισχύουν θετικά όταν τηρούνται ενώ θα επέρχεται κάποιου είδους τιμωρία όταν καταπατώνται, πλην φυσικά της σωματικής (Olweus, 1993). Επίσης, σίγουρα θα πρέπει να είναι και οι ίδιοι προσεκτικοί τόσο στη συμπεριφορά τους απέναντι στο παιδί όσο και στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα αρνητικά τους συναισθήματα. Η συζήτηση, ο διάλογος και η επικοινωνία θα πρέπει να δεσπόζουν στην οικογένεια, ώστε να μάθει το παιδί να χειρίζεται τις επικοινωνιακές του δεξιότητες σε τυχόν διαφωνίες που θα συναντήσει, χωρίς να προβεί σε επιθετικές ενέργειες.

Σχολείο – Εκπαιδευτικός

Οι παρεμβάσεις που θα πραγματοποιηθούν σε επίπεδο σχολείου θα πρέπει να αποσκοπούν σε μία γενικότερη αλλαγή στάσης απέναντι στον σχολικό εκφοβισμό, χωρίς να επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στην συμπεριφορά του θύτη και αυτό επειδή η στάση εκπαιδευτικών και μαθητών μπορεί να αλλάξουν τη συμπεριφορά του θύτη (Τσάκαλης, 2008). Ο πολύπλοκος χαρακτήρας του εκφοβισμού ωθεί στην προβολή των παρεμβάσεων στα πλαίσια του σχολείου χωρισμένες σε τρεις άξονες: α) σε ατομικό επίπεδο β) σε επίπεδο τάξης γ) σε επίπεδο σχολείου (Ανδρέου, 2007· Rigby, 2004· Thompson, Arora, & Sharp, 2002).

α) Ατομικό επίπεδο

Μόλις ο εκπαιδευτικός αντιληφθεί περιστατικό εκφοβισμού, με ψυχραιμία αρχικά καλείται άμεσα να σταματήσει τη συγκεκριμένη εκδήλωση συμπεριφοράς. Παράλληλα, πρέπει να διερευνήσει τι συνέβη ακριβώς, να μην οξύνει τα πνεύματα και να καθοδηγήσει τους εμπλεκόμενους συμβουλεύοντάς τους για τις συνέπειες των πράξεών τους, χωρίς να τιμωρεί και να δώσει χρόνο για συναισθηματική αποφόρτιση(Thody, Gray & Bowden, 2003· Τσάκαλης, 2008).

Βάσει των Cleary (1998) Νικολάου (2007) και Olweus (1997) προτείνεται να γίνει γνωστό το περιστατικό στη σχολική κοινότητα όχι όμως τα άτομα που ενεπλάκησαν, για να καταδικαστεί μόνο η συγκεκριμένη συμπεριφορά και να μην απορριφθεί ο θύτης. Επίσης, κρίνεται απαραίτητη η ενημέρωση των γονέων και η συνεργασία τους με το σχολείο στοχεύοντας στην καλλιέργεια θετικής συμπεριφοράς (Reid, Monsen & Rivers, 2004).

Αφού περάσει ένα μικρό χρονικό διάστημα, ένας ειδικός του σχολείου θα πρέπει να συζητήσει με τον θύτη για τις συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς (Νικολάου, 2007), καθώς και για τα όρια της κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς (Στασινός, 2013). Είναι βοηθητικό, σχολείο και θύτης, να συνάψουν ένα συμβόλαιο τιμής (Στασινός, 2013, Τσιάντης, 2010) βάσει του οποίου θα υπάρχουν ποινές και αμοιβές για κάθε συμπεριφορά. Να τονιστεί βέβαια ότι οι ποινές δεν θα έχουν επιθετικό χαρακτήρα (Olweus, 1997· Τριλίβα & Chimienti, 1998∙ Χρηστάκης, 2001).

Τέλος, σε περίπτωση που η συμπεριφορά αυτή εξακολουθήσει να εμφανίζεται είναι αναγκαία η εξατομικευμένη αξιολόγηση του θύτη από μία ειδική διεπιστημονική ομάδα, η οποία θα τον βοηθήσει να αποβάλλει την εκφοβιστική συμπεριφορά και να υιοθετήσει μία κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά (Cleary, 1998· Τσιάντης, 2010).

β) Επίπεδο τάξης

O εκπαιδευτικός σε επίπεδο τάξης θα μπορούσε να εντάξει στο πρόγραμμα δραστηριότητες που ευαισθητοποιούν τους μαθητές (Ανδρέου & Smith, 2002· Olweus, 1997· Στασινός, 2013· Stevens, Van Oost & Lise De Bourdeaudhuij, 2000· Τσάκαλης, 2008) σε ζητήματα εκφοβισμού μια και η καθολική στάση της ομάδας είναι ιδιαίτερα σημαντική και επηρεάζει τη δράση του θύτη (Τσάκαλης, 2008).

Επιπλέον, άλλη χρήσιμη τεχνική που θα μπορούσε να αναπτύξει ο εκπαιδευτικός είναι αυτή της αντιμετάθεσης ρόλων (Ανδρέου 2007· Gollwitzer, Eisenbach, Atria, Strohmeier, & Banse, 2006· Τσάκαλης, 2008), κατά την οποία οι μαθητές διαδραματίζουν ρόλους θύτη και θύματος προκειμένου να μπουν στη θέση του άλλου και να βιώσουν τα αντίστοιχα συναισθήματα. Άλλες πρακτικές που βοηθούν είναι η συζήτηση, η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, οι προσωπικές αφηγήσεις ιστοριών, η προβολή ταινιών και συγγραφή εκθέσεων.

Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς πόσο σημαντική είναι η ύπαρξη ενός θετικού κλίματος της τάξης (Σαμπάνη, 2008· Στασινός, 2013). Ο δάσκαλος είναι σημαντικό να ενθαρρύνει την επικοινωνία μεταξύ των μαθητών του, να μεταδίδει την αποδοχή της διαφορετικότητας στους μαθητές του, να χρησιμοποιεί ομαδοσυνεργατικές μεθόδους διδασκαλίας και να παρέχει ίσες ευκαιρίες σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές (Αγγελίδης, 2011· Στασινός, 2013).

γ) Επίπεδο σχολείου

Αναφορικά με το θέμα κρίνεται σημαντική η δημιουργία μιας ομάδας εκπαιδευτικών, οι οποίοι θα είναι γνώστες του φαινομένου, θα παρακολουθούν, θα συντονίζουν και θα ενημερώνουν τη σχολική κοινότητα. Ακόμη, η εν λόγω ομάδα θα εκδίδει ενημερωτικά έντυπα απευθυνόμενα τόσο στους μαθητές όσο και στους γονείς αλλά και στην κοινωνία (Cleary, 1998) και θα έρχεται σε επαφή με εξειδικευμένους φορείς που ασχολούνται συστηματικά με το φαινόμενο προκειμένου να οργανώνει ημερίδες με σκοπό την πλήρη ενημέρωση μαθητών – γονιών – εκπαιδευτικών (Cleary, 1998· Τσάκαλης, 2008· Τσιάντης, 2010).

Επιπλέον, θα προωθεί ομαδοσυνεργατικά προgράμματα (project) στα οποία οι μαθητές θα εργάζονται σε ομάδες πάνω σε θέματα σχολικού εκφοβισμού και θα παρουσιάζουν τις εργασίες τους. Θα διοργανώνει ανάλογες προβολές ταινιών (Θεοδοσάκης, 2008) όπου θα ακολουθεί συζήτηση. Επίσης, μπορεί να αναλαμβάνει το «ανέβασμα» θεατρικών παραστάσεων που το περιεχόμενό τους σχετίζεται με το συναφές φαινόμενο από τους μαθητές του σχολείου (Θεοδοσάκης, 2008· Κουδιγκέλη, 2008), ώστε μέσω του ρόλου τους να καλλιεργηθεί η ενσυναίσθηση.

Είναι απαραίτητο να υπάρχει εποπτεία κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων σε όλους τους χώρους της σχολικής μονάδας μιας και η παρουσία εκπαιδευτικού εμποδίζει τη δράση του θύτη (Cleary, 1998· Νικολάου, 2007· Σταυρινίδης, 2008 · Τσιάντης, 2010). Κλείνοντας, το σχολείο οφείλει να χαρακτηρίζεται από έναν εσωτερικό κανονισμό που θα προβλέπει ποινές για την παραβατική συμπεριφορά.

Κοινωνία – Πολιτεία

Η κοινωνία οφείλει να ενημερώνει τους πολίτες για τα θέματα σχολικού εκφοβισμού και να τους ωθεί να συμβάλλουν στην εξάλειψή του. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω τον Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας όπως και μέσω συλλόγων, υπηρεσιών και τοπικών φορέων (Καραβόλτσου, 2013). Ακόμη, μπορεί να διαμορφώσει μια εκπαιδευτική πολιτική όπου θα επιμορφώνονται οι εκπαιδευτικοί και θα δημιουργούνται ομάδες ειδικών με στόχο την πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου.

Επίσης, η αναδιαμόρφωση της διδακτέας ύλης δίνοντας έμφαση στον ανθρωπισμό, η εισαγωγή ειδικού μαθήματος σχετικό με τη διαχείριση των συγκρούσεων, η παρουσία κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων στα σχολεία όλων των βαθμίδων, ο αυστηρός και συνεχής έλεγχος τηλεοπτικών προγραμμάτων είναι κινήσεις που μπορούν να εφαρμοστούν στοχεύοντας στην αποφυγή κρουσμάτων παραβατικής συμπεριφοράς και βίας.

Συμπεράσματα

Ο εκφοβισμός αποτελεί ένα οικουμενικό φαινόμενο που αυξάνεται και καθίσταται ως κοινωνικό πρόβλημα με αρνητικές συνέπειες σε θύμα και σε θύτη (Ηoundoumadi& Pateraki, 2001). Κρίνεται απαραίτητη και άμεση η αντιμετώπισή του με τη συνεργασία σχολείου – οικογένειας – κοινωνίας. Παρεμβάσεις σε ατομικό αλλά και σε ολιστικό επίπεδο είναι σημαντικό να πραγματοποιούνται τόσο για την πρόληψη όσο και την αντιμετώπιση του εκφοβισμού.

Η συμπεριληπτική εκπαίδευση πρέπει να είναι χαρακτηριστικό κάθε σύγχρονου σχολείου. To σχολείο θα πρέπει να εφαρμόζει τακτικές που δεν θα βάζουν ταμπέλες, δεν θα αφήνουν παιδιά στο περιθώριο και δεν θα στιγματίζουν. Aντίθετα, θα προσφέρουν ίσες ευκαιρίες μάθησης και κοινωνικοποίησης που αποτελούν γερά θεμέλια ενάντια σε οποιαδήποτε μορφή εκφοβισμού (Αγγελίδης, 2011· Στασινός, 2013). «Κανένας μαθητής δεν θα πρέπει να φοβάται να πάει στο σχολείο και κανένας γονιός δεν θα πρέπει να ανησυχεί μήπως συμβεί κάτι ανάλογο στο παιδί του» (Olweus, 2009).

Ταραμπάνη Αμαλία, παιδαγωγός – Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε